Όποιος συνεχίζει να μιλά για «παροδικές πιέσεις» και «σταδιακή αποκλιμάκωση» είτε δεν βλέπει τα στοιχεία είτε επιλέγει να κλείνει τα μάτια μπροστά στην πραγματικότητα. Η ακρίβεια στην Ελλάδα όχι μόνο δεν τελειώνει, αλλά ετοιμάζεται να εισβάλει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στα πορτοφόλια των πολιτών.
Οι πρόδρομοι δείκτες εκπέμπουν συναγερμό. Ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία εκτινάχθηκε κατά 18,4%, ενώ οι εισαγωγές από χώρες εκτός Ευρωζώνης αυξήθηκαν κατά 31,1%. Στην ενέργεια η κατάσταση είναι εκρηκτική, με τις σχετικές τιμές να καταγράφουν άνοδο 65,3%. Αυτά δεν είναι απλά νούμερα. Είναι οι αυξήσεις που θα εμφανιστούν αύριο στο ράφι, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο πρατήριο καυσίμων, στο τραπέζι κάθε οικογένειας. Την ώρα που η Ευρωζώνη κινείται με πληθωρισμό 3,2%, η Ελλάδα σκαρφαλώνει στο 5,2%. Η διαφορά των δύο ποσοστιαίων μονάδων είναι η απόδειξη ότι η ελληνική αγορά λειτουργεί με στρεβλώσεις που μετατρέπουν κάθε διεθνή ανατίμηση σε μόνιμο βάρος για τον καταναλωτή.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική η εικόνα στον αγροδιατροφικό τομέα. Ενώ στην Ευρώπη οι τιμές παραγωγού υποχωρούν, στην Ελλάδα αυξάνονται. Σύμφωνα με την Eurostat, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές αγροτικής παραγωγής στην Ε.Ε. υποχώρησαν κατά 2,9%, κατά μέσο όρο. Στην Ελλάδα, όμως, αυξήθηκαν κατά 4,8%! Ενώ σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες οι τιμές υποχωρούν (Βέλγιο: -12,9%, Γερμανία: -11%) και οι διεθνείς τιμές στο γάλα (-15,5%) και στα δημητριακά (-11,7%) πέφτουν, οι εγχώριες στρεβλώσεις και το αυξημένο κόστος παραγωγής στην Ελλάδα εξουδετερώνουν κάθε αποπληθωριστική τάση.
Το κρέας καταγράφει ετήσια αύξηση 11,8% στην Ελλάδα, έναντι 6,7% στην Ευρωζώνη. Το φρέσκο γάλα αυξάνεται κατά 4,4% στην εγχώρια αγορά, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη μειώνεται κατά 1,7%. Λαχανικά και εσπεριδοειδή εμφανίζουν πολλαπλάσιους ρυθμούς ανόδου στην Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ερώτημα είναι γιατί η Ελλάδα παραμένει πρωταθλήτρια στην ακρίβεια, όταν οι διεθνείς συνθήκες σε αρκετές περιπτώσεις δείχνουν το αντίθετο.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται η τουριστική περίοδος. Κάθε καλοκαίρι το ίδιο έργο. Η αυξημένη ζήτηση γίνεται άλλοθι για νέες ανατιμήσεις σε καταλύματα, εστίαση, μεταφορές και υπηρεσίες. Οι τιμές ανεβαίνουν με ταχύτητα ανελκυστήρα και όταν τελειώνει η σεζόν δεν επιστρέφουν ποτέ στο σημείο από όπου ξεκίνησαν. Παραμένουν εκεί, τροφοδοτώντας έναν μόνιμο μηχανισμό ακρίβειας.
Η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται, οι αποταμιεύσεις εξαφανίζονται και τα νοικοκυριά κόβουν ακόμη και βασικές ανάγκες. Οι νέες πιέσεις στο κόστος παραγωγής, στην ενέργεια, στις εισαγωγές και στην τουριστική ζήτηση προμηνύουν ένα νέο κύμα ανατιμήσεων. Και όταν οι προειδοποιητικές ενδείξεις είναι τόσο μεγάλες, η αδράνεια δεν είναι απλώς λάθος. Είναι συνενοχή απέναντι σε μια κοινωνία που βλέπει καθημερινά το εισόδημά της να εξανεμίζεται. Η ακρίβεια επιστρέφει πιο επιθετική και ο λογαριασμός θα σταλεί ξανά στα ίδια θύματα, στα ελληνικά νοικοκυριά.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια
