Το 2015 θα μείνει στην ιστορία ως η χρονιά που η Αριστερά ήλθε στα πράγματα. Είναι ταυτόχρονα έτος Τσιτσάνη, με το κλείσιμο 100 χρόνων από τη γέννησή του. Με όλη την αγάπη για το έργο του δασκάλου, θέλω να πιστεύω ότι η παρουσία της Αριστεράς θα γίνει ο καταλύτης ενός καινούργιου, επιτέλους, ξεκινήματος και για τον πολιτισμό μιας χώρας που κινδυνεύει να βουλιάξει αύτανδρη στο ένδοξο παρελθόν της.
Η αιώνια επιστροφή των στιλ είναι παγκόσμιος κανόνας και σύμπτωμα του μεταμοντέρνου. Όμως εδώ το πράγμα χτυπάει κόκκινο. Αρκεί να προσπαθήσει κανείς να θυμηθεί πότε εμφανίσθηκε τελευταία φορά μια κομβική φυσιογνωμία στο ελληνικό τραγούδι - για «ελληνική μουσική» ας μην συζητάμε, όχι εδώ τουλάχιστον. Αυτό, σε συνδυασμό με την αγκύλωσή μας στη... χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και τη δική του μουσική, μετακινεί το θέμα (για να θυμηθούμε τον Σεφέρη) στον χώρο της... ομαδικής ψυχοπάθειας.
Κοινό τόπο αποτελεί πως δεν υπάρχουν πια μεγάλοι τραγουδοποιοί. Όπως τους μάγκες, ένα πράμα, τους πάτησε το τρένο. Αναρωτιέται κανείς πού πήγε το DNA ενός λαού που παρήγαγε έναν Μάρκο κι έναν Τσιτσάνη, έναν Μίκη, έναν Μάνο ή έναν Σαββόπουλο, περιστοιχισμένους από δεκάδες άξιους ομότεχνούς τους. Αποβλακωθήκαμε άπαντες στο διάστημα μιας γενιάς; Είναι η συνθήκη του καιρού που δεν μπορεί να αντέξει το μεγάλο; Ή μήπως κάποιοι φταίνε, κάποιοι που χρόνια τώρα ξέχασαν τον ρόλο τους κι από κυνηγοί ταλέντων έγιναν εξολοθρευτές τους;
Κυρίαρχη τάση εξακολουθεί να είναι η τάση του χαβαλέ, ακόμα και εν μέσω κρίσης. Σύνθημα με το οποίο μας ραντίζουν τα βομβαρδιστικά της ποπ κουλτούρας: «μην παίρνεις και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου». Σε ένα τέτοιο κλίμα, πώς θα φάνταζε ένας άνθρωπος σεμνός, αλλά αξιοπρεπής και με επίγνωση της αξίας του όπως ο Τσιτσάνης;
Ας υποθέσουμε ότι, σε ένα εναλλακτικό σύμπαν, ένας νεαρός, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, φτάνει από τα Τρίκαλα, όχι στα 1935 αλλά... σήμερα, στέκεται μπροστά στους ανθρώπους των εταιρειών και παίζει «αυτά» τα τραγούδια. Ακόμα και αν τον δέχονταν σε ακρόαση, πόσα λεπτά θα πέρναγαν μέχρι την εκπαραθύρωσή του; Και ποια εντύπωση θα έκανε η αυτοπεποίθηση του ανδρός; Γιατί, για να είσαι μεγάλος, πρέπει κατ' αρχήν να έχεις τη φιλοδοξία να είσαι. Που σημαίνει ότι πρέπει να διαθέτεις και το τσαγανό για να φερθείς ως τέτοιος, αψηφώντας την κατακραυγή που, στην εποχή της υποκριτικής σεμνότητας, είναι βέβαιη.
Σε μια εποχή όπως αυτή, όπου ο χαβαλές από τη μια και η σεμνοπρεπής μετριότητα απ' την άλλη διέπουν τα καλλιτεχνικά ήθη, μεγάλος νοείται μόνο ο μεγάλος... νεκρός. Συγκεκριμένα, εκείνος που η νεκρική ακαμψία του βολεύει τις δικές μας επιδιώξεις.
Κατά τα άλλα, ειρήνη, τάξις και ασφάλεια επικρατούν, τα πάντα θαυμαστά διευθετημένα, το σκάφος συνεχίζει το ταξίδι του στις θάλασσες του χρόνου, υπό τους ήχους μιας μουσικής γεννημένης σ' έναν κόσμο απίθανα διαφορετικό απ' τον δικό μας. Ατέρμονα αναβιούμενης, αντιγραφόμενης, διασκευαζόμενης και σχολιαζόμενης.
Όμως τα παραπάνω συνιστούν κρίση βαθύτερη από την οικονομική. Γιατί ο άνθρωπος πρώτα ανακάλυψε τη μουσική και πολύ αργότερα την πολιτική, το εμπόριο και την ευγενή τέχνη της τοκογλυφίας.