Στο ειδυλλιακό Εβιάν-λε-Μπαιν της Γαλλίας, όπου έγινε την περασμένη εβδομάδα η σύνοδος κορυφής της G7, η ιστορία έπαιξε το γνωστό της παιχνίδι. «Επαναλήφθηκε»... Όχι όμως ως επαναφορά αντιληπτών γεγονότων. «Επαναλήφθηκε» με τη μορφή... αντήχησης: Των πολέμων που δεν τελεσφόρησαν, των διευθετήσεων που παραμένουν σε εκκρεμότητα, των ιστορικών μαθημάτων που δεν αντλήθηκαν ποτέ πλήρως, γι’ αυτό ουδέποτε αφομοιώθηκαν.
Στη φετινή σύνοδο κορυφής των επτά πλουσιότερων του πλανήτη στη γραφική παραλίμνια γαλλική πόλη, οι αντηχήσεις αυτές ακούγονταν παντού. Προέρχονταν από τη Νοτιοανατολική Ασία και τη μακρινή, ταραγμένη δεκαετία του 1960, ανασύροντας από τη μνήμη τον πόλεμο στο Βιετνάμ, που εξακολουθεί να είναι η «φέρουσα συχνότητα» του διαχρονικού προειδοποιητικού σήματος για τα όρια των δυνατοτήτων της αμερικανικής υπερδύναμης.
Προέρχονταν ακόμη από τον Περσικό Κόλπο, όπου η πρόσφατη πολεμική αντιπαράθεση με το Ιράν άφησε την Ουάσιγκτον στην εξαιρετικά αμήχανη θέση να προσπαθεί να στοιχειοθετήσει μια υποτιθέμενη «νίκη». Αυτή που ορισμένοι αναλυτές, όπως ο Πολ Μασγκρέιβ του Foreign Policy, καθηγητής δημόσιας διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν, περιγράφουν χωρίς περιστροφές ως στρατιωτική ήττα και στρατηγική καταστροφή πολύ χειρότερες -και απίστευτα γρηγορότερες- από εκείνες του πολέμου στο Βιετνάμ.
Αντηχήσεις...
Βέβαια υπήρξε και η αντήχηση από τα πεδία των μαχών στην Ουκρανία, όπου η Ευρώπη προσπαθεί ταυτόχρονα να υποστηρίξει το Κίεβο, να πιέσει τη Μόσχα να αποδεχθεί μια διευθέτηση και παράλληλα να ανοίξει εκ νέου αθόρυβα τα κανάλια επικοινωνίας με το Κρεμλίνο.
Αθροιστικά -και ίσως χειρότερα, συνδυαστικά- αυτές οι κρίσεις αποκρυσταλλώνονται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο από οποιαδήποτε άλλη σύγχρονη, μεμονωμένη σύγκρουση. Σκιαγραφούν έναν κόσμο υπό τον οποίο οι ΗΠΑ παραμένουν ο κεντρικός παράγοντας πρόκλησης των γεωπολιτικών γεγονότων, αλλά χωρίς πια να είναι ικανές να επιβάλουν μια καθαρή κατεύθυνση σε αυτά.
Με άλλα λόγια, η δεύτερη θητεία του Τραμπ υποτίθεται ότι θα αποκαθιστούσε στο ηγεμονικό βάθρο της την αμερικανική εξωτερική πολιτική μέσω μιας «μείξης» στρατιωτικής βίας, συναλλακτικής διπλωματίας και εθνικής ιδιοτέλειας. Αυτό που τελικά πέτυχε ήταν να παγιδευτεί σε ένα τέλμα αντιφατικών «ζευγών», άκρατης φιλοδοξίας και αυτοσυγκράτησης, παρεμβατισμού και απομονωτισμού, επιβολής και διστακτικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα πραγματικά ιδιόμορφο γεωπολιτικό σκηνικό: Μια υπερδύναμη που εξακολουθεί να είναι αρκετά ισχυρή για να διαμορφώνει τα αποτελέσματα της δράσης της, αλλά όλο και πιο ανίκανη να τα καθορίζει. Αυτή ήταν η αίσθηση που αιωρείτο πάνω από το τραπέζι της συνόδου κορυφής στο Εβιάν, επισημαίνουν οι αναλυτές. Αιωρείτο ακόμη και τη στιγμή που οι ηγέτες της επταμελούς λέσχης, και ειδικά ο Τραμπ, χειροκροτούσαν τους εαυτούς τους.
Σκιές του παρελθόντος
Η σύγκριση που κάνουν ορισμένοι μεταξύ Βιετνάμ και πρόσφατου πολέμου με το Ιράν δείχνει υπερβολική, με τη πρώτη ματιά. Οι λόγοι είναι συγκεκριμένοι.
Το Βιετνάμ «κατανάλωσε» περισσότερο από μία δεκαετία έντονης αμερικανικής πολεμικής προσπάθειας, κόστισε εκατομμύρια ζωές -Βιετναμέζων στρατιωτών, ανταρτών Βιετκόνγκ, αμάχων και σχεδόν 60.000 Αμερικανών στρατιωτών- ενώ προκάλεσε βαθιά τραύματα στην αμερικανική κοινωνία. Αντίθετα, ο πόλεμος με το Ιράν ήταν σύντομος, τεχνολογικά εξελιγμένος και οι αμερικανικές απώλειες ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.
Ωστόσο, η σύγκριση δεν αφορά την κλίμακα των γεγονότων, αφορά τις συνέπειες. Το Βιετνάμ ήταν όντως μια καταστροφική στρατιωτική και πολιτική ήττα που όμως άφησε άθικτη την ευρύτερη στρατηγική θέση της Αμερικής στον ψυχροπολεμικό κόσμο. Οι ΗΠΑ έχασαν τον θερμό πόλεμο στην Ασία αλλά κέρδισαν τον Ψυχρό Πόλεμο συνολικά. Η γεωπολιτική αρχιτεκτονική που στήριζε την αμερικανική ισχύ επέζησε παρά την ήττα στο Βιετνάμ.
Το Ιράν είναι ένα εντελώς διαφορετικό «έργο». Η Ουάσιγκτον μπήκε στον πόλεμο με στόχο να αποδυναμώσει την Τεχεράνη και να επιβεβαιώσει την ηγεμονία της στη Μέση Ανατολή. Όμως αυτό που πέτυχε ήταν να ατσαλώσει το ιρανικό καθεστώς, να ενισχύσει τη θέση της Ισλαμικής Δημοκρατίας στην τοπική σκακιέρα και το σημαντικότερο, να εξαντλήσει τα όρια της λογικής τής επιβολής στην επίλυση των διεθνών διενέξεων.
Αυτό το συμπέρασμα -που υπαγόρευσε τελικά και τη συμφωνία του Τραμπ με την Τεχεράνη- είναι το πιο μεγάλο δίδαγμα του πολέμου. Η σύγκρουση έληξε χωρίς την καταστροφική κλιμάκωση που πολλοί φοβόντουσαν. Αλλά άφησε να πλανάται στον αέρα το επίμονο ερώτημα: Αν μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να αμφισβητήσει με τέτοια αποτελεσματικότητα την αμερικανική ηγεμονία, τι θα γίνει σε μια αντιπαράθεση με μια ισότιμη των ΗΠΑ; Η απάντηση παραμένει άγνωστη.
Αντιφάσεις ένθεν κακείθεν
Η ασάφεια στρατηγικής στόχευσης είναι ήδη το καθοριστικό χαρακτηριστικό της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ. Στη σύνοδο της G7 ο Αμερικανός Πρόεδρος έκανε μια ακόμη επίδειξη αυτοπεποίθησης, υπενθυμίζοντας αστειευόμενος στους ομότιμούς του ότι «είμαι το αφεντικό». Είναι το «αφεντικό» επειδή ξέρει να «παίζει» με την απειλή, τους προσωπικούς διακανονισμούς, την τακτική του απρόβλεπτου.
Όμως πίσω από τη ρητορική της τράμπειας αυτοπροβολής υπάρχει μια περίπλοκη πραγματικότητα. Ο Τραμπ έφτασε στη Γαλλία αφού είχε ήδη εξασφαλίσει προκαταρκτική συμφωνία με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα προειδοποιούσε πως η στρατιωτική δράση θα μπορούσε να συνεχιστεί αν η Τεχεράνη δεν συμμορφωνόταν. Έδειξε πρόθυμος για μεγαλύτερη υποστήριξη της Ουκρανίας και ταυτόχρονα απρόθυμος για νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Υπερασπίστηκε τον οικονομικό εθνικισμό του, ενώ διαπραγματευόταν εμπορικές συμφωνίες με συμμάχους και εταίρους από την Ινδία και την Ευρώπη.
Οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι τυχαίες. Αντανακλούν την κοσμοθεωρία τού ενοίκου του Λευκού Οίκου που πιστεύει πως η αέναη μόχλευση είναι αποτελεσματικότερη της συνέπειας. Το πρόβλημα είναι ότι οι σύμμαχοι της Αμερικής δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να προσδιορίσουν πού πραγματικά οδεύει η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες χαιρέτισαν αυτό που περιέγραψαν ως «σκληρότερη στάση» της Ουάσιγκτον απέναντι στη Ρωσία. Ο Ζελένσκι πήγε επίσης στο Εβιάν, ελπίζοντας να πείσει τον Τραμπ ότι η προσφάτως παρατηρούμενη βελτίωση της στρατιωτικής απόδοσης της Ουκρανίας δικαιολογεί ισχυρότερη δυτική υποστήριξη. Μέχρι το τέλος της συνόδου, οι ηγέτες της G7 είχαν καταλήξει σε μια κοινή διακήρυξη ανανέωσης της υποστήριξής τους προς την ουκρανική στρατιωτική προσπάθεια και επιβολής πρόσθετης πίεσης στη Μόσχα. Για το Κίεβο, αυτή η εξέλιξη ήταν μια διπλωματική επιτυχία.
Θολή εικόνα
Όμως, η ευρύτερη στρατηγική εικόνα κάθε άλλο παρά ξεκάθαρη έγινε. Ο Τραμπ συνεχίζει να συνομιλεί τόσο με τον Ζελένσκι όσο και με τον Πούτιν, συνεχίζει να ρίχνει το πρόβλημα στις πλάτες των Ευρωπαίων, συνεχίζει να υπονοεί ότι οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη προχωρούν κανονικά, συνεχίζει να μιλά για επικείμενη συμφωνία· αλλά ποιο είναι το αποτέλεσμα; Μια πορεία χωρίς σαφή προορισμό. Περισσότερο απ’ όλους, η Ευρώπη είναι εκείνη που βιώνει την αγωνία αυτής της κατάστασης.
Δημόσια, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν πως η Ουκρανία πρέπει να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν το μομέντουμ ευνοϊκό. Η οικονομική πίεση στη Ρωσία συσσωρεύεται, οι δυσκολίες της στο πεδίο της μάχης αυξάνονται, το ίδιο και η διπλωματική απομόνωσή της. Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υποστηρίζει πως η ισορροπία δυνάμεων μετατοπίζεται τώρα υπέρ του Κιέβου.
Κατ’ ιδίαν, ωστόσο, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες είναι κατηφείς. Καταλαβαίνουν πως ο πόλεμος δεν μπορεί να παραταθεί επ’ άπειρον. Πρέπει να βρεθεί μια κατεύθυνση προς διαπραγμάτευση χωρίς όμως να φανεί ως υποχώρηση, ως αναδίπλωση, ως αποδοχή τετελεσμένων.
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ υπερθεματίζουν των νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της αύξησης της στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, έχουν αρχίσει παράλληλα να ανοίγουν εκ νέου τους διπλωματικούς διαύλους με τη Μόσχα. Επαφές περιορισμένου εύρους έχουν αναφερθεί τις τελευταίες εβδομάδες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η επικοινωνία θα παραμείνει δυνατή σε περίπτωση αλλαγής συνθηκών.
Αξιωματούχος της Ε.Ε. μιλώντας ανώνυμα στο Reuters αποκάλυψε πως το γραφείο του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έχει πραγματοποιήσει «σύντομες επαφές σε διπλωματικό επίπεδο» με το Κρεμλίνο τις τελευταίες εβδομάδες «για να ανοίξουν κανάλια επικοινωνίας». Αν και «δεν συζητήθηκε τίποτα επί της ουσίας (…) σε οποιοδήποτε μελλοντικό σενάριο, η Ε.Ε. έχει συγκεκριμένα συμφέροντα που θα πρέπει να υπερασπιστεί, επομένως είναι σημαντικό να έχουν δημιουργηθεί προηγουμένως διπλωματικά κανάλια με τη Ρωσία» διευκρίνισε η ίδια πηγή.
Έτσι, και η Ευρώπη «εκπέμπει» αμφισημία καλούμενη να ανταποκριθεί σε μια δύσκολη διαδικασία εξισορρόπησης. Από τη μία, θέλει να διατηρήσει την πίεση στη Ρωσία, από την άλλη προετοιμάζεται για διάλογο μαζί της. Θέλει να στηρίξει κι άλλο την Ουκρανία αλλά βλέπει ότι μια καθαρή νίκη της, ικανή να αποκαταστήσει το προ του πολέμου εδαφικό στάτους, παραμένει ανέφικτη. Θέλει την αμερικανική εμπλοκή αλλά προετοιμάζεται και για μια ευρύτερη αμερικανική απεμπλοκή.
Η οικονομία του κατακερματισμού
Η ασυμβατότητα μεταξύ εθνικών προτεραιοτήτων και συλλογικών αναγκών είναι σαν αγκάθι που διαπερνά κάθε ζήτημα το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει η G7. Όλοι αναρωτιούνται αν η Δύση εξακολουθεί να έχει κοινό σκοπό

Πέρα από τους πολέμους που κυριαρχούν στην επικαιρότητα, μια άλλη πηγή αβεβαιότητας προσθέτει βάρος στο σκηνικό της παγκόσμιας αταξίας: η παγκόσμια οικονομία. Οι ηγέτες της G7 αφιέρωσαν σημαντικό μέρος του χρόνου τους σε αυτό που οι Γάλλοι αξιωματούχοι αποκαλούν «παγκόσμιες ανισορροπίες». Η φράση ακούγεται τεχνοκρατική, όμως αποτυπώνει μια νέα δυστοπική πραγματικότητα: Τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας γίνονται όλο και πιο σαθρά.
Εν κατακλείδι, η Κίνα παράγει περισσότερα από όσα καταναλώνει, η Αμερική καταναλώνει περισσότερα από όσα εξοικονομεί, η Ευρώπη εξοικονομεί περισσότερα από όσα επενδύει. Κανένας δεν είναι αυτάρκης στο μεγάλο σύνολο. Κάθε περιοχή του κόσμου εξαρτάται από τις άλλες για να διατηρήσει την ανάπτυξη και την οικονομική ευρωστία της, αλλά η καθεμία βλέπει όλο και περισσότερο τις άλλες ως ανταγωνίστριες.
Η τεράστια εξαγωγική ικανότητα της Κίνας συνεχίζει να δημιουργεί εμπορικές εντάσεις στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Τα αμερικανικά ελλείμματα παραμένουν πηγή οικονομικής ευπάθειας, ενώ η Ευρώπη διστάζει να διαθέσει τις σημαντικές αποταμιεύσεις της για παραγωγικές επενδύσεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο τελευταίος κύκλος της παγκοσμιοποίησης δεν άφηνε αυτές τις ασυμμετρίες να μετατραπούν σε πρόβλημα. Όμως, από τη στιγμή που η «βιτρίνα» θρυμματίστηκε, οι διαφορές δεν γίνεται να αγνοηθούν. Η ανησυχία που προκαλούν η παγκόσμια οικονομική και παραγωγική ασυμμετρία δεν είναι οικονομική· είναι γεωπολιτική.
Οι εμπορικές διαμάχες αποκτούν χαρακτήρα αντιπαράθεσης με επίκεντρο την εθνική ασφάλεια. Η βιομηχανική πολιτική και η τεχνολογική πρόοδος χρησιμοποιούνται ως εργαλεία στρατηγικού ανταγωνισμού, ακόμη και μεταξύ συμμάχων. Οι αλυσίδες εφοδιασμού, που κάποτε σχεδιάζονταν με γνώμονα την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα, τώρα επανασχεδιάζονται με βάση το κριτήριο της ανθεκτικότητας στις κρίσεις διαθεσιμότητας και -ακόμη περισσότερο- των ελλείψεων.
Φυσικά η ρητορική των συνεργειών παραμένει και εμπλουτίζεται με νέα ευφυολογήματα, αλλά η πραγματικότητα είναι ωμή. Οι άλλοτε σχέσεις συνεργασίας έχουν μετατραπεί σε δεσμούς διαχειριζόμενης αντιπαλότητας. Η προειδοποίηση του Μακρόν ότι οι παγκόσμιες ανισορροπίες τείνουν να γίνουν ανεξέλεγκτες αντανακλά τους αναδυόμενους φόβους ότι οι διαγκωνισμοί για μερίδια αγορών, πόρους, προνομιακές θέσεις κ.λπ. μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη πολιτική -και γιατί όχι, στρατιωτική- σύγκρουση. Και από πολλές απόψεις, αυτό ήδη συμβαίνει.
Άδηλο μέλλον
Μπορεί να το διαισθανθεί κάποιος παρατηρώντας πώς κλιμακώνεται η μάχη για τα λεγόμενα κρίσιμα ορυκτά. Ο έλεγχος της πρόσβασης σε σπάνιες γαίες, λίθιο, προηγμένους ημιαγωγούς και άλλα στρατηγικής σημασίας υλικά, θυμίζει την κρισιμότητα της πρόσβασης σε πετρέλαιο. Ο έλεγχος των πόρων αυτών καθορίζει ολοένα και περισσότερο την τεχνολογική ισχύ σήμερα.
Στο Εβιάν οι ηγέτες των «επτά» συζήτησαν τρόπους για να μειωθεί η εξάρτηση από τις κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού, όμως η πρόκληση για την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου είναι ασύλληπτη. Η Κίνα κατέχει δεσπόζουσα θέση. Οι προσπάθειες απεξάρτησης από τις κινεζικές αλυσίδες απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, πολύχρονο σχεδιασμό και έναν δύσκολο συντονισμό μεταξύ εταίρων, των οποίων τα οικονομικά συμφέροντα αποκλίνουν.
Κάθε μεγάλη δυτική οικονομία επιθυμεί σαφώς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Ωστόσο, η επίτευξή της απαιτεί συλλογική δράση και το «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ αποτελεί εμπόδιο. Έτσι, η ασυμβατότητα μεταξύ εθνικών προτεραιοτήτων και συλλογικών αναγκών είναι σαν αγκάθι που διαπερνά κάθε ζήτημα που καλείται να αντιμετωπίσει η G7.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η πρόσβαση και η χρήση της, είναι ένα από αυτά. Ενώ οι πόλεμοι τραβούν την προσοχή του κοινού, η συζήτηση για την πρόσβαση στα προηγμένα αμερικανικά συστήματα ΤΝ και τη δυνατότητα δημιουργίας ενός δικτύου αξιόπιστων συνεργατών που θα μπορούν να χρησιμοποιούν μοντέλα αιχμής, αποκτά κυρίαρχη σημασία. Είναι ένα ζήτημα που αποκαλύπτει πόσο γρήγορα η τεχνολογία βρέθηκε στο κέντρο του πεδίου μάχης της γεωπολιτικής.
Για κάποιους αναλυτές, το βαθύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η G7 ως θεματοφύλακας της δυτικής ηγεμονίας δεν είναι ούτε στρατιωτικό, ούτε οικονομικό, ούτε τεχνολογικό. Είναι ταυτοτικό. Η μεταψυχροπολεμική εποχή περιπλέχθηκε γύρω από ένα θεμελιώδες αξίωμα: Ότι η παγκοσμιοποίηση θα δημιουργούσε οικονομική και πολιτική σύγκλιση. Ότι οι αγορές θα επεκτείνονταν, ότι οι δημοκρατίες θα εξαπλώνονταν, ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μείωνε τις τριβές και τις συγκρούσεις.
Το αξίωμα αυτό διαψεύστηκε· απρόσμενα μάλιστα. Πριν από μισό αιώνα, ο πόλεμος στο Βιετνάμ έφερε τους Αμερικάνους αντιμέτωπους με άβολα ερωτήματα σχετικά με το αν η στρατιωτική υπεροχή, η ιδεολογία, οι ιδεοληψίες, οι στρατηγικές φιλοδοξίες, μπορούν να καθορίσουν τη ροή της Ιστορίας. Σήμερα, πολύ διαφορετικές διενέξεις και συγκρούσεις, θέτουν παρόμοια ερωτήματα.
Κάπου ανάμεσα στα ιστορικά μαθήματα του πολέμου στο Βιετνάμ, στην αβεβαιότητα της επόμενης μέρας στον πόλεμο με το Ιράν και στο παρατεινόμενο αδιέξοδο του πολέμου στην Ουκρανία, αναδύεται το κεντρικό ερώτημα της εποχής: Δεν είναι το αν η Δύση εξακολουθεί να διαθέτει ισχύ, είναι αν εξακολουθεί να έχει κοινό σκοπό.
