Σε θέση απολογούμενης για το σκάνδαλο με τα προγράμματα κατάρτισης βρίσκεται η υπουργός Εργασίας, κατά την έναρξη της συζήτησης του σχέδιο νόμου για την «ιστορική» -σύμφωνα με τη Ν. Κεραμέως- «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας» (πρωί Πέμπτης, 12.2.26).
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης εξαπολύουν πυρά με φόντο την εμπλοκή του προέδρου της ΓΣΕΕ στο σκάνδαλο, κάτι που καθιστά απονομιμοποιημένες τις διαπραγματεύσεις με τις εργοδοτικές οργανώσεις, οι οποίες οδήγησαν στην περίφημη συμφωνία, για την οποία θριαμβολογεί η «υπουργός του 13ωρου».
Αυτό κατέδειξε, μεταξύ άλλων, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Χρήστος Γιαννούλης. Τόνισε χαρακτηριστικά ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη περιορίζει τις ευθύνες για το σκάνδαλο αποκλειστικά στον κ. Παναγόπουλο, τον οποίο η ΝΔ ρίχνει στην αρένα. Ενώ, «υπάρχει ένα επίθετο το οποίο δεν συζητάμε στη δημόσια σφαίρα, αυτό της, παραλίγο ισόβιας γενικής γραμματέως του υπουργείου Εργασίας εδώ και πολλά χρόνια, της κας Άννας Στρατινάκη, ο σύζυγος της οποίας ελέγχεται ακριβώς για τη διαχείριση κοινοτικών και εθνικών προγραμμάτων». Για «μείζον ηθικό και πολιτικό ζήτημα» έκανε λόγο στη συνέχεια και ο Τομεάρχης Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Γαβρήλος, αναλύοντας τις πολιτικές απορρύθμισης της Εργασίας επί Μητσοτάκη και την εκτόξευση τον εργατικών δυστυχημάτων και ατυχημάτων (με φόντο το πρόσφατο εργοδοτικό έγκλημα στη «Βιολάντα»).
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς, Νάσος Ηλιόπουλος, κατηγόρησε την κυβέρνηση Μητσοτάκη ότι «προσπαθεί να πει ότι για αυτό το σκάνδαλο εμπλέκεται απλά ο Παναγόπουλος και εκεί τελειώνει η ιστορία». Αναφέρθηκε μάλιστα συγκεκριμένα στην εταιρεία «Alpha Ωμέγα Zed Α.Ε.», συμφερόντων Ανδρέα Γεωργίου (συζύγου της κας Στρατινάκη), ημερομηνία σύστασης 3.4.20. Η συγκεκριμένη εταιρεία, αμέσως μετά τη σύστασή της, «άρχισε να παίρνει δουλειές από το υπουργείο Εργασίας, από τη ΔΥΠΑ, από το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής, από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, από τον Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ), από το υπουργείο Μεταφορών, από τον Οργανισμό Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης ΟΑΣΑ και τον ΟΣΕ. Από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, από τον Οίκο Ναύτου και από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού».
Με αφορμή τη εμπλοκή της παραπάνω εταιρείας, ο Ν. Ηλιόπουλος απευθύνθηκε στη Ν. Κεραμέως:
«Έρχεστε σήμερα να μας πείτε ότι περίπου φταίει απλά ένας άνθρωπος, ο Παναγόπουλος. Λες και αυτός όρισε τη ροή του χρήματος, λες κι αυτός όρισε και σχεδίασε τα προγράμματα κατάρτισης. Αυτή τη στιγμή έχουμε μία ροή χρήματος, η οποία αμφισβητείται από τη Δικαιοσύνη. Πάνω σε αυτή τη ροή χρήματος αμφισβητείται ευθέως η συναίνεση που έφερε η κυβέρνηση με τους κοινωνικούς εταίρους».
Η Κεραμέως κάνει ότι δεν ακούει τα ονόματα Στρατινάκη και Γεωργίου
Η υπουργός Εργασίας επιχειρεί εκ νέου να περιορίσει τη συζήτηση στις ευθύνες «ενός προσώπου», του κ. Παναγόπουλου, δηλώνοντας την αισιοδοξία της ότι θα χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση. Και διαχωρίζοντας το σκάνδαλο από τη συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Στην πρώτη της παρέμβαση της στην Ολομέλεια, το πρωί της Πέμπτης 12.2.26, δεν είπε λέξη για τη εμπλοκή της κας Στρατινάκη και του κ. Γεωργίου, δηλαδή για το γεγονός ότι η επί χρόνια Γενική Γραμματέας του υπουργείου Εργασίας ερευνάται από την Δικαιοσύνη γιατί τα περισσότερα προγράμματα διοχετεύονταν σε εταιρείες του συζύγου της! Ούτε θέλησε να πει οτιδήποτε για το γεγονός ότι, παρά την απόρριψη μεγάλου μέρους των έργων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το υπουργείο Εργασίας (υπό τη Νίκη Κεραμέως) εισηγήθηκε τη συνέχιση των έργων αυτών με εθνικούς πόρους.
Εν ολίγοις, η κα Κεραμέως θα προσπαθήσει και σήμερα να πείσει την αντιπολίτευση ότι δεν ήξερε τίποτα για την ισόβια, μέχρι προχθές, αξιωματούχο της ΝΔ, Άννα Στρατινάκη.
Ο Δημήτρης Μάντζος, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, στηλίτευσε την αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη και καταλόγισε ευθύνες για το σκάνδαλο με τα προγράμματα κατάρτισης. Υπενθυμίζεται ότι το ΠΑΣΟΚ έχει καταθέσει τροπολογία με θέμα «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Για επαρκείς μισθούς και εργασία με αξιοπρέπεια».
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, Νίκος Καραθανασόπουλος, επανέλαβε το αίτημα για την απόσυρση του «νομοσχεδίου - εκτρώματος», μετά και τις αποκαλύψεις για πιθανή εμπλοκή του Γ. Παναγόπουλου σε κακουργήματα. Τόνισε ότι η «εκφυλισμένη ηγετική ομάδα της ΓΣΣΕ» είχε μετατρέψει τη Συνομοσπονδία «σε ένα παραμάγαζο του αστικού κράτους και της εργοδοσίας, σε ένα μηχανισμό συνδιαλλαγής και προσαρμογής των συνδικάτων στις αντιλαϊκές πολιτικές Ε.Ε. και κυβερνήσεων».
Ένταση προκλήθηκε στην Ολομέλεια όταν, στη δική της παρέμβαση, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, χαρακτήρισε «κηφήνες» τους βουλευτές της ΝΔ, με τον προεδρεύοντα, Γ. Πλακιωτάκη, να της ζητάει να ανακαλέσει (κάτι που αρνήθηκε η κα Κωνσταντοπούλου).
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας ανέφερε ότι «υπάρχει ξεκάθαρη κυβερνητική εμπλοκή στο εργατικό δυστύχημα στη Βιολάντα» ενώ ο Αδ. Γεωργιάδης «έδωσε διαπιστευτήρια» ότι επρόκειτο για καλή επιχείρηση. «Αυτός ο ακροδεξιός φασιστοειδής τύπος που κάθεται στα υπουργικά έδρανα είναι ο ίδιος που υπερασπίζεται τον Παναγόπουλο στο σκάνδαλο», σχολίασε η κα Κωνσταντοπούλου.
Υπενθυμίζεται ότι, στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων το σχέδιο νόμου πήρε τη θετική ψήφο μόνο της ΝΔ.
Στη συζήτηση αναμένονται παρεμβάσεις των περισσότερων πολιτικών αρχηχών, ενώ αναμένεται εγγραφούν για να τοποθετηθούν αρκετοί βουλευτές και βουλεύτριες. Η συζήτηση του σχεδίου νόμου εάν χρειαστεί θα συνεχιστεί και αύριο, Παρασκευή 13.2.26, όπου θα ολοκληρωθεί με την ψηφοφορία.
Θριαμβολογίες με μισές αλήθειες από την Κεραμέως
Η κ. Κεραμέως, όσο το σχέδιο νόμου συζητείτο στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, δεν έχασε ευκαιρία να πανηγυρίζει για την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά Εργασίας.
Ισχυριζόμενη, παράλληλα, ότι το σχέδιο νόμου για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) αποτελεί πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ενώ έχει καταδειχθεί ότι η χώρα μας αναγκάστηκε να εναρμονιστεί στην αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Οδηγία, η οποία ζητάει από τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα για την κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας σε ποσοστό 80%.
Στη χώρα μας, το ποσοστό αυτό φτάνει μόλις το 24%. Το οποίο κατατάσσει την Ελλάδα δεύτερη από το τέλος στην Ε.Ε. Ενώ, σχεδόν 3 στους 10 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (28,27%), το 2025 είχε μεικτές αποδοχές κάτω ή γύρω από τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ. Οποίος είναι ο μικρότερος σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δίνει υπερεξουσίες στην απαξιωμένη ηγεσία της ΓΣΕΕ
Η υπουργός Εργασίας τονίζει διαρκώς ότι το σχέδιο νόμου για τις ΣΣΕ συνιστά αποτέλεσμα επτάμηνης διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
Μοιάζει μάλλον με σαρκασμό, εφόσον η μία πλευρά αυτής της διαπραγμάτευσης είναι ο (ακόμα) πρόεδρος της ΓΣΣΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση έπειτα από την εμπλοκή του ονόματός του στην προαναφερθείσα υπόθεση υπεξαίρεσης κοινοτικών και εθνικών κονδυλίων.
Η υπουργός Εργασίας μετατρέπει σε «υπερ-εταίρο» την πλήρως απαξιωμένη (ηγεσία της) ΓΣΣΕ, καθώς της δίνει τη δυνατότητα να υπογράφει συμβάσεις για λογαριασμό κλαδικών ομοσπονδιών. Διάταξη που απειλεί ευθέως τη συλλογική αυτονομία των αρμόδιων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Ωστόσο, δεν επανέρχεται η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δηλαδή το δικαίωμα καθορισμού του κατώτατου μισθού από τους κοινωνικούς εταίρους. Έτσι, οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την έξοδο από τα Μνημόνια, ούτε τώρα η ΓΣΕΕ δεν θα έχει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται τους μισθούς.
Ο εμπαιγμός για τη μετενέργεια και τον ΟΜΕΔ
Η Ν. Κεραμέως προτάσσει ως μεγάλη επιτυχία τη ρύθμιση για την επαναφορά της μετενέργειας. Παρενθετικά, θυμίζουμε ότι η μετενέργεια επιβάλλει τη συνέχιση της ισχύος των όρων μιας σύμβασης μετά τη λήξη ή την καταγγελία της, μέχρι την υπογραφή νέας. Κατοχυρώνει έτσι τα δικαιώματα των εργαζόμενων.
Η προοδευτική αντιπολίτευση στηλιτεύει το γεγονός ότι, προ Μνημονίων, η διάρκεια της μετενέργειας ήταν εξάμηνη, ενώ τώρα επανέρχεται μόνο για 3 μήνες. Ενώ, με ήδη διαλυμένο Εργατικό Δίκαιο, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος η εργοδοσία να καθυστερεί επίτηδες την υπογραφή νέας ΣΣΕ και στο διάστημα αυτό, υπό την απειλή της απόλυσης, να μετατρέπει τις συμβάσεις σε ατομικές, με χειρότερους όρους για τους εργαζόμενους, μέσω της κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος.
Σημείο-κλειδί και βασική αιχμή στην κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης είναι η μη επαναφορά τη δυνατότητας που είχαν τα συνδικάτα για μονομερή προσφυγή στην διαιτησία (ΟΜΕΔ). Δυνατότητα που ξεμπλοκάρει τις περιπτώσεις αδιεξόδου κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τις αντιρρήσεις τις εργοδοσίας.
Η κυβέρνηση εμπαίζει τους εργαζόμενους καθώς καταργεί το δικαίωμα που είχαν μέχρι τώρα οι οργανώσεις τους να προσφύγουν στη Δευτεροβάθμια Διαιτητική Επιτροπή. Και στη θέση της φτιάχνει ένα τριμελές όργανο αποτελούμενο από μέλη του Δ.Σ. του ΟΜΕΔ. Η Επιτροπή αυτή θα κρίνει την νομιμότητα των προσφυγών των Οργανώσεων, μόνο αναπέμποντας τα αιτήματά τους στα Δικαστήρια και καθυστερώντας έτη περαιτέρω τη σύναψη Συμβάσεων. Οι εργαζόμενοι χάνουν κάθε ελπίδα για επαναφορά της δίκαιης μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ, ενώ κινδυνεύουν να μένουν σε μισθολογικό κενό, αφού η κυβέρνηση εφευρίσκει συνεχώς τρόπους να τινάζει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και να κάνει τα χατίρια των εργοδοτών.
Τέλος, η Ν. Κεραμέως, προσπαθώντας να αποκρούσει την κριτική ότι το σχέδιο νόμου δεν θα ωφελήσει ουσιαστικά τον κόσμο της Εργασίας, επιμένει να αναφέρεται στις «θετικές αλλαγές» που διευκολύνουν την επεκτασιμότητα των ΣΣΕ -η επεκτασιμότητα είναι η διαδικασία με την οποία μια κλαδική σύμβαση κηρύσσεται γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους και εργοδότες ενός κλάδου, ακόμα και αν δεν ανήκουν στις οργανώσεις που την υπέγραψαν.
Πράγματι, με το σχέδιο νόμου μειώνεται το απαιτούμενο ποσοστό των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, που πρέπει να απασχολούνται από τους εργοδότες που ήδη δεσμεύονται από τη συλλογική σύμβαση, από μεγαλύτερο του 50%, σε μεγαλύτερο του 40%, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η ενεργοποίηση της διαδικασίας επέκτασης. Προκειμένου να επιτευχθεί η επεκτασιμότητα, το παραπάνω ποσοστό δεν θα λαμβάνεται υπόψη όταν η Σύμβαση συνάπτεται ή συνυπογράφεται από τη ΓΣΕΕ και όταν, από τη μεριά των εργοδοτών, συνυπογράφεται από μία εκ των αναγνωρισμένων ως ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης εργοδοτικών οργανώσεων.
Σύμφωνα με την κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης, με την εν λόγω ρύθμιση δεν αίρονται οι περιορισμοί στην επεκτασιμότητα των ΣΣΕ, στη δυνατότητα, δηλαδή, που έχει ο αρμόδιος υπουργός να επεκτείνει την ισχύ μιας ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου. Δεν καταργείται το ποσοστό της συμμετοχής των εργαζομένων, έστω κι αν μειώνεται στο 40%. Δεν καταργείται ούτε η απαράδεκτη απαίτηση, σύμφωνα με την οποία, για να επεκταθεί μια ΣΣΕ, πρέπει να συνοδεύεται από την προσκόμιση «έκθεσης ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης για την οικονομία στον συγκεκριμένο κλάδο».