«Αν εισάγεις τον Τρίτο Κόσμο, θα γίνεις Τρίτος Κόσμος». Σε αυτή τη φράση ο Ντόναλντ Τραμπ συμπύκνωσε μια ολόκληρη πολιτική αντίληψη για τη μετανάστευση, την παγκοσμιοποίηση και τις κοινωνικές ανισότητες προβάλλοντας τις φτωχότερες χώρες ως φορείς υπανάπτυξης και τους ανθρώπους τους ως απειλή για τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη και το ποδόσφαιρο, για να συνδεθούμε με το μουντιαλικό κλίμα των ημερών, προσφέρει ένα εύγλωττο παράδειγμα.
Οι ισοπαλίες στις οποίες υποχρεώθηκαν παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις του αθλήματος, ο τρόπος με τον οποίο η Βραζιλία γλίτωσε την ήττα από το Μαρόκο και η Ουρουγουάη από τη Σαουδική Αραβία, το 0-0 της Ισπανίας με το Πράσινο Ακρωτήρι, δεν είναι πρωτοφανή. Εδώ και 30 χρόνια έχουμε εκπλήξεις, αλλά φέτος, ως τώρα τουλάχιστον, το φαινόμενο δείχνει να γενικεύεται. Βέβαια, τα Μουντιάλ είναι ένα υβρίδιο μαραθώνιου και σπριντ, όπως θα έλεγε αυτάρεσκα ο Μητσοτάκης, οπότε ας περιμένουμε. Ωστόσο, κάποια πρώτα συμπεράσματα έχουν ήδη βγει. Η μεταγραφή ταλαντούχων παικτών του Τρίτου Κόσμου σε πλούσιους συλλόγους της Γηραιάς Ηπείρου τούς έδωσε τη δυνατότητα να μπολιαστούν με την προηγμένη ποδοσφαιρική παιδεία και τις επαγγελματικές τεχνικές των ευρωπαϊκών συλλόγων. Πρωταγωνιστώντας στις διασυλλογικές οργανώσεις απέβαλαν το σύνδρομο του «κομπάρσου»· απέκτησαν αυτοπεποίθηση. Οι έμπειροι Ευρωπαίοι προπονητές δούλεψαν πάνω τους, στηρίχθηκαν στη φυσική τους κατάσταση, επενδύοντας παράλληλα σε συμπαγή αμυντική οργάνωση και γρήγορες μεταβιβάσεις. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε στο γήπεδο· ένα καλά οργανωμένο σύνολο δείχνει ότι μπορεί να εξουδετερώσει την υπεροχή των μεγάλων ονομάτων, που πολλές φορές διακρίνονται από μια μεγάλη δόση ατομισμού. Κάπως έτσι, οι εκπλήξεις παύουν να έχουν τα ρομαντικά χαρακτηριστικά του παρελθόντος και αναδεικνύουν ένα στοιχείο ανακατανομής ποδοσφαιρικής ισχύος, όπου η παγκοσμιοποίηση του αθλήματος μειώνει σταθερά το παραδοσιακό προβάδισμα των παραδοσιακά μεγάλων.
Η ποδοσφαιρική πραγματικότητα δείχνει πως με την παγκοσμιοποίηση, η επαφή του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου με τον λεγόμενο Πρώτο Κόσμο, συνέβαλε στην άνοδο των λιγότερο ισχυρών. Σε αντίθεση με την αντίληψη Τραμπ, δεν έχουμε μια διαδικασία «εισαγωγής υπανάπτυξης», αλλά διάχυσης γνώσης, τεχνογνωσίας και δυνατοτήτων. Θα μπορούσε να ονομαστεί και «εξαγωγή ανάπτυξης», που αν κοιτάξουμε τους υπόλοιπους, εξωποδοσφαιρικούς τομείς της ζωής, οδηγεί τις χώρες της Ασίας, πρωτίστως, και σε (πολύ) δεύτερο βαθμό της Αφρικής, να καλύπτουν το χάσμα, κυρίως στην τεχνολογία, ενίοτε δε να γίνονται πρωταγωνιστές. Με μια ελάχιστη δόση αυθαιρεσίας, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε την Ουκρανία, το Ιράν και, βέβαια, την Κίνα. Όταν ανοίγουν οι δρόμοι της γνώσης, της κινητικότητας και της συνεργασίας, οι άλλοτε αδύναμοι δεν μεταφέρουν την αδυναμία τους στους ισχυρούς. Αντίθετα, αποκτούν οι ίδιοι τη δυνατότητα να τους ανταγωνιστούν και ενίοτε να τους νικήσουν. Αμφισβητώντας εμπράκτως αυτό που υπονοεί η ρητορική του Τραμπ, ότι η πρόοδος είναι -και πρέπει να είναι, λέει- προνόμιο των λίγων, κληρονομικό δικαίωμα των ισχυρών.
