«Πώς να τελειώσουμε τη δουλειά στο Ιράν». Με απροκάλυπτη ωμότητα, η εφημερίδα Wall Street Journal άνοιξε την Κυριακή τη συζήτηση για το επόμενο στάδιο της αμερικανικής επέμβασης στη Μέση Ανατολή.
Ο αρθρογράφος Σεθ Κρόπσεϊ, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού Ναυτικού στις κυβερνήσεις Ρήγκαν και Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, δεν περιορίστηκε σε εκκλήσεις για νέους βομβαρδισμούς. Τάχθηκε υπέρ μιας «πολυφασικής επιχείρησης» που θα μπορούσε να περιλαμβάνει ακόμη και ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν, με στόχο να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ και να επιτευχθεί «η κατάρρευση του ιρανικού κράτους».
Το άρθρο ήρθε δύο μόλις μέρες μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ από το Πεκίνο με άδεια χέρια και τη στιγμή που στην Ουάσιγκτον πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι ο Λευκός Οίκος εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τους New York Times, Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ βρίσκονται στις «πιο εντατικές προετοιμασίες από την έναρξη της εκεχειρίας» για πιθανή επανεκκίνηση των επιθέσεων ακόμη και μέσα στις επόμενες ημέρες. Το Axios αποκάλυψε ότι ο Τραμπ συγκαλεί εκ νέου το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου.
Για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και τμήματα του πολιτικού κατεστημένου μιλούν ανοιχτά ακόμη και για πιθανότητα ανάπτυξης αμερικανικών στρατευμάτων στο ιρανικό έδαφος, ένα σενάριο που μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες θεωρούνταν σχεδόν αδιανόητο.
Ο ίδιος ο Τραμπ φρόντισε να ενισχύσει αυτά τα σενάρια. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου, προειδοποίησε μέσω Truth Social ότι «για το Ιράν το ρολόι μετρά αντίστροφα». Λίγο αργότερα ανάρτησε εικόνα με χάρτη της Μέσης Ανατολής καλυμμένο από την αμερικανική σημαία και κόκκινα βέλη να κατευθύνονται προς το Ιράν από κάθε πλευρά, ενώ σε άλλη ανάρτηση εμφανιζόταν να πατά κόκκινο κουμπί μπροστά σε οθόνη με πυρηνικά μανιτάρια.
Πίσω από αυτή τη συζήτηση κρύβεται μια βαθύτερη ανησυχία. Παρά τους μέχρι τώρα βομβαρδισμούς που προκάλεσαν πάνω από 3.000 νεκρούς και ισοπέδωσαν δεκάδες χιλιάδες υποδομές σε όλη τη χώρα, η Ουάσιγκτον δεν έχει επιτύχει κανέναν από τους βασικούς στρατηγικούς της στόχους. Η ιρανική κυβέρνηση δεν κατέρρευσε, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν υπό τον έλεγχο της και η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Ταυτόχρονα, το οικονομικό κόστος αρχίζει να μετατρέπεται σε σοβαρό εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο. Ο πληθωρισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες επιταχύνεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων τριών ετών, η τιμή της βενζίνης έχει ξεπεράσει τα 4,5 δολάρια το γαλόνι και οι τιμές βασικών τροφίμων αυξάνονται με εκρηκτικούς ρυθμούς. Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση παραδέχεται πλέον ότι το κόστος του πολέμου έχει ήδη φτάσει τα 29 δισεκατομμύρια δολάρια.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η πιο αποκαλυπτική ίσως στιγμή ήρθε όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε αν η οικονομική πίεση που βιώνουν οι Αμερικανοί θα τον ωθήσει να επιδιώξει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. «Ούτε στο ελάχιστο», απάντησε. Και όταν οι δημοσιογράφοι επέμειναν για τον αντίκτυπο που έχει η κρίση στην καθημερινότητα εκατομμυρίων Αμερικανών, ο πρόεδρος απάντησε ακόμη πιο ωμά: «Δεν σκέφτομαι την οικονομική κατάσταση των Αμερικανών». Λίγες ημέρες αργότερα, όχι μόνο δεν ανασκεύασε τη δήλωση αλλά την υπερασπίστηκε δημόσια στο Fox News.
Η φράση προκάλεσε σοκ ακόμη και σε τμήματα του Ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου. Δημοκρατικοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν τον Τραμπ ότι παραδέχθηκε ανοιχτά την αδιαφορία του για το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, ενώ ακόμη και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς προσπάθησε αμήχανα να υποστηρίξει ότι τα λόγια του προέδρου «παρερμηνεύθηκαν». Και αυτό ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο στοιχείο της σημερινής συγκυρίας. Γιατί όσο αποτυγχάνει η προσπάθεια διπλωματικής αποκλιμάκωσης και όσο η Ουάσιγκτον αισθάνεται ότι χάνει τον έλεγχο της κρίσης, τόσο ισχυρότερες γίνονται μέσα στο πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον οι φωνές που αντιμετωπίζουν έναν ακόμη μεγαλύτερο πόλεμο όχι ως κίνδυνο αλλά ως τη μοναδική διαθέσιμη λύση.