Με την αποχώρηση της ΔΗΜ.ΑΡ. από την τρικομματική συγκυβέρνηση εδώ και ένα δίμηνο και με τον σχηματισμό της δικομματικής μνημονιακής συγκυβέρνησης, που σηματοδοτεί τη «συγχώνευση» ουσιαστικά των δύο πολιτικών πόλων του πάλαι ποτέ αστικού δικομματισμού, διαμορφώθηκε η εντύπωση ότι η σημερινή πολιτική διακυβέρνηση βρίσκεται επί ξυρού ακμής, στηριζόμενη σε μια οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία μερικών βουλευτών, και άρα μπορεί να αναμένεται η σύντομη κατάρρευσή της και η αναγκαστική προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία.
Αν αυτή η αποστασιοποίηση από την κυβερνητική διαχείριση της μιας πτέρυγας της Κεντροαριστεράς είχε σαφή χαρακτηριστικά μετατόπισής της στο τόξο των δυνάμεων της αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης, τότε πραγματικά μια τέτοια προσδοκία θα ήταν ρεαλιστική, με δεδομένη την ανάδειξη σημαντικών εργατικών κινητοποιήσεων στο επόμενο διάστημα, επικεντρωμένων στα κύματα των απολύσεων των δημοσίων υπαλλήλων στην εκπαίδευση, στους δήμους, στην υγεία, σε κοινωφελείς επιχειρήσεις κ.λπ.
Εντούτοις η αποχώρηση της ΔΗΜ.ΑΡ. από την κυβέρνηση με αφορμή τους χειρισμούς στο κλείσιμο της ΕΡΤ δεν σηματοδότησε τη διαφωνία της με το περιεχόμενο της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής (αφού άλλωστε είχε υπερψηφίσει όλα τα μέτρα του 3ου Μνημονίου στα τέλη του 2012), αλλά τις ενστάσεις στον αντιδημοκρατικό τρόπο επιβολής των μνημονιακών υπαγορεύσεων. Και σήμερα ο πολιτικός αυτός σχηματισμός συντάσσεται με την προώθηση των αντιδραστικών μεταλλάξεων («εκσυγχρονιστικών αναδιαρθρώσεων») σε όλα τα επίπεδα, γι' αυτό και ρητά παραμένει στο φάσμα του αστικού κυβερνητισμού, αποφεύγει την ανοιχτή αντιπολιτευτική της στάση και δηλώνει την προσήλωσή της στην πολιτική των συνεχών Μνημονίων. [Ήδη επισημάνσεις στο Α. Ταρπάγκος, «Το πολιτικό φαινόμενο της ΔΗΜ.ΑΡ.», "Αυγή", 17 Ιανουαρίου 2012].
Άλλωστε συνεχίζει να ασκεί μια επιθετική πολιτική στην αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, εξ αιτίας του αριστερού ριζοσπαστικού του χαρακτήρα, θεωρώντας ότι η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής θα οδηγήσει τη χώρα σε επικίνδυνες περιπέτειες, θαρρείς και η τελευταία πενταετία της καπιταλιστικής κρίσης αποτελούσε μια κατάσταση «ευφορίας» και όχι καθολικής κοινωνικής καταστροφής (αυτή κι' αν είναι η μέγιστη «περιπέτεια» για την ελληνική οικονομία και την εργαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία).
Εκ νέου σχηματισμός κυβέρνησης από την υπάρχουσα Βουλή
Μια τέτοια στάση φαντάζει επιφανειακά ως «αυτοκτονική», στον βαθμό που το σύνολο των σφυγμομετρήσεων της κοινής γνώμης δείχνουν ότι η ΔΗΜ.ΑΡ. έχει πάρει τον δρόμο του ΛΑΟΣ και της απώλειας της κοινοβουλευτικής της εκπροσώπησης. Το πολιτικά «λογικό» θα ήταν αυτό το κόμμα να τοποθετηθεί ευθέως στην αντιμνημονιακή αντιπολίτευση, σε παράλληλη τροχιά με τους άλλους αριστερούς πολιτικούς σχηματισμούς («εμείς επιδιώξαμε τον εκσυγχρονισμό, τις μεταρρυθμίσεις και την άμβλυνση του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, προκειμένου να συμβάλουμε στη σωτηρία της πατρίδας κι όχι αυτό τον κατήφορο του αυταρχισμού»...). Μ' αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να αναβαθμιστεί στον χάρτη των πολιτικών δυνάμεων και να εξασφαλίσει την παραμονή της στο ελληνικό κοινοβούλιο.
Διέπεται άρα από πολιτικό «παραλογισμό» η ΔΗΜ.ΑΡ., τη διακατέχει το «αυτοκτονικό σύνδρομο» ή τα πράγματα είναι διαφορετικά από ό,τι επιφανειακά εμφανίζονται; Αυτός ο σχηματισμός της πάλαι ποτέ «ανανεωτικής Αριστεράς» εκπροσωπεί σήμερα από κοινωνική άποψη μεσαία και ανώτερα στρώματα των μικροαστικών τάξεων, τα οποία (σε αντίθεση με την κατώτερη διαστρωμάτωση της μικροαστικής τάξης) δεν έχουν πληγεί από τις ρυθμίσεις της πολιτικής των αλλεπάλληλων Μνημονίων, και έτσι συνεχίζουν να βρίσκονται σε συμμαχικούς δεσμούς με την ελληνική αστική τάξη, αποτελώντας μέρος του αστικού συνασπισμού εξουσίας [Σχετικά Γ. Μαυρής, «Η άνοδος και η πτώση της ΔΗΜ.ΑΡ.», "Εφημερίδα των Συντακτών", 28 Ιουνίου 2013].
Μάλιστα, αν τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα συνεχίζουν να έχουν σχέσεις εκπροσώπησης με τη ΔΗΜ.ΑΡ., οι κατώτερες μερίδες των μικρομεσαίων στρωμάτων, παρόλο που έχουν σε σημαντικό βαθμό παραφθαρεί από τη μνημονιακή λαίλαπα, παρόλο που αντικειμενικά ωθούνται στο μπλοκ των «από κάτω», εντούτοις παραμένουν, από την άποψη των πολιτικών αντιπροσωπεύσεων εντός του αστικού πολιτικού πλαισίου της Ν.Δ. και της Χ.Α.
Αυτός είναι και ο ταξικός λόγος που η ΔΗΜ.ΑΡ. επιμένει στην πρόταση που διατυπώνει για την αναγκαιότητα ανάδειξης νέας κυβέρνησης (προφανώς τρικομματικής Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜ.ΑΡ.), από τη σημερινή Βουλή, αποφεύγοντας προφανώς την προσφυγή στις κάλπες στην περίπτωση καταφανούς κλονισμού της σημερινής οριακής κυβερνητικής πλειοψηφίας, με διαφορετικούς από ό,τι μέχρι σήμερα όρους (σχετική άμβλυνση του αυταρχισμού, οριακά μέτρα για τους «δεινοπαθούντες» κ.λπ.).
Σ' αυτή την περίπτωση πραγματικά θα επιτυγχανόταν η παράταση της ζωής του μνημονιακού κυβερνητισμού, ως μια «έσχατη κυβερνητική λύση», προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος των πρόωρων εκλογών που θα κατέγραφε την εκλογική πανωλεθρία των αστικών κομμάτων: Η Ν.Δ. φαίνεται ότι υποσκελίζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ βλέπει τις δυνάμεις του να μειώνονται στο μισό σε σχέση με τα ποσοστά του Ιουνίου 2012 και η ΔΗΜ.ΑΡ. αντιμετωπίζει με σαφήνεια τον κοινοβουλευτικό της αποκλεισμό. Προφανώς η τύχη μιας τέτοιας κυβερνητικής πρότασης εξαρτάται από τη σφοδρότητα της επικείμενης αντιπαράθεσης εργατικού κινήματος του δημόσιου τομέα και δικομματικής συγκυβέρνησης και αφετέρου από τη δυνατότητα του αστικού πολιτικού συστήματος να την αποδεχθεί μετριάζοντας την ένταση της επίθεσής του στις λαϊκές τάξεις ή επιμένοντας στην επίδειξη πυγμής προς αυτές.
Κοινωνικά ταξικά συμφέροντα ή πολιτικός ενδοτισμός;
Κατά συνέπεια, εφόσον η πρόωρη εκλογική αναμέτρηση αποκλείεται ως άκρως επικίνδυνη για το σύστημα της αστικής πολιτικής κυριαρχίας και με δεδομένη την ισχυρή κοινωνική πίεση που προβλέπεται να ασκηθεί από τις λαϊκές εργατικές κινητοποιήσεις, η κυβερνητική πρόταση της ΔΗΜ.ΑΡ. έχει μια σημαντική σημασία για τις επερχόμενες πολιτικές εξελίξεις.
Μπροστά στον ενδεχόμενο κλονισμό και την κατάρρευση της σημερινής δικομματικής συγκυβέρνησης, μια έσχατη λύση που να προκύπτει από την υπάρχουσα Βουλή, εμφανίζοντας ένα σχετικά «ανανεωμένο» πρόσωπο, και επικαλούμενη το «χάος» και την «αποσταθεροποίηση» από την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα και τον κίνδυνο εκλογικής κατίσχυσης του ΣΥΡΙΖΑ, αντιπροσωπεύει μια ορισμένη λύση για κάποιο χρονικό διάστημα.
Μ' αυτά τα δεδομένα η κυβερνητική πρόταση της ΔΗΜ.ΑΡ., και η πολιτική γραμμή που την υποστηρίζει, κάθε άλλο παρά «ασυνάρτητη» και «αυτοκτονική» είναι. Μια τέτοια στάση της, ήδη από τον σχηματισμό της πρώτης συγκυβέρνησης τον Ιούνιο 2012, δεν αποτελεί έκφραση «ενδοτισμού» ενός ιστορικού ρεύματος της ελληνικής Αριστεράς. Απεναντίας είναι πολιτικά απόλυτα σύμφωνη με τα ταξικά συμφέροντα των ανώτερων μικροαστικών στρωμάτων που εκπροσωπεί, τα οποία διαπλέκονται με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του ελληνικού καπιταλισμού και των αναγκαίων αστικών ταξικών συμμαχιών.
Η επιδίωξη πραγματοποίησης των σημερινών μνημονιακών αντιδραστικών μεταλλάξεων δεν είναι μόνον στόχος της αστικής τάξης της χώρας, αλλά και αυτών των μερίδων που την ακολουθούν στην πυραμίδα της ταξικής διαστρωμάτωσης της ελληνικής κοινωνίας [Για την ταξική ανάλυση και την θέση των μικροαστικών στρωμάτων, Κ. Κάππος, «Ταξική διάρθρωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας», σελ. 67-118, Αθήνα 2004, και Α. Λύτρας «Προλεγόμενα στη θεωρία της ελληνικής κοινωνικής δομής», σελ. 80 - 105, Αθήνα 1993].
Γι' αυτά τα κοινωνικά στρώματα ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αριστερός ριζοσπαστικός σχηματισμός, είναι ολότελα απωθητικός όχι μόνον εξ αιτίας της αντιμνημονιακής κυβερνητικής εναλλακτικής λύσης που ευαγγελίζεται, αλλά και κυρίως γιατί καταγράφεται ως έκφραση της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας γενικότερα, με την οποία τα ανώτερα μικροαστικά στρώματα βρίσκονται σε σχέσεις δομικής ταξικής αντιπαλότητας. Η δυναμική κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα στη σημερινή συγκυρία της όξυνσης της μνημονιακής πολιτικής είναι σε θέση να σαρώσει και αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς, ανοίγοντας τον δρόμο για μια αριστερή ριζοσπαστική προοπτική.