Σύμφωνα με τη απάνθρωπη, νεοφιλελεύθερη λογική των στελεχών του ΟΟΣΑ, -που την ενστερνίζονται οι περισσότερες κυβερνήσεις της ΕΕ- το ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο σε συνδυασμό με το δημογραφικό αδιέξοδο, συνιστά μια αναγκαία συνθήκη για τη μείωση των συντάξεων και την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. Παραδόξως (;) κανένας τους δεν αναφέρεται στην αναγκαιότητα αύξησης των αμοιβών και των συντάξεων, ως ένα επίσης πραγματικό ζητούμενο που απαιτεί λύση, αλλά και στη διασφάλιση πόρων για τις συντάξεις μέσω άλλων πηγών.
Αλλά αυτό δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Όλοι αυτοί θεωρούσαν χρήσιμη και απαραίτητη τη μείωση των συντάξεων και την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και πριν από 20 ή 30 χρόνια. Όχι λόγω του δημογραφικού προβλήματος που χειροτέρευε, αλλά επειδή -για να το πούμε λακωνικά- θεωρούσαν και ακόμη θεωρούν ότι για να γίνει πλουσιότερος ο πλούσιος πρέπει να γίνει φτωχότερος ο φτωχός.
Γι’ αυτό κάθε τόσο προβάλλουν και μια βολική θεωρία ή εξέλιξη για να δικαιολογούν τις αντικοινωνικές επιλογές τους με κάποιο λογικοφανές αφήγημα, όσο ακόμη τους ενδιαφέρουν τα προσχήματα. Το μεγάλο ζήτημα των αναγκαίων πόρων προσεγγίζεται απόλυτα αρνητικά για το κοινωνικό σύνολο: υφεσιακή η αναγκαία οικονομική στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος, δημοσιονομική εκτροπή η στήριξη των συνταξιούχων, πράξη οικονομικής «αυτοχειρίας» η αύξηση των μισθών πάνω από τα σημερινά άθλια επίπεδα.
Αυτή τη φορά αναδεικνύουν τη μείωση των ανθρώπων που εισφέρουν οικονομικά στο Ασφαλιστικό Σύστημα και την αύξηση όσων λαμβάνουν από αυτό, για να αιτιολογήσουν μια σειρά από αρνητικά μέτρα που ετοιμάζουν. Κι αν αυτό είναι ένα αληθινό πρόβλημα των μαθηματικών της οικονομίας, όσοι ορίζουν τις εξελίξεις δεν φαίνονται πρόθυμοι να το επιλύσουν προς όφελος των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων, υιοθετώντας τα μαθηματικά της κοινωνίας.
Για μία ακόμη φορά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ζήτημα δικαιότερης αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου. Και κάποιοι θεωρούν, χωρίς τύψεις και αναστολές, ότι η προστασία των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων είναι απαγορευτική. Και, πράγματι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, έτσι λένε οι στατιστικές και οι μέσοι όροι. Ζουν, όμως, και καλύτερα; Ταυτίζεται η διάρκεια ζωής με την ευζωία ή και με την καλή υγεία;
Σύμφωνα με γραφόμενα στον Τύπο, στις πρόσφατες εργασίες του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, ο οικονομικός σύμβουλος του ΟΟΣΑ, Τόμας Κόζλουκ, ανέφερε ότι ο δείκτης νέων προς ηλικιωμένους έχει υποχωρήσει στο 1 προς 3, από 1 προς 10 που ήταν στη δεκαετία του 1960, καθώς και ότι σε δύο τρεις δεκαετίες από σήμερα, θα πέσει στο 1 προς 2.
Τι επακόλουθο έχει αυτό; Ότι οι εργαζόμενοι μειώνονται ενώ οι συνταξιούχοι αυξάνονται. Στην Ελλάδα, η σχέση αυτή εμφανίζεται, μέσα από διάφορες μελέτες, στο 1,7:1. Που σημαίνει ότι για κάθε 1,7 που εργάζονται δίνοντας ασφαλιστικές εισφορές υπάρχει ένας που εισπράττει σύνταξη και δικαιούται παροχές. Εκτιμάται ότι για τη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού Συστήματος η σχέση αυτή πρέπει να είναι 4 εργαζόμενοι προς 1 συνταξιούχο. Το 2010 στην Ελλάδα είχαμε περίπου 3,4 εργαζόμενους για κάθε 1 συνταξιούχο.
Στην εξίσωση συμμετέχει και η ανεργία. Η μείωσή της σημαίνει αύξηση των πόρων του συστήματος και αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα από το 2015 και έπειτα. Αρκεί αυτό για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα; Όχι. Ειδικά με τις εργασιακές σχέσεις που οικοδομούνται. Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ θεωρεί ότι το ασφαλιστικό πιέζεται κυρίως από τη δημογραφία, όχι μόνο από την ανεργία, που παρά τη μείωσή της δεν έχει καταφέρει να βελτιώσει ουσιαστικά τον λόγο εργαζομένων/συνταξιούχων. Ταυτόχρονα, αν και τα ασφαλιστικά έσοδα αυξήθηκαν, αυτό δεν είναι αρκετό επειδή οι μισθοί είναι χαμηλοί. Επομένως, η κατάσταση μπορεί σήμερα να είναι διαχειρίσιμη, αλλά απλώς μετατίθεται το πρόβλημα.
Λύσεις με κοινωνικό πρόσημο υπάρχουν, ωστόσο απορρίπτονται ως οικονομικά μη βιώσιμες. Διότι από που θα βρεθούν τα λεφτά; Από τη δικαιότερη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου; Η απάντησή της πλευράς που στέκεται απέναντι από τον κόσμο της εργασίας είναι και πάλι όχι. Συνακόλουθα δεν στηρίζονται ουσιαστικά οι οικογένειες, δεν ακολουθείται μια κοινωνική στεγαστική πολιτική, δεν αυξάνονται πραγματικά οι μισθοί, οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις στην εκπαίδευση, ο αγροτικός κόσμος συρρικνώνεται. Πώς να αντιμετωπιστεί το δημογραφικό μετά από όλα αυτά; Αδιέξοδο. Τεχνητό. Εξαρτώμενο από μια νεοφιλελεύθερη οπτική χωρίς αμφιταλαντεύσεις.
Ανάλογη είναι και η απάντηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που εκτός όλων των παραπάνω, έχει μειώσει και τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων. Τις πρώτες για να ενισχύσει, υποτίθεται την απασχόληση, ως κίνητρο προσλήψεων, και τις δεύτερες για να «πουλήσει» στους εργαζόμενους αύξηση εισοδήματος. Αλλά αποκρύπτει ότι είναι μια «νάρκη» που θα βρεθεί στο δρόμο τους αργότερα, όταν θα θέλουν να συνταξιοδοτηθούν και οι αναλογιστικές μελέτες δεν θα «βγαίνουν», ούτε θα φτάνουν τα λεφτά για μια αξιοπρεπή σύνταξη.
Το 2027 αναμένεται επαναπροσδιορισμός των σημερινών ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης με βάση το προσδόκιμο ζωής που φαίνεται να έχει αυξηθεί. Και είναι βέβαιο ότι το αποτέλεσμα των εκλογών, όποτε κι αν γίνουν αυτές, θα κρίνει και αυτή την εξέλιξη. Θα γίνει, τελικά, λόγος τιμωρίας το να ζει κάποιος περισσότερο και ενδεχομένως πιο υγιής, με παράταση του εργάσιμου βίου, ή θα δοθεί η ευκαιρία σε μια προοδευτική κυβέρνηση να ασκήσει πολιτικές μείωσης των ανισοτήτων και στήριξης των οικονομικών του Ασφαλιστικού Συστήματος, χωρίς αυτό να θεωρείται οικονομικά «ανήθικο»; Κι αυτή η απάντηση θα δοθεί στις κάλπες.