Με το πρώτο τους album, το Speaking Of Secrets του 2013, η τραγουδίστρια -και κιμπορντίστρια- Μάρσια Ισραηλίδη, ο κιμπορντίστας Δημήτρης Νέγκας και ο ντράμερ Βαγγέλης Κατσουλάκης κέρδισαν εξαρχής και μάλλον εύκολα τις εντυπώσεις με μια ποπ η οποία έδινε έμφαση στην εξαιρετικά ατμοσφαιρική, ακόμα και ονειρική διάστασή της.
Με την προσθήκη του κιθαρίστα Κώστα Επιτρόπουλου και του μπασίστα Λουκά Γιαννακίτσου, ως κουιντέτο πλέον, οι Playground Theory κυκλοφόρησαν πριν λίγο καιρό τον δεύτερο δίσκο τους Connect The Dots, που αποτελεί πολλά περισσότερα από ένα ακόμα βήμα. Με την ατμοσφαιρικότητα να συνεχίζει να είναι καθοριστικό στοιχείο αρκετών από τις συνθέσεις που συνυπογράφονται από όλους (οι στίχοι, αντίθετα, ανήκουν στους Νέγκα και Ισραηλίδη), αυτή τη φορά όμως στρέφονται και σε άλλες, πιο κοντινές στην ελληνική μουσική παράδοση κατευθύνσεις. Και δεν το κάνουν μόνο συνθετικά, αλλά και ενορχηστρωτικά και εκτελεστικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να διασκευάσουν ένα παραδοσιακό ζακυνθινό τραγούδι το οποίο είχε γίνει γνωστό στην εκτέλεση του αείμνηστου -και φυσικά ζακυνθινής καταγωγής- συνθέτη Δημήτρη Λάγιου.
Με έναν ήχο που ήδη από την αρχή έφερε το προσωπικό τους στίγμα αλλά πλέον είναι όχι απλώς ποικίλος αλλά σαγηνευτικά πολυσυλλεκτικός και με στίχους οι οποίοι με αλληγορικό τρόπο τοποθετούνται πάνω σε πολλά σημαντικά προσωπικά και κοινωνικά ζητήματα της παρούσας συγκυρίας, οι Playground Theory στο Connect The Dots δημιουργούν τραγούδια που, όπως λένε και οι ίδιοι, γράφτηκαν σήμερα και απευθύνονται σε ανθρώπους οι οποίοι επίσης ζουν στο σήμερα. Και γι' αυτή την αίσθηση του Zeitgeist δεν ενδιαφέρονται πολλές ελληνικές μπάντες και ακόμα λιγότερες είναι εκείνες που μπορούν δικαιολογημένα να επαίρονται ότι την διαθέτουν...
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
* Από το ολίγον ιδιόμορφο τρίο που ήσασταν στον πρώτο δίσκο στο τυπικό πλέον κουιντέτο του δεύτερου... Τι σας έκανε να προσθέσετε ως μόνιμα μέλη κιθαρίστα και μπασίστα;
Στη βασική τριπλέτα της μπάντας προστέθηκαν όντως άλλα δύο μόνιμα μέλη. Το κριτήριο ήταν η αφοσίωση και η αγάπη γι' αυτό που κάνουμε, όπως και η κοινή διάθεση να μοιραστούμε τους μουσικούς μας κόσμους. Είμαστε επίσης ευτυχείς που συνεργαστήκαμε με φίλους μουσικούς κατά την ηχογράφηση του album και στις ζωντανές εμφανίσεις στις οποίες συνεχίζουμε να το κάνουμε.
* Ποιες άλλες διαφοροποιήσεις έχουν συμβεί στο γκρουπ στα δυόμισι χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στο ντεμπούτο και το δεύτερο album σας;
Η πρώτη κυκλοφορία είναι πάντα μια βουτιά σε άγνωστα νερά. Στη διαδικασία υλοποίησης της δεύτερης γίναμε σοφότεροι, κυρίως ως προς το τι θέλαμε να κάνουμε.
* Έχει αλλάξει και η γκάμα όχι απαραίτητα των επιρροών αλλά των επιδράσεών σας, έχουν προστεθεί και άλλα ακούσματα σ' αυτήν;
Σίγουρα! Καθώς οι μουσικές μας επιδράσεις συνεχώς διευρύνονται, μας αρέσει να εντάσσουμε στο παίξιμό μας περισσότερα στοιχεία από διαφορετικά μουσικά είδη και όπου νιώθουμε ότι απαιτείται από το κομμάτι ενσωματώνουμε και τα ανάλογα όργανα, όσο «αντισυμβατικά» κι αν φαίνονται εκ πρώτης όψεως.
* Είναι σίγουρο πάντως ότι στο νέο album υπάρχουν απόηχοι από την ελληνική μουσική, μάλιστα στην παρουσίασή του είχατε και έναν πρόσθετο μουσικό στο μπουζούκι. Υπήρχε και πριν αυτό το στοιχείο και δεν είχε, ας πούμε, «αναδυθεί» ή προέκυψε ξαφνικά;
Το Connect The Dots αποτελείται από εννέα κομμάτια που έχουν ως κοινή αφετηρία ότι δεν είναι γραμμένα με τον κλασικό δυτικό τρόπο. Θέλαμε να συμπεριλάβουμε τρόπους όπως τον eastern modal και δρόμους, συνδυάζοντας όμως ταυτόχρονα τα στοιχεία της ατμοσφαιρικής pop και εμπλουτίζοντάς τα με post rock/post punk ύφος. Δουλεύοντας με νέο υλικό και ήχο ήταν απαραίτητο να ενταχθούν και κάποια νέα όργανα όπως το τουμπελέκι και τα bongos, ενώ στην τελευταία συναυλία είχαμε και μπουζούκι, πράγμα που έδωσε ξεχωριστή χροιά και ηχόχρωμα στο σύνολο. Ο συνδυασμός τους με τα ατμοσφαιρικά keyboards και την κιθάρα οδηγεί σε ένα καινούργιο αλλά συγχρόνως γνώριμο ηχητικό αποτέλεσμα συνδέοντας ανατολίτικα riffs, dream pop μελωδίες, ψυχεδελικά κρουστά και κιθάρες αλλά χωρίς να λείπουν και τα rock ξεσπάσματα.
* Και τι σας έκανε να διασκευάσετε ένα παραδοσιακό ζακυνθινό τραγούδι και γιατί συγκεκριμένα το «Φυλακίσιο»;
Δεν ήταν προσχεδιασμένο να διασκευάσουμε ένα παραδοσιακό τραγούδι. Το ακούσαμε στη Ζάκυνθο από κανταδόρους και μας κέρδισε η μελωδία και οι στίχοι, το πόσο βαθιά άγγιζε την ανθρώπινη ψυχή. Μας πήρε λίγα χρόνια αλλά τελικά δοκιμάσαμε και έγινε από τα αγαπημένα κομμάτια μας.
* Σε ορισμένα τραγούδια του δίσκου όμως σαφώς υπάρχει και μια πολύ πιο έντονη ποπ κατεύθυνση από του πρώτου. Πώς αναδείχθηκε και πώς συνδυάζεται με την προηγούμενη, την ας πούμε πιο «ανατολίτικη»;
Είναι γεγονός ότι υπάρχουν και οι δύο κατευθύνσεις στον καινούργιο δίσκο. Η pop διάθεση είναι η αφετηρία της μουσικής μας έκφρασης και οι ανατολίτικες πινελιές ένα από τα εργαλεία για το χτίσιμο πιο σύνθετων και μυστηριακών ηχοτοπίων. Τραγούδια όπως το «Rain», που ανήκουν στην pop πλευρά του δίσκου, φανερώνουν τις επιρροές μας από την ηλεκτρονική και trip hop σκηνή.
* Οι εμπνεύσεις για τους στίχους σας ήταν λίγο - πολύ οι ίδιες με την πρώτη φορά ή άλλαξαν και αυτές;
Πάντα αλλάζουν, όπως και εμείς. Οι στίχοι -σε αντίθεση με τη μουσική- δεν στρέφονται γύρω από έναν κοινό άξονα. Κάθε τραγούδι αναφέρεται σε κάτι διαφορετικό, έχει να πει μία άλλη ιστορία ή να εκφράσει έναν προβληματισμό μας. Για παράδειγμα, το «Still» πραγματεύεται, με τον δικό του τρόπο, τον φόβο της απώλειας, το «All That Could Have Been» δηλώνει τις εμμονές μας με τις εναλλακτικές πορείες που θα μπορούσε να είχε πάρει η ζωή μας, ενώ το «Little Things» μιλάει για όλα αυτά τα μικροπράγματα που περνούν απαρατήρητα και θεωρούνται δεδομένα αλλά τελικά είναι το βασικό συστατικό της καθημερινής ευτυχίας. Το «On The Street» είναι μια πικρή υπενθύμιση της κοινωνίας που ζούμε σήμερα, περιγράφοντας μια σκηνή δρόμου στο κέντρο της Αθήνας με επίκεντρο τους ανθρώπους που είναι εκεί. Το «Rain», από την άλλη, λειτουργεί λυτρωτικά, σαν ένα ξέσπασμα βροχής/οργής.
* Θα λέγατε ότι συνολικά είναι ένας περισσότερο, λιγότερο ή εξίσου αισιόδοξος δίσκος με τον πρώτο;
Γνώμη μας είναι ότι οι δύο δίσκοι εμπεριέχουν τόσο την αισιοδοξία όσο και την απαισιοδοξία, συχνά κρύβοντας τη μία μέσα στην άλλη.
* Πιστεύετε ότι υπάρχει θέση, ακροατήριο δηλαδή, το 2016 για μουσική σαν τη δική σας;
Για μας δεν υπάρχουν μουσικές χωρίς εν δυνάμει ακροατήριο!
* Και αν βάλουμε στην εικόνα και την κρίση, που πλέον δεν είναι μόνον οικονομική και εντοπισμένη στην Ελλάδα αλλά εξαιρετικά πιο σύνθετη και πολύπλοκη και -με το προσφυγικό και όχι μόνον- έχει επεκταθεί σε όλη την Ευρώπη; Θεωρείτε ότι ο κόσμος μπορεί και θέλει να ακούσει τέτοια μουσική ενώ συμβαίνουν όλα αυτά;
Η τέχνη σε κάθε μορφή της γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση σε περιόδους κρίσης και δυσκολιών καθώς αποτελεί «καταφύγιο». Σε κάνει να σκεφτείς, να αναλογιστείς και να αναθεωρήσεις πολλές φορές. Ακριβώς επειδή όλα αυτά συμβαίνουν γύρω μας πιστεύουμε ότι το ενδιαφέρον όλων για νέα σκέψη, νέους ήχους και οπτικές έχει αυξηθεί, όπως ακριβώς και το ενδιαφέρον για τους συνανθρώπους μας.
* Πώς ανταποκρίνονται τα τραγούδια σας σε αυτή την κρίση; «Συνομιλούν» μαζί της, εμπνέονται, αντιδρούν με τον δικό σας τρόπο σε αυτήν, κάτι άλλο;
Κανείς δεν έχει μείνει ανέγγιχτος από την κρίση και ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Τα τραγούδια μας είναι μέρος των εμπειριών και των σκέψεών μας, το πώς βιώνουμε τη σύγχρονη Ελλάδα. Δεν «συνομιλούν» με την κρίση αλλά θέτουν τις ανησυχίες μας πάνω σε διάφορα κοινωνικά φαινόμενα που μας επηρεάζουν και πολλά από τα οποία σχετίζονται με την κρίση.
* Και τα επόμενα σχέδιά σας, άμεσα αλλά ίσως και πιο μακροπρόθεσμα και φιλόδοξα;
Προς το παρόν ετοιμάζουμε δύο συναυλίες, στις 27 Μαρτίου στο «Death Disco» για φιλανθρωπικό σκοπό (τα έσοδα θα διατεθούν για την στήριξη των αστέγων) και στις 21 Απριλίου στο «Six D.O.G.S». Επίσης πάντα ο μακροπρόθεσμος στόχος μας ως μπάντα είναι και παραμένει να επικοινωνήσουμε τον ήχο μας σε όσο περισσότερα μέρη και ανθρώπους μπορούμε.
Η επικοινωνία με το κοινό οφείλει να είναι από τις πλέον βασικές παραμέτρους για κάθε μουσικό, όταν λοιπόν ένα συγκρότημα την θέτει ως προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να βαδίζει στον σωστό δρόμο...