Ήρθε ο καιρός να πούμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Ας σταματήσουμε να μιλάμε για επιμέρους αστοχίες. Η εκτεταμένη θεσμική καταβαράθρωση, η παράλληλη ατιμωρησία της γαλάζιας παραβατικότητας και η χειροτέρευση της ζωής μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας, δεν είναι μια σειρά λαθών. Είναι πρωτίστως συνειδητή πολιτική επιλογή.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, μια βαθιά συντηρητική δεξιά κυβέρνηση, είναι αποφασισμένη να συρρικνώσει το κοινωνικό κράτος και να προσαρμόσει στα δικά της, ασφυκτικά μέτρα το κράτος δικαίου. Επιδιώκει να καταστήσει κυρίαρχη στην κοινωνία μια πολιτική αντίληψη, η οποία θα επιτρέψει στη συντηρητική παράταξη να επιβάλει τους όρους του παιχνιδιού για πολλά χρόνια ακόμη. Πίσω απ’ όλα βρίσκεται η οικονομία.
Κάθε άνθρωπος του προοδευτικού και αριστερού χώρου βρίσκεται μπροστά στην ευθύνη να αποφασίσει αν θα επιτρέψει αυτή την εξέλιξη με λάθη ή παραλείψεις. Γιατί λειτουργεί έτσι η κυβέρνηση; Η απάντηση είναι πολυπαραγοντική. Έχει ιδεολογικές, πολιτικές και ιστορικές αφετηρίες. Ξεκινά από την πολιτική ιδιοσυγκρασία της οικογένειας Μητσοτάκη, τη σχέση που έχει οικοδομήσει με την εξουσία, τα «συγκοινωνούντα δοχεία» της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την εκπλήρωση των προσωπικών φιλοδοξιών των μελών της: μέσα από τη νομή της κυβερνητικής εξουσίας και την εδραίωση της πολιτικής της ηγεμονίας.
Ταυτόχρονα, η Δεξιά δεν παύει να είναι Δεξιά. Προνομιακοί συνομιλητές της παραμένουν η επιχειρηματική ελίτ της χώρας. Όχι μόνο μέσω των επίσημων, θεσμικών, δημόσιων διαύλων επικοινωνίας των μεγάλων συμφερόντων με την εκάστοτε εξουσία, αλλά και μέσω άτυπων, που υπάρχουν με κάθε κυβερνητική εξουσία, ανεξάρτητα από το αν τελικά προκύπτουν συμφωνίες ή όχι. Έτσι, αυτή τη μακρά περίοδο της διακυβέρνησης Μητσοτάκη τα αιτήματα και οι απόψεις της οικονομικής ολιγαρχίας βρίσκουν εύκολα το δρόμο για τα γραφεία της εξουσίας και πρόθυμα αυτιά συγγενικών αντιλήψεων.
Το εντελώς αντίθετο συμβαίνει με τους εργαζόμενους, τους επαγγελματίες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες, τους αγρότες, τους συνταξιούχους, τη νεολαία. Μεγάλες οι δυσκολίες προσέγγισης, εμπόδια στην επικοινωνία και κυρίως εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές αντιλήψεις που δυσχεραίνουν την όποια συνεννόηση με την παρούσα κυβέρνηση. Κλειστά αυτιά. Απόλυτη άρνηση. Οι μικροί της οικονομίας μόνο κατά λάθος μπορεί να ωφεληθούν και τότε πρέπει να γνωρίζουν ότι για κάθε ευρώ που παίρνουν εκείνοι, οι μεγάλοι παίρνουν χίλια.
Στη μέση όλων αυτών είναι το κρατικό ταμείο και οι πρόσθετες κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, που, παραδόξως, δεν φτάνουν για όλους. Έτσι, στη βάση των συντηρητικών προτεραιοτήτων και των παρωχημένων οικονομικών μοντέλων της κυβέρνησης της ΝΔ και του σχεδίου Πισσαρίδη, οι μεγάλες οικογένειες έχουν και την προτεραιότητα στο σερβίρισμα της πίτας.
Κάπως έτσι έγιναν μια χαμένη ευκαιρία για τη χώρα και το Ταμείο Ανάκαμψης και νωρίτερα οι ενισχύσεις για τον Covid εν μέσω χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων. Και από το χειροκρότημα στους υγειονομικούς περάσαμε στην αντιμετώπιση του ΕΣΥ με κριτήρια και όρους ιδιωτικού τομέα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η συζήτηση για πολιτική αλλαγή οφείλει να λάβει υπόψη της την ανάγκη ανασυγκρότησης του κατακερματισμένου αριστερού και προοδευτικού χώρου, όχι στη βάση της αντίληψης ότι «ο νικητής τα παίρνει όλα», αλλά της συνένωσης δυνάμεων σε προγραμματική βάση, με συμφωνία, μετά από διάλογο, με ενεργή συμμετοχή της βάσης. Μόνο έτσι μπορεί η ελπίδα να ξαναζωντανέψει και οι δυνάμεις να πολλαπλασιαστούν, όταν ο ένας σταθεί δίπλα στον άλλον.
Κι αν αυτό δεν μπορεί να συμβεί, παρότι αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για κυβερνητική αλλαγή, οι πολιτικές δυνάμεις, οι συλλογικότητες, οι προσωπικότητες του χώρου πρέπει να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν στη βάση καθαρών εξηγήσεων. Ξεκάθαρο πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα, βασικές δεσμεύσεις, και πλήρη αποσαφήνιση με ποιον πάνε και γιατί, απέναντι στον παραγωγικό κόσμο, τον κόσμο της εργασίας, συνολικά την ελληνική κοινωνία. Η χώρα πρέπει να αλλάξει σελίδα και σ’ αυτό δεν χωρούν ημίμετρα και συμβιβασμοί εκ των προτέρων.