Live τώρα    
Ανορθόδοξοι έρωτες: «Κρίμα που είναι πόρνη», με το «Εθνικό»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ανορθόδοξοι έρωτες: «Κρίμα που είναι πόρνη», με το «Εθνικό»

Το έργο του Τζων Φορντ (1586 - 1639) είναι μια αναγεννησιακή μπαρόκ τραγωδία αμαρτίας, υπέρβασης και τιμωρίας. Αφηγείται τον εκπληρωμένο σαρκικό έρωτα αδελφού και αδελφής, μια μείξη «ομοίων» αιμάτων, που καταλήγει σε παραλήρημα παράνοιας και σε ένα αληθινό λουτρό αίματος. Το αίμα, εδώ, παίζει όμως καθαρτήριο, εξαγνιστικό ρόλο.

Στον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ το αίμα του αμνού της θυσίας δεν χύνεται, για να μην αναμιχθεί με το αίμα του ανίερου, «ξένου», Μαυριτανού, και μεταδώσει το «μόλυσμα» στην «ανώτερη» λευκή, χριστιανική φυλή... Η θυσία είναι αναίμακτη και η «καθαρότης του αίματος», το «άθικτο» της λευκής φυλής, διατηρείται αλώβητο. (Όπως, αναλογικά, διατηρείται το ίδιο άθικτο στον σαιξπηρικό «Έμπορο της Βενετίας», με την αποτροπή, στο τέλος, της αιματηρής θυσίας). Αντίθετα εδώ το αίμα ξεχειλίζει, «λούζοντας» ολόκληρη την ευυπόληπτη, υποκριτική, φαρισαϊκή κοινωνία της αναγεννησιακής Ιταλίας...

Ο Φορντ δεν καταδικάζει, ούτε εξυμνεί τους αδελφούς - εραστές. Δεν αναγορεύει σε ελευθεριακό τον παράνομο έρωτά τους, άλλα ασκεί, μέσω αυτού, καταλυτική κριτική στην υλιστική, άπληστη, υποκριτική, φαρισαϊκή, αστική κοινωνία της εποχής του, που πράττει στο σκοτάδι όσα οι άλλοι τολμούν στο φως. Με αυτήν την έννοια οι δυο αμαρτωλοί ήρωες αδελφοί εξαγνίζονται, αίροντας σαρκικά τις αμαρτίες των άλλων, μέσα σε έναν κόσμο βουτηγμένο στα αμαρτήματα της φιλοχρηματίας και της λαγνείας.

Οι ήρωες διαθέτουν το ήθος της φύσης τους, είναι αληθινοί. Το έργο του Τζων Φορντ δεν είναι μια τυπική ηθοπλαστική χριστιανική αλληγορία, πατάει γερά σε ένα έδαφος ρεαλιστικό και αποτελεί, ίσως, την πρώτη νεωτερική τραγωδία που αντιπαραθέτει το ήθος στην ηθικολογία και αποδεσμεύει τη σωτηρία από την πίστη. Χρειάστηκε να περάσουν διακόσια χρόνια, μέχρι να έρθει ένας ΄Ιψεν, για να το επαναλάβει, με τον δικό του τρόπο, στους «Βρυκόλακες».

Σχετικά γράφει ο Κλείτος Κύρου: «Κοινωνικές διακρίσεις, κοινωνική θέση, τάξη, όλα αυτά αμφισβητούνται ανοιχτά και η φιλονικία μάς εισάγει στον κόσμο μέσα στον οποίο στήνεται ο ανορθόδοξος έρωτας του Τζοβάννι και της Αναμπέλλας. Είναι ξεκάθαρα ένας 'οικογενειακός' κόσμος, που φανερώνει όλες τις αδυναμίες και αρετές οι οποίες σχετίζονται με την εμπορική κοινωνία. Ο Φορντ δεν βλέπει τον κόσμο της Πάρμας με συναισθηματισμό. Παραδέχεται την ενεργητικότητα και την ποικιλία του, αλλά ασκεί μια καταδικαστική κριτική γι' αυτόν».

Η παράσταση του Εθνικού στο θέατρο «Χώρα», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη (μετάφραση Γιάννη Λιγνάδη), είναι στην πραγματικότητα μια διασκευή, ένα «άλλο» έργο. Τη χριστιανική, ρεαλιστική τραγωδία και την καταλυτική κοινωνική κριτική που τη συνοδεύει μετέτρεψε σε μια ουτοπιστική, ελευθεριακή γιορτή της φύσης και των αισθήσεων, μια παγανιστική τελετή. Κάτι τέτοιο, όμως, ακόμη και αν έχει πίσω του σκεπτικό, δεν γίνεται στην πράξη απλώς με μείξη υλικών. Θέλει και διαδικασία ζύμωσης.

Δεν αποτέλεσε, νομίζω, ιδιαίτερα πετυχημένη επιλογή η ένταξη στο έργο αποσπασμάτων του Εμπειρίκου από τον «Μεγάλο Ανατολικό», ένα ερωτικό ψυχαναλυτικό μυθιστόρημα - ποταμό που ακολουθεί βασικά μια ανοιχτή γραμμή εξωγαμίας και είναι παντελώς ασύμβατο με τον κλειστό, ενδογαμικό κόσμο του έργου του Φορντ. Δεν προσφέρεται, άρα, να λειτουργήσει ως «μαγιά». Δεν κατάλαβα τους λόγους μετονομασίας της «τροφού» του έργου από «Χιτάνα» (τσιγγάνα)... σε πουτάνα ! Ούτε την «παράσταση μέσα στην παράσταση» ούτε τους συλλογικούς σωματικούς ρυθμούς και τα ομαδικά γκρουπαρίσματα των ηθοποιών, που παρέπεμπαν στον «Μαρά - Σαντ» του Βάις... Ακόμη ξένιζε το πολυσυλλεκτικό, εξεζητημένο, ποικίλο και ποικιλμένο ύφος των ρόλων.

Οι ηθοποιοί, παλαιότεροι και νέοι (Γρηγόρης Γαλάτης, Εβίτα Ζημάλη, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Μιχάλης Κίμωνας, Μαρία Κίτσου, Θύμιος Κούκιος, Σοφία Μυρμηγκίδου, Χρήστος Νίνης, Θέμης Πάνου, Δημήτρης Πασσάς, Ελεάνα Στραβοδήμου, Γιωργής Τσουρής, Χάρης Τζωρτάκης, Μηνάς Χατζησάβας), υπηρέτησαν, πρέπει να πω, πιστά και με αυταπάρνηση τη σκηνοθετική γραμμή. Ξεχώρισα ωστόσο την πολύ καλή, με ψυχή, με ανθρώπινο πρόσωπο και με υποδόριο πόνο δημιουργική ερμηνεία της Μαρίας Κίτσου.

Βρήκα ενδιαφέρουσα την πρωτότυπη μουσική του Γιάννη Χριστοδουλόπουλου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Εύας Νάθαινα υπηρετούν την σκηνοθεσία. Το ίδιο οι «ψυχροί» φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0