Live τώρα    
Μουσικοκριτική / 2026 με τους Beatles και τους Stones
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μουσικοκριτική / 2026 με τους Beatles και τους Stones

  

Συνεχίζουν την αιώνια πορεία τους

Rolling Stones - Foreign Tongues, κυκλοφόρησε στις 10 Ιουλίου

 

Στις αρχές του 1962, δύο κολλητοί παθιασμένοι με τα αμερικάνικα blues παρακολουθούν εκστασιασμένοι μια blues συναυλία σε ένα λονδρέζικο club. Οι δύο νεαροί ήταν ο Μικ Τζάγκερ και ο Κιθ Ρίτσαρντς, οι οποίοι λίγους μήνες αργότερα θα δώσουν την πρώτη δική τους συναυλία ως Rolling Stones. Οι ίδιοι άνθρωποι, 64 χρόνια αργότερα, παρέα με τον Ρον Γουντ που έχει απομείνει, κλείνονται για λίγες μέρες στο στούντιο και ηχογραφούν έναν νέο δίσκο, αντλώντας από την ίδια αστείρευτη πηγή, τα blues του Νότου και το κλασικό ροκ εντ ρόλ. Τα μέλη του συγκροτήματος ερωτεύτηκαν παράφορα αυτούς τους ήχους στα τέλη της δεκαετίας του 1950 στην Αγγλία. Η καταπιεσμένη λαγνεία και ο φτωχικός καημός των σκληρών και αδικημένων μαύρων αρσενικών ακουγόταν σαν μια ξένη γλώσσα που ήθελαν να μάθουν. Αποπειράθηκαν λοιπόν να σερβίρουν ξανά με τον Τζάγκερ να μασάει ηδονικά τις λέξεις και τον Ρίτσαρντς να ασελγεί στις φόρμες του μπλουζίστα Μάντι Γουότερς. Το συγκρότημα συνεχίζει την αιώνια πορεία του σε μια ειλικρινή συνδιαλλαγή με τις ρίζες του, στεκόμενο με χάρη και αξιοπρέπεια απέναντι σε όσους είναι έτοιμοι να τους ξεγράψουν με ηλικιακά κλισέ και κυνισμό.

Η μαγευτική και συμπαγής κιθάρα του Κιθ Ρίτσαρντς εξακολουθεί να προσφέρει την τέλεια βάση για να θριαμβεύσουν τα εξωστρεφή και αλαζονικά φωνητικά του Τζάγκερ. Αυτό αποδεικνύει το 25ο άλμπουμ των Rolling Stones που μόλις κυκλοφόρησε, στο οποίο συνεργάζονται ξανά με τον παραγωγό Άντριου Γουάτ. Είναι αστείο, αλλά πριν από σαράντα χρόνια οι κριτικοί αναρωτιόντουσαν αν οι Stones είχαν μέσα τους ακόμη ένα καλό άλμπουμ και το φετινό «Foreign Tongues» είναι γεμάτο ζωντάνια, ευφυΐα, ενέργεια και χαρά και επαναφέρει κάτι από την ποπ εφευρετικότητα του συγκροτήματος που είχε στα τέλη του '60. Οι Stones ξεκινούν με δύναμη μέσα από το βαρύ μπλουζ κομμάτι Rough and Twisted και διατηρούν τη φόρα με το In the Stars, έναν αισιόδοξο ύμνο για όποιον νιώθει χαμένος ή μόνος. Οι κιθάρες ακούγονται απλωμένες σε ευρύ στερεοφωνικό φάσμα με τις συγχορδίες σε τραγούδια όπως το Jealous Lover να δημιουργούν σαγηνευτικούς ρυθμούς που θυμίζουν τη λάμψη του Miss You (1978) με το φαλτσέτο του Τζάγκερ να φέρνει στο μυαλό το Fool to Cry (1976). Το Ringing Hollow είναι μια βαθιά συγκινητική κάντρι μπαλάντα για την κοινωνική κατάσταση στις ΗΠΑ. Ο εκλιπών ντράμερ του συγκροτήματος Τσάρλι Γουότς είχε προλάβει να ηχογραφήσει το Hit Me in the Head. Αξίζει να σημειωθεί πως ο αναπληρωτής και μετέπειτα διάδοχός του Στιβ Τζόρνταν δεν παίζει καθόλου σαν τον Γουότς. Στο Covered in You είναι που συμμετέχει ο Πολ Μακάρτνεϊ.

Στα 83 του, ο πρώην Beatle (μόλις έναν χρόνο μεγαλύτερος από τον Τζάγκερ και τον κιθαρίστα Κιθ Ρίτσαρντς) διασκεδάζει στο στούντιο. Ξεχωρίζει ακόμη η ηλεκτρισμένη διασκευή στο You Know I'm No Good. Αντικαθιστώντας την καπνισμένη γοητεία της Έιμι Γουαϊνχάουζ με μια οργισμένη μελαγχολία, ο Τζάγκερ ερμηνεύει το τραγούδι με πάθος, σεβόμενος απόλυτα το πρωτότυπο. Ανάμεσα στους καλεσμένους βρίσκουμε αναπάντεχα και τον Ρόμπερτ Σμιθ των Cure στα πλήκτρα και τα φωνητικά, καθώς και τον Τσαντ Σμιθ των Red Hot Chili Peppers, ο οποίος κρατάει τον ρυθμό στο Beautiful Delilah του Τσακ Μπέρι. Το Back in Your Life ξεκάθαρα κλείνει το μάτι στο Wild Horses, αντηχώντας τον ίδιο τρυφερό πόνο από την επιτυχία του 1971 από το «Sticky Fingers». Επίσης, ο Ρίτσαρντς αναλαμβάνει το μικρόφωνο στο Some of Us και η φωνή του έρχεται φθαρμένη από τον χρόνο, τον καπνό και τα αμέτρητα χιλιόμετρα. Βεβαίως, κάθε άλμπουμ που ξεπερνάει τα 60 λεπτά σε διάρκεια είναι λογικό να φλερτάρει με την κόπωση. Το «Foreign Tongues» όμως είναι χυμώδες και πλούσιο σε ελέη, ακόμα κι αν μοιάζει υπερφορτωμένο ή αν κάπου γίνεται ψυχαναγκστικά πρόθυμο να καλοπιάσει το κοινό.

 

Ο καλύτερος αφηγητής της δικής του ιστορίας

Πολ Μακάρτνεϊ - «The Boys of Dungeon Lane». Κυκλοφόρησε στις 29 Μαΐου

 

Ακούγοντας τον 20ο προσωπικό (ή 27ο αναλόγως με το αν δεν αντιλαμβάνεστε τη δισκογραφία των Wings ως ξεχωριστή) δίσκο του Πολ Μακάρτνεϊ, εντυπωσιάζει ο τρόπος που απλώνει τις μελωδικές του ιδέες -άλλες τρυφερές και άλλες σαρδόνιες- και το πώς δεν επιτρέπει στις φυσικές ρυτίδες του να φανούν στα ολόφρεσκα τραγούδια. Λες και ο χρόνος δεν του έχει αποστερήσει τους φυσικούς του χυμούς. Το «The Boys of Dungeon Lane» ξεκίνησε να γράφεται το 2021 και ηχογραφήθηκε ανάμεσα στα σκέλη της τρεισήμισι ετών περιοδείας με τίτλο «Got Back». Χωρίς να ακούγεται σαν σκιά του δαφνοστεφανωμένου παρελθόντος του, στέκεται μπροστά στην κονσόλα αντιμέτωπος με μια σειρά δυνατοτήτων και περιδιαβαίνει αγέρωχα τις μελωδικές του διαδρομές. Ο Πολ μπορεί να μην μετατοπίζεται ιδιαίτερα από την ασφαλή νηνεμία των δαφνών του, μπορεί όμως και να κεντάει γνησιότητα πάνω στους αρμούς της καινούριας του συγκομιδής τραγουδιών. Ακούστε με τι στιλ διαχειρίζεται το εναρκτήριο As You Lie There και αφεθείτε στη θυελλώδη ενορχήστρωση του Mountain Top και στη ζεστασιά που απελευθερώνει το Days We Left Behind. Πρόκειται για τραγούδια που φανερώνουν για πολλοστή φορά το σύγχρονο φίλτρο ενός συνθέτη που η αιώνια μουσική παλέτα του δεν έχει πάψει εδώ και εξήντα χρόνια να αποπνέει υγεία και ρομαντισμό. Το Never Know διαθέτει ένα ισχυρό μελωδικό μοτίβο, το Come Inside φέρνει μια απρόσμενη τραχύτητα και ροκ αιχμή, ενώ το Home to Us αποτελεί ντουέτο του Πολ και του Ρίνγκο.

Υπάρχουν αμέτρητα βιβλία και πολύωρα ντοκιμαντέρ που αναλύουν τη ζωή και το έργο του πρώην Beatle· όμως ο ίδιος ο Μακάρτνεϊ παραμένει ο καλύτερος αφηγητής της δικής του ιστορίας. Ο φετινός του δίσκος μοιάζει λιγότερο με απομνημονεύματα και περισσότερο με ένα λεύκωμα αναμνήσεων, φτιαγμένο από αποσπάσματα συνομιλιών, στιγμιότυπα και ήχους που έχουν χαραχτεί στο μυαλό του για πολλά χρόνια και ήθελαν να εκφραστούν μέσα από μελωδίες. Άλλωστε ο Μακάρτνεϊ πάντα κατανοούσε τη ζωή μέσα από τους ήχους και αντιμετώπιζε τη μνήμη σαν ένα αρχείο από μελωδίες. Σε επίπεδο αφήγησης λοιπόν, κερδίζει τον ακροατή χάρη στον διακριτικό τρόπο που αναπολεί τη νιότη του και την καρμική σχέση ζωής που είχε με τον Τζον Λένον, μέσα από γοητευτικά και στρογγυλά κομμάτια. Τα τραγούδια χτίζονται πάνω σε σκόρπιες αλλά πολύτιμες μνήμες από το Λίβερπουλ. Ένα λεωφορείο που τρίζει σταματώντας στο κόκκινο φανάρι, το γέλιο ενός παιδιού που αντηχεί στη γειτονιά από την παιδική χαρά, ένα ρολόι που χτυπάει απαλά πάνω από το τραπέζι της κουζίνας: αναμνήσεις που γίνονται καύσιμο υλικό για τους στίχους και την ατμόσφαιρα. Με την πίκρα της άδικης απώλειας του Τζον Λένον να διατρέχει τον δίσκο, καθώς σε αυτή την προχωρημένη ηλικία γίνεται για πρώτη φορά ίσως τόσο δυσβάσταχτη. Γι’ αυτό και το ανάλαφρο Down South αναπολεί τα ταξίδια με οτοστόπ μαζί με τον Λένον, προτού γίνουν διάσημοι. Οι στίχοι σχηματίζουν μια ανάγλυφη εικόνα του τόπου όπου μεγάλωσαν οι δύο φίλοι και συνεργάτες. Όπως και ο τίτλος του άλμπουμ παραπέμπει στον δρόμο όπου πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια.

Ο Μακάρτνεϊ δεν έχει καλλιτεχνικές εκκρεμότητες να τακτοποιήσει. Η κληρονομιά του και η θέση του στην ιστορία είναι δεδομένες. Μιλάμε άλλωστε για τον πατριάρχη της αγαπησιάρικης ποπ. Ο Πολ Μακάρτνεϊ είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1958 (ναι, σχεδόν 70 χρόνια) και παραμένει γενναιόδωρος, με μια ειλικρίνεια και ένα τσαγανό που δεν αντιλαμβάνεσαι από πού στο καλό πηγάζουν. Σε όλο τον δίσκο η ενορχήστρωση του Μακάρτνεϊ είναι υποδειγματική· όμως το πιο συγκινητικό στοιχείο είναι η φωνή του που συνδυάζει τρυφερότητα και ζωντάνια, διατηρώντας την καθαρή άρθρωση που είχε και πριν από 60 χρόνια. Και όποια φθορά έχει έρθει με τον χρόνο, μόνο προσθέτει συναισθηματικό βάρος. Ο Μακάρτνεϊ δήλωσε πρόσφατα στον Guardian ότι δεν έφτιαξε συνειδητά το άλμπουμ γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα και ότι αρχικά τον ανησυχούσε η έλλειψη θεματικής ομοιομορφίας. Ωστόσο, σημείωσε χαμογελώντας: «Θυμάστε τα άλμπουμ των Beatles; Εκεί δεν ανησυχούσαμε για κάτι τέτοια».

 

Ρίνγκο Σταρ - «Long Long Road»

Υπάρχουν μουσικοί που, όσο μεγάλη κι αν είναι η συνεισφορά τους, μοιάζουν καταδικασμένοι να κουβαλούν μια ετυμηγορία. Ο Ρίνγκο ανήκει αναμφίβολα σε αυτή την κατηγορία, καθώς για ένα κομμάτι του κοινού και της κριτικής η θέση του στο πάνθεον της ποπ εξακολουθεί να καθορίζεται περισσότερο από όσα υποτίθεται ότι δεν υπήρξε: ο «αδύναμος κρίκος» των Beatles που ευνοήθηκε από τις περιστάσεις. Το παράδοξο είναι ότι ο ίδιος -για δεκαετίες τώρα- εξακολουθεί να ηχογραφεί, να περιοδεύει και να κυκλοφορεί δίσκους με μια αξιοθαύμαστη συνέπεια. Το «Long Long Road» που κυκλοφόρησε τον φετινό Μάιο δεν επιχειρεί να ανατρέψει την ιστορία, ούτε να επανασυστήσει τον δημιουργό του. Αντίθετα, μοιάζει απολύτως συμφιλιωμένο με τις αρετές και τους περιορισμούς του. Οι μελωδίες παραμένουν λιτές και απλές, με την παραγωγή του T-Bone Burnett να παίρνει το πάνω χέρι για να τις αναδείξει και να καλύψει τις αδυναμίες τους. Μπορεί η ζεστή country αισθητική να δίνει στα τραγούδια βάθος, όμως η μουσική του Ρίνγκο συνδέεται απόλυτα με την ηρεμία και την ανεπιτήδευτη καλοσύνη του ίδιου, μαζί με την πεποίθηση πως η απλότητα δεν χρειάζεται να ντρέπεται και να απολογείται. Έτσι, τραγούδια όπως τα She’s Gone και Returning Without Tears αποκτούν συγκινητική αμεσότητα και προσφέρουν μια χαλαρή ανασκόπηση μιας τόσο γεμάτης ζωής και μάλιστα χωρίς νοσταλγικές κοινοτοπίες.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0