Live τώρα    
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Από την «άνευ όρων παράδοση» στον συμβιβασμό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Από την «άνευ όρων παράδοση» στον συμβιβασμό

Η δημοσιοποίηση του μνημονίου συνεργασίας ΗΠΑ-Ιράν επιτρέπει πλέον μια πρώτη αποτίμηση της συμφωνίας που έρχεται να τερματίσει τον πόλεμο και να ανοίξει τον δρόμο σε νέες διαπραγματεύσεις. Το κείμενο δεν θυμίζει σε τίποτα την «άνευ όρων παράδοση» που απαιτούσε ο Ντόναλντ Τραμπ στην αρχή του πολέμου. Αντίθετα, θυμίζει περισσότερο μια επείγουσα προσπάθεια της Ουάσιγκτον να κλείσει μια σύγκρουση που άρχισε να απειλεί την παγκόσμια οικονομία και την πολιτική επιβίωση του ίδιου του Αμερικανού Προέδρου. Μετά από δεκάδες ημέρες βομβαρδισμών, χιλιάδες νεκρούς, καταστροφές σε στρατιωτικές και βιομηχανικές υποδομές σε όλο τον Περσικό Κόλπο και αλλεπάλληλες απειλές για πλήρη συντριβή του καθεστώτος, το Ιράν φτάνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όχι ως ηττημένος, αλλά ως δύναμη που απέδειξε ότι μπορεί να κρατήσει όμηρο ένα από τα κρισιμότερα περάσματα της παγκόσμιας οικονομίας. Και αυτό αποδείχτηκε αρκετό για να αποσπάσει από τις ΗΠΑ παραχωρήσεις που πριν από λίγες εβδομάδες έμοιαζαν πολιτικά αδιανόητες.

Τα άμεσα κέρδη της Τεχεράνης

Το μνημόνιο αποτελείται από 14 άρθρα και χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο φάσεις. Η πρώτη αφορά τα μέτρα που εφαρμόζονται αμέσως με την υπογραφή. Η δεύτερη αφορά μια τελική συμφωνία, η οποία προβλέπεται να συζητηθεί μέσα σε 60 ημέρες, με δυνατότητα παράτασης, εφόσον συμφωνήσουν οι δύο πλευρές. Αυτή η διάκριση είναι καθοριστική. Τα άρθρα 4, 5, 10 και 11 ενεργοποιούνται πριν αρχίσει η ουσιαστική διαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ δεσμεύονται να άρουν σταδιακά τον ναυτικό αποκλεισμό μέσα σε 30 ημέρες, ενώ το Ιράν αναλαμβάνει να αποκαταστήσει την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων από το Στενό του Ορμούζ. Η κυκλοφορία θα πρέπει να επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα, αφού απομακρυνθούν τα τεχνικά και στρατιωτικά εμπόδια. Για την Ουάσιγκτον, αυτό είναι το άμεσο κέρδος: Η επαναλειτουργία ενός περάσματος από το οποίο εξαρτάται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Για την Τεχεράνη, όμως, τα οφέλη που εξασφαλίζει το μνημόνιο είναι πολύ μεγαλύτερα.

Το άρθρο 10 προβλέπει ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα εκδώσει άμεσα άδειες για την εξαγωγή ιρανικού αργού πετρελαίου, πετρελαϊκών προϊόντων και παραγώγων, καθώς και για όλες τις συνδεδεμένες τραπεζικές, ασφαλιστικές και μεταφορικές υπηρεσίες. Με απλά λόγια, το Ιράν επιστρέφει στην αγορά πετρελαίου προτού υπογράψει τελική συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Οι ενεργειακές εξαγωγές αποτελούν τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης της ιρανικής οικονομίας. Η χαλάρωση των περιορισμών μπορεί να αποφέρει στην Τεχεράνη δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, μειώνοντας αμέσως την πίεση που είχαν προκαλέσει ο πόλεμος και οι κυρώσεις δεκαετιών.

Το άρθρο 11 κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Τα παγωμένα ή περιορισμένα κεφάλαια του Ιράν καθίστανται διαθέσιμα «με την εφαρμογή» του μνημονίου. Η διατύπωση έχει σημασία, διότι δεν συνδέει την αποδέσμευση των χρημάτων με την ολοκλήρωση της τελικής συμφωνίας. Επιπλέον, τα κεφάλαια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πληρωμές προς δικαιούχο που θα ορίσει η Κεντρική Τράπεζα του Ιράν. Προηγούμενες ρυθμίσεις συνέδεαν την αποδέσμευση κεφαλαίων με αγορές τροφίμων, φαρμάκων και άλλων ανθρωπιστικών αγαθών. Στο νέο κείμενο η διατύπωση εμφανίζεται ευρύτερη. Η Τεχεράνη αποκτά έτσι δύο βασικά πλεονεκτήματα από την πρώτη φάση: έσοδα από πετρέλαιο και πρόσβαση σε κεφάλαια. Αντίθετα, οι βασικές παραχωρήσεις που ζητούσαν οι ΗΠΑ στο πεδίο των πυρηνικών μεταφέρονται στην επόμενη φάση.

Η σύγκριση με τη συμφωνία Ομπάμα

Η σύγκριση με τη συμφωνία του 2015 είναι αναπόφευκτη· όχι επειδή τα δύο κείμενα είναι ταυτόσημα, αλλά επειδή ο Τραμπ έχτισε την πολιτική του απέναντι στο Ιράν πάνω στην απόρριψη εκείνης της συμφωνίας. Την κατήγγελλε ως πράξη αδυναμίας, υποστήριζε ότι άφηνε πολλά περιθώρια στην Τεχεράνη και επέμενε ότι μόνο η μέγιστη πίεση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα πραγματικά ισχυρό αποτέλεσμα. Το νέο μνημόνιο, ωστόσο, δεν επιβεβαιώνει στο παραμικρό αυτές τις διακηρύξεις. Στο πυρηνικό σκέλος, το άρθρο 8 περιορίζεται σε μια απλή επαναβεβαίωση ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Πρόκειται για δέσμευση που η Τεχεράνη έχει ήδη αναλάβει εδώ και δεκαετίες στο πλαίσιο της Συνθήκης Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων. Το μνημόνιο προβλέπει επίσης ότι το εμπλουτισμένο υλικό θα υποστεί μείωση του βαθμού εμπλουτισμού του επί τόπου, υπό την εποπτεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Δεν προβλέπει όμως -σε αυτό το στάδιο- την απομάκρυνσή του από το ιρανικό έδαφος, όπως ήταν η αρχική απαίτηση του Τραμπ. Το 2015, αντίθετα, η συμφωνία Ομπάμα είχε οδηγήσει στην αποστολή του μεγαλύτερου μέρους τού τότε ιρανικού αποθέματος στη Ρωσία.

Το άρθρο 7, που αφορά τις κυρώσεις, ανοίγει ακόμη μεγαλύτερο πεδίο διαπραγμάτευσης. Οι ΗΠΑ δεσμεύονται να συζητήσουν τον τερματισμό όλων των τύπων κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων των μονομερών αμερικανικών, των πρωτογενών και δευτερογενών περιορισμών, καθώς και των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Η διατύπωση δεν περιορίζεται στις κυρώσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα. Μπορεί να θεωρηθεί βάση για πολύ ευρύτερη άρση περιορισμών. Εξίσου σημαντικό είναι το άρθρο 6, που προβλέπει σχέδιο ανοικοδόμησης και οικονομικής ανάπτυξης του Ιράν ύψους τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε συνεργασία με περιφερειακούς εταίρους. Ακόμη κι αν οι ΗΠΑ επιμείνουν ότι δεν θα χρηματοδοτήσουν οι ίδιες το σχέδιο, η συμπερίληψή του στο μνημόνιο καταγράφει μια νέα πραγματικότητα: η τελική συμφωνία δεν θα αφορά μόνο περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και την άρση της οικονομικής απομόνωσης του Ιράν.

Το Στενό του Ορμούζ ως διαπραγματευτικό όπλο

Το σημαντικότερο πολιτικό μάθημα του πολέμου δεν αφορά όμως τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, αλλά το Στενό του Ορμούζ. Από την αρχή της σύγκρουσης, η Τεχεράνη επένδυσε στο γεγονός ότι δεν χρειαζόταν να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ. Αρκούσε να καταστήσει το κόστος του πολέμου δυσβάσταχτο για την παγκόσμια οικονομία. Το μνημόνιο αναγνωρίζει έμμεσα αυτή την πραγματικότητα. Το Ιράν δεσμεύεται να εξασφαλίσει ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων χωρίς χρέωση μόνο για 60 ημέρες. Στη συνέχεια προβλέπεται διάλογος με το Ομάν και άλλα παράκτια κράτη του Περσικού Κόλπου για τη μελλοντική διοίκηση και τις θαλάσσιες υπηρεσίες στο Στενό. Η διατύπωση αυτή απέχει από την παλαιότερη αμερικανική θέση ότι η ελεύθερη διέλευση από το πέρασμα δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Αν στο μέλλον υπάρξουν τέλη, μηχανισμοί ελέγχου ή άλλες μορφές διαχείρισης, το Ιράν θα έχει μετατρέψει μια πολεμική κλιμάκωση σε μόνιμο εργαλείο πίεσης πάνω στις αγορές ενέργειας.

Αυτό εξηγεί και τη βιασύνη με την οποία ο Τραμπ κινήθηκε προς την εκεχειρία. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι δεν ήθελε να βρεθεί μπροστά σε οικονομική καταστροφή. Όσο ο πόλεμος απειλούσε την τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς με πετρέλαιο, τόσο μειωνόταν η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να συνεχίσει τη σύγκρουση χωρίς τεράστιο πολιτικό κόστος. Για την Τεχεράνη, αυτή ήταν η ουσία της στρατηγικής. Οι στρατιωτικές απώλειες ήταν βαριές, αλλά η δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ αύξησε το οικονομικό κόστος του πολέμου πολύ πέρα από τα σύνορα του Ιράν. Και η συμφωνία αποδεικνύει ότι η πίεση αυτή λειτούργησε.

Ανοιχτοί λογαριασμοί

Το μνημόνιο προβλέπει άμεσο και μόνιμο τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου. Η αναφορά αυτή δημιουργεί νέα πεδία έντασης καθώς η συμφωνία ενισχύει τους φόβους της κυβέρνησης Νετανιάχου ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να επιβάλλει ένα διαφορετικό πλαίσιο διαχείρισης της περιφερειακής κρίσης, λιγότερο συμβατό με τη στρατηγική της διαρκούς στρατιωτικής πίεσης που ακολουθεί το Ισραήλ τα τελευταία χρόνια. Το κείμενο δεν περιλαμβάνει σαφή δέσμευση του Ιράν για τερματισμό της στήριξης προς οργανώσεις που λειτουργούν ως περιφερειακοί του βραχίονες. Αν οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο συνεχιστούν, η εφαρμογή του μνημονίου θα μπορούσε να δοκιμαστεί πολύ γρήγορα.

Η επόμενη φάση θα κρίνει αν ο Τραμπ μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως στρατηγική επιτυχία. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να εξασφαλίσει πολύ περισσότερα από όσα περιλαμβάνει το σημερινό μνημόνιο. Θα πρέπει να εξασφαλίσει ουσιαστική λύση για το εμπλουτισμένο υλικό, αυστηρό καθεστώς επιθεωρήσεων, μακροχρόνιους περιορισμούς στον εμπλουτισμό και μηχανισμό επαλήθευσης που δεν θα εξαρτάται από ασαφείς πολιτικές δεσμεύσεις. Προς το παρόν, αυτά παραμένουν αντικείμενο μελλοντικής διαπραγμάτευσης. Και η εμπειρία δείχνει ότι η Τεχεράνη γνωρίζει να αξιοποιεί τον χρόνο. Σε προηγούμενες συνομιλίες, οι ιρανικές αντιπροσωπείες είχαν αναπτύξει μια ολόκληρη τεχνική καθυστερήσεων, ερμηνειών και επιμέρους ενστάσεων. Όσο η διαδικασία παρατείνεται, τόσο περισσότερο παγιώνονται τα άμεσα οφέλη της πρώτης φάσης.

Ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο μιλώντας για πλήρη συντριβή του Ιράν και οριστικό τέλος στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Τον κλείνει με ένα μνημόνιο που επαναφέρει την Τεχεράνη στις αγορές πετρελαίου, ανοίγει τον δρόμο για αποδέσμευση κεφαλαίων, αναγνωρίζει τη σημασία της στη διαχείριση του Στενού του Ορμούζ και αφήνει τα δυσκολότερα ζητήματα για αργότερα. Η Ισλαμική Δημοκρατία υπέστη σοβαρά πλήγματα. Το καθεστώς δεν κατέρρευσε, το πυρηνικό ζήτημα παραμένει ανοιχτό και η συμφωνία που προέκυψε δεν θυμίζει σε τίποτα την «άνευ όρων παράδοσης» που Τραμπ και Νετανιάχου απαιτούσαν τις πρώτες μέρες του πολέμου. Η Τεχεράνη προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις ως κράτος που πλήρωσε μεν βαρύ τίμημα, αλλά τελικά απέδειξε ότι διαθέτει αρκετά μέσα για να καταστήσει το κόστος της συνέχισης του πολέμου απαγορευτικό και μία συμφωνία απαραίτητη.

Πρώτες ρωγμές στη σχέση Τραμπ-Νετανιάχου

Οι σκληρές αναφορές Βανς και η προσεκτική αντίδραση Νετανιάχου πρώτο τεστ μιας νέας ισορροπίας

Ο πόλεμος με το Ιράν δεν αναδιαμορφώνει μόνο τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Αρχίζει να μεταβάλλει και τη δυναμική μιας σχέσης που επί χρόνια θεωρείτο σχεδόν αδιάρρηκτη: εκείνης ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Οι διαφωνίες ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν είναι κάτι καινούργιο. Σπάνια όμως εμφανίζονταν τόσο καθαρά στο δημόσιο πεδίο και ακόμη σπανιότερα εκφράζονταν με τρόπο που άφηνε να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον ορισμένες ισραηλινές κινήσεις εμπόδιο για τους δικούς της στρατηγικούς σχεδιασμούς. Η συμφωνία με το Ιράν αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο σημείο τριβής. Η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε να προχωρήσει σε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης που απέχει σημαντικά από τις θέσεις που προωθούσε επί μήνες η ισραηλινή ηγεσία. Το τελικό κείμενο προβλέπει οικονομική ανακούφιση για την Τεχεράνη, αφήνει κρίσιμα ζητήματα του πυρηνικού προγράμματος για επόμενη φάση συνομιλιών και ανοίγει τον δρόμο για ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τις κυρώσεις και την οικονομική επανασύνδεση του Ιράν με τις διεθνείς αγορές. Για τον Νετανιάχου, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας. Αφορά και το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον έδειξε διατεθειμένη να προχωρήσει χωρίς να υιοθετήσει τις βασικές ισραηλινές απαιτήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και τον περιφερειακό ρόλο της Τεχεράνης.

Τις τελευταίες ημέρες η απόσταση αυτή έγινε ακόμη πιο ορατή. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπερασπίστηκε ανοιχτά τη συμφωνία με το Ιράν και ταυτόχρονα απηύθυνε ένα ασυνήθιστα αυστηρό μήνυμα προς το Ισραήλ. Τόνισε πως η ισραηλινή κυβέρνηση οφείλει να «σεβαστεί αυτή την ειρηνευτική διαδικασία» και χαρακτήρισε «απαράδεκτους» τους θανάτους αμάχων στον Λίβανο. Ο Βανς περιέγραψε την απογοήτευση του Τραμπ κάθε φορά που, ενώ η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι βρισκόταν κοντά σε μια σημαντική διπλωματική εξέλιξη, ακολουθούσε μια νέα πολύνεκρη ισραηλινή επίθεση. Ο Λευκός Οίκος δεν ανησυχεί μόνο για την κλιμάκωση της βίας, αλλά και για το ενδεχόμενο οι ισραηλινές επιχειρήσεις να υπονομεύσουν μια συμφωνία που η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί πλέον βασικό στοιχείο της στρατηγικής της. Ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά Βανς στην αμερικανική στρατιωτική υποστήριξη προς το Ισραήλ. «Τους τελευταίους τρεις μήνες, τα δύο τρίτα των αμυντικών όπλων που προστάτευσαν τη χώρα σας κατασκευάστηκαν από αμερικανικά χέρια και πληρώθηκαν από τους Αμερικανούς φορολογούμενους» δήλωσε. Και προχώρησε ακόμη περισσότερο σημειώνοντας ότι όσοι στο Ισραήλ αντιμετωπίζουν τον Τραμπ ως πρόβλημα «πρέπει να ξυπνήσουν και να αντιληφθούν την πραγματικότητα».

Για πολλούς παρατηρητές, οι δηλώσεις αυτές δείχνουν κάτι περισσότερο από συγκυριακή ενόχληση. Αποτυπώνουν την πρόθεση της κυβέρνησης Τραμπ να υπενθυμίσει ότι η αμερικανική στήριξη δεν συνεπάγεται αυτόματη ταύτιση με κάθε επιλογή της κυβέρνησης Νετανιάχου. Η αντίδραση του Ισραηλινού πρωθυπουργού ήταν αξιοσημείωτα προσεκτική. Στις πρώτες δημόσιες τοποθετήσεις του μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, ο Νετανιάχου επέλεξε να δώσει έμφαση στη σημασία των σχέσεων με την Ουάσιγκτον. Μίλησε για την ανάγκη διατήρησης της «ζωτικής σημασίας σχέσης» με τις ΗΠΑ και υπενθύμισε ότι οι Αμερικανοί «παρέμειναν στο πλευρό μας σε αυτή τη μάχη». Η επιλογή των λέξεων δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία.

Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει σοβαρά για επικείμενη ρήξη ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι δεσμοί που συνδέουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι πολύ βαθύτεροι από μια διαφωνία γύρω από το Ιράν. Ωστόσο, οι τελευταίοι μήνες αποκάλυψαν ένα όριο που μέχρι πρόσφατα παρέμενε σχεδόν αόρατο. Ο Τραμπ δεν δείχνει διατεθειμένος να διακινδυνεύσει μια συμφωνία που θεωρεί κρίσιμη για τη σταθεροποίηση της περιοχής, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει δημόσια σύγκρουση με επιλογές της κυβέρνησης Νετανιάχου. Και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιρροή του στον Λευκό Οίκο δεν είναι πλέον δεδομένη. Από αυτή την άποψη, η συμφωνία με το Ιράν ίσως να αποτελέσει και το πρώτο μεγάλο τεστ μιας νέας ισορροπίας στις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, όπου οι δύο κυβερνήσεις παραμένουν σύμμαχοι, αλλά δεν κινούνται πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0