Ο Kamasi Washington είναι Αμερικανός μουσικός (από το Λος Άντζελες συγκεκριμένα, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται), ο οποίος, όμως, είναι πολύ διαφορετικός από τους... υπόλοιπους ομότεχνούς του, ακόμη και για τα στάνταρ του ιδιώματός του, της jazz, στο οποίο οι πολύ καλοί, οι εξαίρετοι, ήταν ανέκαθεν με πολλούς και διαφόρους τρόπους «διαφορετικοί»!
H διαφορετικότητά του φάνηκε από πολύ νεαρή ηλικία, καθώς, αν και ασχολήθηκε με τη μουσική από παιδί, μαθαίνοντας και παίζοντας πολλά όργανα σε διάφορα μουσικά είδη, στα δεκατρία του ανακάλυψε το τενόρο σαξόφωνο και τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Η ενασχόλησή του με τη μουσική έγινε πιο σοβαρή και αφοσιώθηκε στο σαξόφωνο και στην jazz. Τα πρώτα, εντυπωσιακά αποτελέσματα φάνηκαν σύντομα. Μέσα σε δύο χρόνια αναδείχθηκε στον εξάρχοντα του τενόρου σαξόφωνου της ορχήστρας του μουσικού σχολείου στο οποίο φοιτούσε. Ακολούθησαν σπουδές εθνομουσικολογίας στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες.
Στη διάρκεια των σπουδών του, ηχογράφησε και κυκλοφόρησε, το 2004, δίσκο με τους Young Jazz Giants, ένα τυπικό jazz κουαρτέτο που συναποτελείτο από έναν νεαρότατο πιανίστα και δύο αδέλφια στο κοντραμπάσο και τα ντραμς και το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί τη βάση των προσωπικών του δραστηριοτήτων (ένα από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Kamasi Washington είναι ότι, πριν ακόμη και από τις μουσικές ομοιότητες, τιμά τη φιλία που τον συνδέει με κάποιους ομότεχνούς του, αλλά και τους δεσμούς του με τη μαύρη κοινότητα του Λος Άντζελες, της οποίας παραμένει πάντα πολύ ενεργό μέλος). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του μπήκε στον επαγγελματικό στίβο, παίζοντας σε δίσκους και ζωντανές εμφανίσεις πολλών σημαντικών ή και κορυφαίων ονομάτων, κατά κύριο λόγο φυσικά της jazz, αλλά όχι και αποκλειστικά (ας κρατήσουμε ως υποσημείωση για τη συνέχεια το έντονο ενδιαφέρον του να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται σε μια μεγάλη γκάμα μουσικών ειδών). Όσον αφορά, όμως, την προσωπική του δουλειά, υπήρξαν μόνο τρεις δίσκοι που κυκλοφόρησαν στη δική του εταιρεία και προφανώς ούτε προωθήθηκαν ούτε διανεμήθηκαν ευρέως.
Σύγχρονη jazz ίσον το σύνολο της αφροαμερικανικής μουσικής παράδοσης...
Αυτό, όμως, άλλαξε πριν από λίγους μήνες, τον Μάιο, όταν ο Kamasi Washington κυκλοφόρησε το πρώτο του έργο. Μεταχειριζόμαστε τη λέξη «έργο», επειδή ο πρώτος, κανονικός πλέον, δίσκος του δεν είναι σαν τα περισσότερα άλλα ντεμπούτα, αλλά ένα... τριπλό album!
Αν και ορχηστρικό, φυσικά, στην πλειοψηφία του το The Epic, αφηγείται μιαν ομολογουμένως ολίγον μπερδεμένη και ελαφρά δυσνόητη ιστορία που έχει να κάνει με τη διαδοχή των γενεών, την έννοια της κοινότητας, αλλά και την ίδια τη δημιουργικότητα. Ο ίδιος ο K. Washington την εξηγεί όσο πιο κατατοπιστικά μπορεί στις σημειώσεις του στο εσώφυλλο, αλλά από την άλλη τονίζει -ακόμη και σε συνεντεύξεις του- ότι δεν είναι απαραίτητο να την κατανοήσει ή και να τη γνωρίζει κανείς για να εκτιμήσει και να απολαύσει τη μουσική του δίσκου. Αφήνοντας έτσι και σ' εμάς το δικαίωμα να υποθέσουμε ότι η ιστορία αυτή δεν ήταν παρά ένα μέσο που του επέτρεψε να αναπτύξει καλύτερα τις μουσικές του ιδέες, κάτι φυσικά απολύτως θεμιτό για οποιονδήποτε δημιουργό.
Μπορούμε, έτσι, να επικεντρωθούμε σε περίπου τρεις ώρες εμπνευσμένης, θαυμάσιας, καταπληκτικής μουσικής, μοιρασμένης σε ισάριθμα CD. Το μυστικό της υπόθεσης, πολύ απλά, είναι ότι ο K. Washington εκκινεί μεν σαφέστατα από την jazz, αλλά δεν γράφει, και προπαντός δεν παίζει μόνο jazz! Γνωρίζοντας άψογα και σε βάθος όλη την πορεία του ιδιώματός του, από τη διασκεδαστική διάθεση του swing μέχρι τις πιο σύγχρονες και πρωτοποριακές τάσεις του, κινείται με υποδειγματική άνεση ανάμεσα στις διαφορετικές χρονικές περιόδους και στιλ του, πολλές φορές στο πλαίσιο της ίδιας σύνθεσης. Δεν μένει, όμως, μόνον εκεί. Προσθέτει και πολλά στοιχεία από άλλα ιδιώματα της αφροαμερικανικής μουσικής που αγαπά: latin, soul, funk, ακόμα και κάποιες από τις πρακτικές του rap και της electronica, αλλά χωρίς να υπάρχει ούτε μία νότα που να μην προέρχεται από φυσικό όργανο.
Όλα αυτά υλοποιούνται από ένα εξαιρετικό ensemble, που ξέρει πολύ καλά, όχι μόνο πώς να παίζει τις συνθέσεις του, αλλά και πώς να ακολουθεί με ακρίβεια τις ενορχηστρωτικές οδηγίες του. Η ομάδα αυτή έχει ως πυρήνα τους προαναφερθέντες Young Jazz Giants και, εκτός του ιδίου, περιλαμβάνει δύο ακόμα μουσικούς στα πνευστά (τρομπέτα και τρομπόνι) και επίσης δύο κιμπορντίστες, δύο μπασίστες στην ακουστική και ηλεκτρική εκδοχή του οργάνου, δύο (!) ντράμερ και, τέλος, την εκπληκτική τραγουδίστρια Patrice Quinn, της οποίας η ζεστή, εκφραστικότατη soul φωνή δημιουργεί τα ελάχιστα μεν αλλά υπέροχα τραγούδια του δίσκου.
Αποκορύφωμα του έργου αναμφίβολα είναι το τρίτο CD, που ξεκινά με μία ακόμα σύνθεση του K. Washington, για να συνεχίσει όμως με διασκευές ενός τραγουδιού του Ray Noble, μιας σύνθεσης του Κλοντ Ντεμπισί (!) και ενός κομματιού του σπουδαίου jazz τρομπετίστα Teremce Blanchard, πριν καταλήξει σε μιαν ύστατη και... μαραθώνιας διάρκειας σύνθεση του Washington, η οποία, με τις αναπτύξεις αλλά το συνολικό αυτοσχεδιαστικό της πανόραμα, -αν όχι ντελίριο...- διασαφηνίζει, αλλά και συνοψίζει ιδανικά όσα έχουν προηγηθεί.
Από τη στιγμή που κυκλοφόρησε, η αποδοχή του έργου ήταν κάτι περισσότερο και από ενθουσιώδης και οι κριτικές αποθεωτικές. Όλοι μίλησαν εξαρχής όχι μόνο για έναν από τους καλύτερους και πιο συναρπαστικούς, ανεξαρτήτως είδους, δίσκους της χρονιάς, αλλά και για την άφιξη ενός σχεδόν... εκθαμβωτικού νέου ταλέντου (ακόμα και ηλικιακά, καθώς ο K. Washington έκλεισε τον Φεβρουάριο τα τριάντα τέσσερα χρόνια του και είναι πολύ νέος ακόμη για να παραδίδει δουλειά τέτοιας ωριμότητας).
Προσωπικά, όχι μόνο θα προσυπογράψουμε, αλλά θα προσθέσουμε και ότι είχαμε πάρα πολύ καιρό να δούμε τόσο αντιπροσωπευτικό τίτλο δίσκου, να του αξίζει αλλά και να περιγράφει τόσο καλά το περιεχόμενο, όσο του The Epic: Κυριολεκτικά, αληθινά «επικό» σε προθέσεις, διαστάσεις, φαντασία, ποικιλία, ευρύτητα, μουσικό μα και συναισθηματικό βάθος και εντέλει και σε... μεγαλείο!
ΘΑΝΟΣ ΜΑΤΖΑΝΑΣ