Ως τραγουδιστής των Madrugada o Sivert Hoyem κατάφερε να βάλει για πρώτη φορά – με την εξαίρεση της black και death metal σκηνής που όμως εκ φύσεως αφορά ένα πολύ εντοπισμένο κοινό – την Νορβηγία στον διεθνή μουσικό χάρτη. Μετά την οριστική και αμετάκλητη διάλυση τους το '08 συνέχισε την προσωπική διαδρομή που είχε αρχίσει ήδη από το '04 με έναν τρόπο ο οποίος σαφώς μεν τους θύμιζε αρκετά αλλά προοδευτικά όλο και λιγότερο καθώς έδινε περισσότερη έμφαση στην ατμοσφαιρική απόχρωση της παλέτας του δυναμικού rock τους ενώ ταυτόχρονα το εξέλισσε κάνοντας το όλο και πιο σύνθετο και συνάμα πιο μελετημένο ως προς τις λεπτομέρειες του. Από τους καλύτερους και πιο εκφραστικούς ερμηνευτές της γενεάς του (τον Ιανουάριο θα γίνει τριάντα εννέα ετών) αλλά και ικανότατος συνθέτης έχει κυκλοφορήσει τέσσερις συνολικά προσωπικούς δίσκους - συν ακόμα έναν με το εφήμερο σχήμα Volunteers - που καθένας τους αποτελεί ένα παραπάνω βήμα, έστω και μικρό, μουσικής ωρίμανσης και αισθητικής βελτίωσης. Ο τελευταίος, το «Endless Love» που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση, μελαγχολικά ίσως στην πλειοψηφία τους αλλά όχι και...«καταθλιπτικά» τραγούδια χωρίς όμως να λείπουν και οι πιο «φωτεινές» μουσικές στιγμές και στίχοι που εστιάζουν αποκλειστικά στην προσωπική διάσταση των πραγμάτων – αν και είναι γιος...πολιτικού (!) και έχει σπουδάσει Ιστορία – αλλά με απολύτως ρεαλιστικό και καθόλου «παραμυθένιο» όπως το συνηθίζουν τόσοι άλλοι, ούτε καν μυθοπλαστικό τρόπο.
Το ελληνικό κοινό αγάπησε εξαρχής, όσο ίσως καμίας άλλης ευρωπαϊκής χώρας πλην της ίδιας της Νορβηγίας, τους Madrugada και εξακολουθεί να αγαπά το ίδιο, αν όχι και πιο πολύ, τον Sivert Hoyem μόνο του. Μια ακόμα απόδειξη γι' αυτό είναι ότι η συναυλία που πρόκειται να δώσει στην Αθήνα (στο «Stage Volume 1») την Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου ήταν ήδη sold αρκετές ημέρες πριν και έτσι προστέθηκε μια ακόμα στον ίδιο χώρο, την Τετάρτη 24 του μήνα (οι υπόλοιπες εμφανίσεις της σύντομης περιοδείας του στη χώρα μας είναι την Παρασκευή 26 στον Βόλο, στο «Lab Art» και το Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, στο «Principal Club Theater»). Και ο ίδιος αντιλαμβάνεται και με το παραπάνω αυτή την αγάπη και όχι απλά την απολαμβάνει αλλά κυριολεκτικά τον ενθουσιάζει όπως έδειξε απροκάλυπτα πριν λίγες ημέρες, μιλώντας μας τηλεφωνικά από το σπίτι του σε μιαν ήσυχη, μικρή πόλη της Νορβηγίας.
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Πρέπει να αισθάνεστε λίγο «σαν στο σπίτι σας» στην Ελλάδα μετά από τόσες φορές που έχετε παίξει εδώ και με την αγάπη που σας δείχνει το κοινό, έτσι δεν είναι;
Ναι, παίξαμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τους Madrugada στις αρχές της δεκαετίας του '00 και από τότε έχω ξαναέρθει πολλές φορές, έχω κάνει πια ακόμα και φίλους εκεί. Είναι φυσικό λοιπόν να μου αρέσει πολύ να παίζω ζωντανά στην χώρα σας, τόσο πολύ όσο σε ελάχιστες άλλες καθώς και το κοινό δέχεται τόσο θερμά την μουσική μου και έτσι κάθε φορά περιμένω να ξαναέρθω με ανυπομονησία!
Αυτή η φορά όμως μάλλον θα είναι αρκετά διαφορετική από την προηγούμενη καθώς έρχεστε με ολόκληρη την μπάντα σας και όχι μόνος σας για ακουστικές συναυλίες.
Μου αρέσει και το να παίζω μόνος μου αλλά, όπως και να το κάνουμε, άλλο ένας άνθρωπος με μια κιθάρα και άλλο ένα συγκρότημα. Και νομίζω ότι αυτό τον καιρό βρισκόμαστε σε πολύ καλή περίοδο, η περιοδεία μας συνεχίζεται σχεδόν χωρίς διακοπές από τον Μάρτιο, «δένουμε» πολύ ωραία επάνω στη σκηνή και τολμώ να πω ότι, ειδικά στις καλές βραδιές μας, είμαστε κάτι αξιόλογο, ένα σχήμα που αξίζει να δει και να ακούσει ζωντανά κάποιος.
Νομίζω όμως και ότι ο τελευταίος σας δίσκος είναι αρκετά διαφορετικός από τον προηγούμενο («Long Slow Distance», 2011) καθώς, κατά την γνώμη μου, είναι πιο αισιόδοξος από εκείνον.
Πρόκειται φυσικά για δύο διαφορετικά albums δεν θα έλεγα όμως ότι το «Endless Love» είναι πιο αισιόδοξο ή πιο απαισιόδοξο από το προηγούμενο καθώς, κατά μιαν έννοια, συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε εκείνο. Ίσως πιο ξεκάθαρο ως προς τις προθέσεις του μόνον, ευνόητο μάλλον καθώς μεγαλώνω.
Ίσως αυτή τη φορά σας ενδιέφερε περισσότερο από άλλες να αφηγηθείτε κάποιες ιστορίες (sotytellling);
Σε ένα – δύο τραγούδια ίσως αλλά σε γενικές γραμμές γράφω και πάλι για προσωπικά θέματα. Για το πως είναι να είσαι μαζί με έναν άλλο άνθρωπο, τις δυσκολίες που υπάρχουν για να συνεχίσεις να είσαι αν και το θέλεις και τον κόπο και την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλεις για να το επιτύχεις...
Λίγο – πολύ δηλαδή το ίδιο θέμα για το οποίο γράφατε πάντα...
Υπάρχουν άραγε πολλά άλλα θέματα για να γράψει κάνεις για αυτά; Μήπως τελικά είναι το ένα και μοναδικό; (σύντομο γέλιο με πολύ νόημα)
Οι Madrugada είναι πλέον για σας απλά τμήμα του παρελθόντος ή μέρος του μουσικού εαυτού σας;
Δύσκολη ερώτηση...Οι Madrugada έφτασαν στο τέλος τους με τον τραγικό και τόσο πρόωρο θάνατο του κιθαρίστα και φίλου μας Robert Burås το '07, ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε μετά από αυτό οπότε σαφώς είναι πια τμήμα του παρελθόντος. Από την άλλη όμως δεν μπορώ και να ξεχάσω όσο κάναμε μαζί, τους δίσκους, τις συναυλίες, όλα και δεν μπορώ να μην χαίρομαι, ακόμα και να είμαι υπερήφανος για αυτά και απολαμβάνω να παίζω μερικά από τα τραγούδια μας ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά. Υποθέτω λοιπόν ότι κατά μιαν έννοια εξακολουθούν να είναι ζωντανά μέσα μου οπότε μάλλον αποτελούν και μέρος της μουσικής μου προσωπικότητας.
Ξέραμε ελάχιστα πράγματα για τη Νορβηγία, σπάνια υπήρχαν ακόμα και ειδήσεις για αυτήν και ξαφνικά ένα γεγονός, ένα καλοκαιρινό απόγευμα του '11, την έκανε πρώτο θέμα σε όλο τον κόσμο.
Ναι, η Νορβηγία είναι μια μικρή και τόσο ήσυχη χώρα, σχεδόν ένας παράδεισος σε σύγκριση με άλλες, τόσο που η έκρηξη στο Όσλο και αμέσως μετά η σφαγή στο νησί Ουτόγια ήταν ένα τεράστιο σοκ πριν απ' όλους για εμάς τους ίδιους τους Νορβηγούς. Είναι μια πληγή που ακόμα αιμορραγεί και πονάει και θα αργήσει να κλείσει...
Το θεωρείτε πράξη ενός ψυχοπαθή δολοφόνου ή την εκδήλωση μίας από καιρό υποφώσκουσας βίας η οποία τροφοδοτήθηκε ίσως και από την άνοδο των φασιστικών ιδεολογημάτων που συμβαίνει και εκεί όπως και την υπόλοιπη Ευρώπη;
Από την επομένη ήδη του συμβάντος υπάρχει ένας έντονος δημόσιος διάλογος στη Νορβηγία για το αν ο Αντερς Μπρέιβικ ήταν μια διαταραγμένη προσωπικότητα ή αν έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ένα κύμα βίας και φασισμού. Προσωπικά δεν θέλω να πάρω θέση γιατί πολύ απλά δεν ξέρω τι από τι δύο ισχύει...Αν είμαι για κάτι σίγουρος είναι για το ότι το γεγονός αυτό έκανε δυνατότερη την πεποίθηση μου για το ότι πρέπει να επιμείνουμε ακόμα περισσότερο σε εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, είναι από τα καλύτερα στοιχεία όχι μόνο του νορβηγικού αλλά και γενικότερα του σκανδιναβικού τρόπου ζωής, το να ενσωματώνονται οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, στην κοινωνία. Είναι πολύ σημαντικό ομάδες ή και μεμονωμένα πρόσωπα να μην μένουν απομονωμένα, να μην αποκόβονται και βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας γιατί το μόνο αποτέλεσμα τότε μπορεί να είναι ακραίες και ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Άλλαξε καθόλου η γνώμη σας για την χώρα σας μετά από αυτό, σας αρέσει λιγότερο;
Οχι, δεν άλλαξα καθόλου γνώμη. Δεν είμαι βέβαια κανένας πατριώτης αλλά η Νορβηγία είναι μία πολύ ωραία χώρα για να ζεις. Από την άλλη βέβαια λόγω της δουλειάς μου έχω την ευκαιρία να ταξιδεύω πολύ συχνά και να αλλάζω παραστάσεις οπότε δεν την βαριέμαι!
Αισθάνεστε όμως το ίδιο ασφαλής εκεί μετά από αυτό το γεγονός; Σκεφτήκατε καθόλου να μετοικίσετε κάπου αλλού για αυτό τον λόγο;
Όχι, δεν μου πέρασε ούτε μια στιγμή από το μυαλό. Η Νορβηγία εξακολουθεί να είναι το ασφαλέστερο μέρος στον κόσμο αν σκεφτείς τι συμβαίνει οπουδήποτε αλλού!
Και για να επιστρέψουμε στις εμφανίσεις σας στην Ελλάδα, αφού σας αρέσει τόσο η χώρα μας και έχετε ακόμα και φίλους εδώ γνωρίζετε τίποτα για την μουσική της και κάποιους από τους συντελεστές της;
Δεν ξέρω τίποτα για την ελληνική μουσική και δεν έχω γνωρίσει κανένα μουσικό από την χώρα σας. Μόνο μετά από μια συναυλία μας στη Θεσσαλονίκη κάποτε μας πήγαν σε ένα μέρος με λαϊκή μουσική, «bouzoukia» όπως τα λέτε εσείς. Δεν καταλάβαινα βέβαια τίποτα από την γλώσσα των τραγουδιών ούτε καν από την μουσική τους αλλά με ενθουσίασε η ατμόσφαιρα και το συναίσθημα που μετέδιδε. Μου αρέσει πολύ αυτό το είδος παραδοσιακής μουσικής.
Και τέλος έχετε κάποιο μήνυμα για το ελληνικό κοινό πριν έρθετε και πάλι εδώ;
Ναι, ότι ανυπομονούμε να έρθουμε να παίξουμε ξανά εκεί, θα δώσουμε τον καλύτερο εαυτό μας επάνω στη σκηνή και ελπίζουμε και εκείνοι να το απολαύσουν όσο και εμείς!
Το μόνο άλλο που θα είχαμε ίσως να πούμε στον εξαιρετικά σεμνό και συμπαθέστατο Sivert είναι ότι το κοινό στη χώρα μας έχει ήδη λάβει αυτό το μήνυμα, το έχει κατανοήσει και απλά περιμένει από εκείνον να του το επαναλάβει...