Από το απόγευμα της Πέμπτης 22.1.26, πανομοιότυπα δημοσιεύματα αναπαράγουν τον αυτοέπαινο της υπουργού Πολιτισμού περί ενός νέου «καινοτόμου θεσμικού πλαισίου», χάρη στο οποίο «η Ελλάδα γίνεται μια από τις πρώτες χώρες που νομοθετεί για την προστασία των έργων τέχνης».
Ο καταιγισμός εγκωμίων αναμένεται να συνεχιστεί μέχρι να φτάσει στην Ολομέλεια το σχέδιο νόμου (το οποίο αυτές τις ημέρες συζητείται στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής) υπό τον εύηχο τίτλο «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων - Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων».
Πίσω από τις μεγαλοστομίες Μενδώνη, προκύπτει μια πρώτη, εύλογη, παρατήρηση: ενώ το σχέδιο νόμου εισήχθη στη Βουλή από το υπουργείο Πολιτισμού, το μισό, τουλάχιστον, αντικείμενό του αφορά στη θέσπιση δύο νέων εγκλημάτων. Κινείται δηλαδή στο γνωστό μοτίβο της άσκησης πολιτικής διά των ποινικοποιήσεων.
Πρόκειται, σύμφωνα με την προοδευτική αντιπολίτευση, για μια γνωστή τακτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη η οποία, αντί για μέτρα ουσίας, πρόληψης και προετοιμασίας, νομοθετεί νέα ποινικοκατασταλτικά μέτρα χάριν εντυπώσεων, τα οποία όμως, κατά κανόνα, αποδεικνύονται αναποτελεσματικά.
Η καταπολέμηση της απάτης μένει στη θεωρία
Πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα προβληματική είναι η εισαγωγή του νέου εγκλήματος για την κατασκευή, παραποίηση ή διακίνηση έργων τέχνης. Η διάταξη δεν περιγράφει με σαφήνεια ποια ακριβώς είναι η άδικη πράξη. Αντιθέτως, περιλαμβάνει ακόμη και απολύτως νόμιμες και «αξιολογικά ουδέτερες» συμπεριφορές, όπως η κατοχή ή η μεταβίβαση έργου τέχνης, αφήνοντας το βάρος της ποινικής ευθύνης να κρέμεται από έναν αόριστο «σκοπό παραπλάνησης».
Με άλλα λόγια, τιμωρείται ο σκοπός χωρίς καθαρά προσδιορισμένη πράξη, κατά παράβαση θεμελιωδών αρχών του ποινικού δικαίου και του Συντάγματος.
Την ίδια στιγμή, το νομοσχέδιο αγνοεί επιδεικτικά ότι η υφιστάμενη ποινική νομοθεσία καλύπτει ήδη τέτοιες συμπεριφορές μέσω των διατάξεων για την απάτη, την πλαστογραφία και τη φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Αντί να αποσαφηνίσει τη σχέση των νέων ρυθμίσεων με το ισχύον δίκαιο, η κυβέρνηση προσθέτει ασάφεια, δημιουργώντας επικαλύψεις και κινδύνους αυθαίρετης εφαρμογής.
Πέρα από τις διακηρύξεις, το σχέδιο νόμου δεν προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες ή μέτρα πρόληψης της απάτης, ούτε μηχανισμούς ελέγχου της αγοράς τέχνης. Αλλά ούτε και υποχρεώσεις υιοθέτησης προτύπων ή ελέγχου ή κώδικες δεοντολογίας για εμπόρους τέχνης/συλλεκτικών αντικειμένων, γκαλερί, οίκους δημοπρασιών κ.λπ., ούτε ρύθμιση –σε κανένα επίπεδο- της συγκεκριμένης αγοράς, όπως θα περίμενε κανείς από ένα υπουργείο Πολιτισμού που επιθυμεί να συμβάλλει στην καταπολέμηση της απάτης, της παράνομης διακίνησης και της πλαστογραφίας έργων τέχνης.
Ποινικοποίηση της συμβολικής διαμαρτυρίας
Προβληματισμό προκαλεί και το «νέο αδίκημα» της φθοράς έργων τέχνης. Η διάταξη εξομοιώνει την ολοκληρωτική καταστροφή με την απλή, προσωρινή δυσχέρεια χρήσης, επιβάλλοντας εξίσου βαριές ποινές.
Έτσι, ακόμη και μια ήσσονος σημασίας πράξη –ή ακόμη και μια αμέλεια– μπορεί να οδηγήσει σε ποινή φυλάκισης. Η υπερβολή είναι προφανής και επικίνδυνη, ιδιαίτερα όταν ανοίγει παράθυρο ποινικοποίησης κοινωνικών δράσεων ή διαμαρτυριών στον δημόσιο χώρο.
Για παράδειγμα, μπορεί να τιμωρηθεί μια ομάδα ανθρώπων - διαδηλωτών που στέκονται συμβολικά μπροστά σ’ ένα έργο τέχνης, όπως είναι ένα γλυπτό (π.χ. του Τρούμαν), και έτσι δυσκολεύουν την προσέγγισή του («χρήση» λέει το σχέδιο νόμου) από τρίτους.
Για μια τέτοια πράξη προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια! Μάλιστα, η ίδια πράξη μετατρέπεται κακούργημα (με ποινή έως 8 χρόνια), αν το ίδιο έργο τέχνης-γλυπτό αξίζει πάνω από 120 χιλιάδες ευρώ…
Διακοσμητικό το κοινοβούλιο – αγνοούν τους εκπροσώπους του νομικού κόσμου
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το νομοσχέδιο συνοδεύεται από πληθώρα εξουσιοδοτικών διατάξεων, που παραδίδουν κρίσιμα ζητήματα σε υπουργικές αποφάσεις. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αφαιρεί από το κοινοβούλιο τον ουσιαστικό έλεγχο και μεταφέρει τη νομοθέτηση στο παρασκήνιο, χωρίς διαφάνεια και δημόσιο διάλογο. Πρόκειται για μια ακόμη υποβάθμιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, στο όνομα της «ευελιξίας».
Παράλληλα, ενώ μέσω του σχεδίου νόμου «τροποποιείται» για τριακοστή φορά από το 2019 ο Ποινικός Κώδικας (!), τον οποίο η παρούσα κυβέρνηση έχει καταστήσει «κουρελόχαρτο», δεν κλήθηκαν στην αρμόδια Επιτροπή οι φορείς που ζήτησε η αντιπολίτευση (η Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών κ.α.). Ενώ, το σχέδιο νόμου έφτασε στη Βουλή χωρίς να προηγηθεί επεξεργασία του από νομοπαρασκευαστική επιτροπή, καθώς υπουργός Πολιτισμού επικαλέστηκε αυθαίρετα τη θετική γνωμοδότηση «δύο εισαγγελέων».
Προχειρότητα και καραμπινάτη τακτοποίηση ημετέρων
Ενδεικτικό της ρουσφετολογικής πρακτικής της ΝΔ είναι το άρθρο 16, για τη διαδικασία επιλογής οργάνων διοίκησης των εποπτευόμενων Νομικών Προσώπων. Τα οποία εξαιρούνται από τον σχετικό νόμο, προκειμένου η κα Μενδώνη να συνεχίσει να διορίζει απευθείας η ίδια, χωρίς αξιοκρατία, έλεγχο και λογοδοσία, δήθεν «προσωρινά». Μάλιστα, καταργεί όλες τις διαδικασίες επιλογής των οργάνων διοίκησης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη (προκηρύξεις του ΑΣΕΠ κ.λπ.), προφανώς διότι όσοι έχουν ήδη επιλεγεί δεν της είναι αρεστοί.
Ειδικότερα, καταργεί τις προκηρύξεις που εκδόθηκαν με την εποπτεία του ΑΣΕΠ, για την επιλογή προέδρων και αντιπροέδρων των Δ.Σ. του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, του Βυζαντινού και Χριστιανικού και του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού και για τη επιλογή προέδρου και αντιπροέδρου του Εθνικού Θεάτρου.
Οι διαδικασίες μετατίθενται πλέον στις καλένδες (για μετά από 6 μήνες) και στα προεκλογικά ταξίματα σε ημέτερους, αφού το σχέδιο νόμου προβλέπει τη σύσταση μίας «Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης και Επιλογής», με πρόσωπα επιλογής της υπουργού και στην οποία προεδρεύει ένα πολιτικό πρόσωπο, ο Γενικός Γραμματέας. Εννοείται, βέβαια, πώς, αν δεν ολοκληρωθεί και αυτή η διαδικασία, η κα Μενδώνη θα παρατείνει τη θητεία των ήδη υπαρχόντων ή θα τους αλλάζει κατά το δοκούν «προσωρινά».
Σε παρέμβασή της στην πρώτη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων (22.1.26), η αρμόδια Τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Καλλιόπη Βέττα, στηλίτευσε μεταξύ άλλων την προχειρότητα ορισμένων διατάξεων, κάνοντας ειδική μνεία:
- Στο άρθρο 6, όπου εξαγγέλλεται η Σύσταση ενός Αυτοτελούς Τμήματος Έργων Τέχνης στο ΥΠΠΟ, χωρίς καμία περιγραφή για τη στελέχωση και τον καθορισμό των λειτουργιών του.
- Στα άρθρα 7-10, σχετικά με το "Μητρώο Πραγματογνωμόνων", καθώς δεν τεκμηριώνεται το κενό που αναμένεται να κύψει, σε ένα ήδη ρυθμισμένο πεδίο με τον Ν. 4152/2013 και τα Μητρώα που αξιοποιούνται από τη Δικαιοσύνη.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: αντί για μια συνεκτική πολιτική προστασίας της τέχνης και των δημιουργών, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει (ξανά) τον ποινικό λαϊκισμό, την ασάφεια και τη συγκέντρωση εξουσίας. Πρόκειται για ένα σχέδιο νόμου που δεν προστατεύει ουσιαστικά τον Πολιτισμό, αλλά τον μετατρέπει σε πρόσχημα για νέες ποινές, περισσότερη αυθαιρεσία και λιγότερη δημοκρατία.