Live τώρα    
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Αναζητώντας διέξοδο ανάμεσα σε εκεχειρία και νέα κλιμάκωση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Αναζητώντας διέξοδο ανάμεσα σε εκεχειρία και νέα κλιμάκωση

135681930.jpg

Μια εκεχειρία που παραμένει τυπικά σε ισχύ εν μέσω εκατέρωθεν επιθέσεων, διαπραγματεύσεις που προχωρούν παράλληλα με απειλές για νέα κλιμάκωση, διεθνείς αγορές που κινούνται στον ρυθμό κάθε νέας αιφνιδιαστικής στροφής του Ντόναλντ Τραμπ και μια αναπάντεχη αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Ριάντ. Οι τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν αποτυπώνουν μια κρίση που αλλάζει μορφή από μέρα σε μέρα, καθώς οι ΗΠΑ αναζητούν εναγωνίως διέξοδο από έναν πόλεμο που τελικά δεν οδήγησε ούτε στην αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη ούτε στον έλεγχο της πιο κρίσιμης ενεργειακής αρτηρίας του πλανήτη.

Η εύθραυστη εκεχειρία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ιράν τυπικά παραμένει σε ισχύ. Μοιάζει όμως περισσότερο με προσωρινή παύση των εχθροπραξιών παρά με πραγματική αποκλιμάκωση. Παρά τις αλληλοκατηγορίες για παραβιάσεις και τα συνεχιζόμενα πλήγματα στον Περσικό Κόλπο, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ανακοινώσει επίσημα την κατάρρευση των συνομιλιών. Αντίθετα, πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση υπάρχει έντονη διπλωματική κινητικότητα, με το Πακιστάν να επιχειρεί να κρατήσει ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη. Οι τελευταίες ημέρες αποτυπώνουν σχεδόν με ωμό τρόπο τη φύση της κρίσης. Μέσα σε διάστημα λίγων 24ωρων η αμερικανική κυβέρνηση πέρασε από απειλές για νέους βομβαρδισμούς «πολύ μεγαλύτερης έντασης» σε αισιόδοξες εκτιμήσεις περί επικείμενης συμφωνίας, μόνο για να ακολουθήσουν νέες συγκρούσεις και αμοιβαίες κατηγορίες. Παρά τη σύγχυση, ένα στοιχείο παραμένει σταθερό: καμία πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει πλήρως τη διπλωματική διαδικασία. Ακόμη και μέσα στο κλίμα των στρατιωτικών επεισοδίων, οι επαφές συνεχίζονται και οι μεσολαβητές επιχειρούν να αποτρέψουν μια νέα γενικευμένη ανάφλεξη.

Η διπλωματία του Ορμούζ και η μάχη των αγορών

Η πρόταση που βρίσκεται στο τραπέζι αφορά μια εξαιρετικά περιορισμένη «ενδιάμεση» συμφωνία. Σύμφωνα με Πακιστανούς αξιωματούχους, οι δύο πλευρές βρίσκονται πιο κοντά από ποτέ σε μια προσωρινή διευθέτηση που θα απέτρεπε την επανέναρξη του πολέμου και θα επέτρεπε την ασφαλή ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ. Οι αγορές αντέδρασαν σχεδόν ακαριαία στην πληροφορία ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται σχετικά κοντά στην επίτευξη συμφωνίας. Η προοπτική επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ -από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και φυσικού αερίου- οδήγησε σε απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου και έστειλε τα διεθνή χρηματιστήρια κοντά σε ιστορικά υψηλά. Οι παγκόσμιες αγορές έχουν μετατραπεί πλέον σε έναν άτυπο δείκτη του πολέμου. Κάθε δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ, κάθε διαρροή από τις διαπραγματεύσεις και κάθε στρατιωτικό επεισόδιο στον Περσικό Κόλπο αρκούν για να προκαλέσουν έντονες διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας, στις μετοχές και στις μεταφορές.

Αυτή η οικονομική πίεση είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που η Ουάσιγκτον αναζητεί τόσο άμεσα διέξοδο. Η αρχική στρατηγική βασίστηκε στην υπόθεση ότι το Ιράν θα λύγιζε είτε στρατιωτικά είτε οικονομικά. Ωστόσο, παρά τις εκτεταμένες αεροπορικές επιδρομές, η ιρανική ηγεσία όχι μόνο παρέμεινε όρθια, αλλά απέδειξε ότι διατηρεί τη δυνατότητα να προκαλεί τεράστιο κόστος στη διεθνή οικονομία. Το Στενό του Ορμούζ εξελίχθηκε σε κεντρικό μηχανισμό πίεσης της Τεχεράνης. Ο έλεγχος της περιοχής και η δυνατότητα απειλής των ενεργειακών υποδομών του Κόλπου αποτελούν ίσως τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά όπλα του Ιράν. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ επιχείρησαν να απαντήσουν με τον δικό τους αποκλεισμό, εμποδίζοντας ιρανικά ή συνδεδεμένα με το Ιράν πλοία να εξέλθουν από τον Κόλπο.

Τη Δευτέρα το Ιράν εκτόξευσε πυραύλους και drones εναντίον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σε μια επίδειξη ισχύος που συνδέθηκε άμεσα με την αμερικανική επιχείρηση προστασίας εμπορικών πλοίων που είχαν εγκλωβιστεί λόγω του αποκλεισμού του Ορμούζ. Λίγες μέρες αργότερα, αμερικανικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ εναντίον ιρανικού δεξαμενόπλοιου λίγες μόλις ώρες αφότου ο Τραμπ είχε εκδώσει νέο τελεσίγραφο προς την Τεχεράνη. Ο Αμερικανός Πρόεδρος δήλωσε ότι το Ιράν θα πρέπει να αποδεχθεί συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, διαφορετικά θα αντιμετωπίσει βομβαρδισμούς «σε πολύ υψηλότερο επίπεδο και ένταση από πριν», ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί συμφωνία πριν από το ταξίδι του στην Κίνα την επόμενη εβδομάδα.

Το Project Freedom και η ρήξη Ουάσιγκτον-Ριάντ

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ίσως ένδειξη ότι η αμερικανική στρατηγική συναντά σοβαρές αντιστάσεις δεν προήλθε από την Τεχεράνη αλλά από έναν από τους πιο στενούς συμμάχους της Ουάσιγκτον: τη Σαουδική Αραβία. Η ανακοίνωση του Τραμπ για το λεγόμενο Project Freedom -την επιχείρηση συνοδείας πλοίων μέσω του Στενού του Ορμούζ- προκάλεσε έντονη αντίδραση από τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Σύμφωνα με αμερικανικές και σαουδαραβικές πηγές, το Ριάντ αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση του σαουδαραβικού εναέριου χώρου και αμερικανικών βάσεων στη χώρα για την υποστήριξη της επιχείρησης. Η απόφαση αιφνιδίασε Αμερικανούς αξιωματούχους και υποχρέωσε τον Τραμπ να εγκαταλείψει ουσιαστικά το σχέδιο μέσα σε λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Ακολούθησε ένας πυρετός τηλεφωνικών επαφών ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Ριάντ, συμπεριλαμβανομένης απευθείας συνομιλίας ανάμεσα στον Τραμπ και στον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Λίγες ώρες αργότερα ο Αμερικανός Πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η επιχείρηση «παγώνει» λόγω «σημαντικής προόδου» στις συνομιλίες με το Ιράν.

Η Σαουδική Αραβία θεώρησε ότι το σχέδιο θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε άμεση στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν, μετατρέποντας τις πετρελαϊκές και ενεργειακές υποδομές του Κόλπου σε στόχο αντιποίνων. Παράλληλα, το Ριάντ εμφανίζεται ολοένα και πιο ανήσυχο απέναντι στις συνεχείς μετατοπίσεις της αμερικανικής στρατηγικής - από τις απειλές για κλιμάκωση στις ξαφνικές στροφές προς τη διπλωματία. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει και τη μεταβολή στη στάση της Σαουδικής Αραβίας. Μόλις πριν από μερικούς μήνες ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν πίεζε, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, την κυβέρνηση Τραμπ να συνεχίσει την εκστρατεία βομβαρδισμών με στόχο την αποδυνάμωση ή ακόμη και την κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος. Σήμερα όμως το Ριάντ κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, θεωρώντας ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον Κόλπο και να απειλήσει τα φιλόδοξα οικονομικά σχέδια της χώρας. Αυτός είναι και ο λόγος που η Σαουδική Αραβία υποστηρίζει πλέον έμμεσα τη διαμεσολάβηση του Πακιστάν και τις προσπάθειες επίτευξης μιας προσωρινής συμφωνίας.

Οι «μαξιμαλιστικές» απαιτήσεις και τα όρια της διαπραγμάτευσης

Παράλληλα, οι αποστάσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένουν μεγάλες. Ιρανοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι αρκετές από τις αμερικανικές απαιτήσεις είναι «παράλογες», «μη ρεαλιστικές» και «μαξιμαλιστικές». Η σημαντικότερη ίσως διαφωνία αφορά το αίτημα της Ουάσιγκτον για απομάκρυνση των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου από το Ιράν. Για την αμερικανική πλευρά η απομάκρυνση του συγκεκριμένου υλικού αποτελεί κρίσιμο στοιχείο οποιασδήποτε συμφωνίας, καθώς θεωρείται πιθανή βάση για την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Για την Τεχεράνη όμως μια τέτοια παραχώρηση ισοδυναμεί με στρατηγική υποχώρηση που δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή πολιτικά. Η Τεχεράνη θεωρεί πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Και δεν είναι μόνο η διεθνής ενεργειακή κρίση. Υπάρχει η εκτίμηση ότι όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο περισσότερο θα αυξάνεται η πίεση προς τον Τραμπ να κλείσει το μέτωπο του πολέμου και να παρουσιάσει αποτέλεσμα στο εσωτερικό. Παράλληλα όμως η ιρανική ηγεσία προσπαθεί να κρατήσει μια εύθραυστη ισορροπία. Αν οι συνομιλίες καταρρεύσουν πλήρως, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να περιορίσουν τη στρατιωτική εμπλοκή τους, διατηρώντας όμως ένα ασφυκτικό καθεστώς κυρώσεων που θα συνεχίσει να εξαντλεί την ιρανική οικονομία.

Ένας πόλεμος χωρίς νικητή, αλλά με ξεκάθαρο χαμένο

Πέρα όμως από τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς, ο απολογισμός του πολέμου είναι ήδη βαρύς. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους, ενώ οι καταστροφές σε αστικές περιοχές και κρίσιμες υποδομές του Ιράν και του Λιβάνου έχουν προκαλέσει νέα ανθρωπιστική κρίση στην περιοχή. Οι συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις τιμές της ενέργειας αναμένεται να διαρκέσουν για χρόνια. Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της σύγκρουσης. Έπειτα από μήνες βομβαρδισμών, απειλών, κυρώσεων και στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι βασικοί άξονες της υπό συζήτηση συμφωνίας μοιάζουν εντυπωσιακά κοντά σε όσα συζητούνταν πριν από την έναρξη του πολέμου.

Ταυτόχρονα, διαμορφώνεται ακόμα ένα πολιτικό και στρατηγικό παράδοξο: ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται τώρα να αναζητεί μια συμφωνία που σε αρκετά σημεία θυμίζει τη συμφωνία του 2015 επί Μπαράκ Ομπάμα - την ίδια συμφωνία που κατήγγειλε ως αδύναμη και επικίνδυνη για τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο πόλεμος μπορεί να μην έχει ακόμη έναν καθαρό νικητή, όμως αρχίζει να διαμορφώνεται όλο και πιο καθαρά ένας μεγάλος χαμένος: η Ουάσιγκτον και προσωπικά ο Ντόναλντ Τραμπ. Η στρατηγική του δεν οδήγησε ούτε στην κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος ούτε στην εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν απομονωμένες την ώρα που ολόκληρος ο πλανήτης έγινε μάρτυρας των ορίων της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Παρά τους μήνες βομβαρδισμών και τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, το Ιράν διατήρησε τη δυνατότητα να απειλεί τη σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη, να προκαλεί σοβαρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές και να επιβάλλει τελικά τη διαπραγμάτευση ως αναγκαία διέξοδο. Η περιοχή μετρά πλέον χιλιάδες νεκρούς, μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση και μια εύθραυστη εκεχειρία που μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Με την Ουάσιγκτον να διαπραγματεύεται από θέση πολύ πιο αδύναμη από εκείνη που φανταζόταν όταν ξεκινούσε τον πόλεμο.


Τι περιλαμβάνει η συμφωνία που συζητούν ΗΠΑ και Ιράν

Εμπλουτισμός ουρανίου, Ορμούζ, βαλλιστικοί πύραυλοι, κυρώσεις και παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία

Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ιράν δεν αφορούν -τουλάχιστον προς το παρόν- μια οριστική ειρηνευτική συμφωνία αλλά ένα προσωρινό πλαίσιο αποκλιμάκωσης που θα απέτρεπε την άμεση επιστροφή στον πόλεμο και θα δημιουργούσε χώρο για πιο ουσιαστικές συνομιλίες. Σύμφωνα με πληροφορίες από διπλωματικές πηγές και μεσολαβητές, το σχέδιο που βρίσκεται υπό συζήτηση παίρνει τη μορφή ενός προσωρινού «μνημονίου κατανόησης» με βασικό στόχο να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ.

Το προτεινόμενο πλαίσιο φαίνεται να εξελίσσεται σε τρία στάδια. Το πρώτο αφορά την επίσημη παγίωση της εκεχειρίας και τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Το δεύτερο σχετίζεται με την κρίση στο Στενό του Ορμούζ, όπου τόσο η Τεχεράνη όσο και η Ουάσιγκτον χρησιμοποιούν τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας ως βασικό μοχλό πίεσης. Το τρίτο στάδιο προβλέπει ένα παράθυρο περίπου 30 ημερών για διαπραγματεύσεις πάνω σε μια ευρύτερη συμφωνία που θα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα ζητήματα της σύγκρουσης. Ακριβώς εκεί όμως αρχίζουν και οι μεγαλύτερες δυσκολίες. Το βασικότερο αγκάθι παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η Τεχεράνη επιδιώκει τελικά την απόκτηση πυρηνικού όπλου, κάτι που το Ιράν αρνείται σταθερά υποστηρίζοντας ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο εμπλουτισμός ουρανίου. Οι ΗΠΑ απαιτούν ουσιαστικά πολυετή εγκατάλειψη του δικαιώματος εμπλουτισμού και απομάκρυνση των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου από τη χώρα. Η Τεχεράνη, αντίθετα, επιμένει ότι το δικαίωμα στον εμπλουτισμό πρέπει να αναγνωριστεί επισήμως. Διπλωματικές πηγές θεωρούν πιθανό έναν συμβιβασμό που θα περιλαμβάνει ένα πολυετές μορατόριουμ στον εμπλουτισμό και εξαγωγή μέρους των αποθεμάτων ουρανίου.

Εξίσου δύσκολο θεωρείται και το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων. Πριν από τον πόλεμο η Ουάσιγκτον ζητούσε περιορισμό της εμβέλειας των ιρανικών πυραύλων ώστε να μην μπορούν να πλήξουν το Ισραήλ. Το Ιράν απορρίπτει σταθερά κάθε συζήτηση γύρω από το πυραυλικό του οπλοστάσιο, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για συμβατικό αμυντικό δικαίωμα που δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται οι κυρώσεις και τα παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία. Η ιρανική οικονομία βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό ασφυκτική πίεση, ενώ οι τελευταίοι μήνες πολέμου επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η Τεχεράνη ζητά άρση κυρώσεων, αποδέσμευση δισεκατομμυρίων δολαρίων και αποζημιώσεις για τις καταστροφές του πολέμου, αν και θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποδεχθούν το τελευταίο αίτημα. Το ίδιο το Στενό του Ορμούζ αποτελεί επίσης ξεχωριστό πεδίο σύγκρουσης. Για το Ιράν η δυνατότητα ελέγχου της θαλάσσιας οδού είναι το βασικότερο διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στην αμερικανική πίεση. Για τις ΗΠΑ και τις χώρες του Κόλπου όμως οποιαδήποτε μορφή επίσημης αναγνώρισης ιρανικού ελέγχου στο Ορμούζ θεωρείται απαράδεκτη.

Η πιθανότητα μιας συνολικής συμφωνίας παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη. Ακόμη και η συμφωνία του 2015 -που θεωρούνταν πολύ στενότερη και τεχνικά πιο περιορισμένη- χρειάστηκε χρόνια διαπραγματεύσεων. Σήμερα, μετά από μήνες πολέμου και αμοιβαίας δυσπιστίας, το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές μοιάζει μεγαλύτερο παρά ποτέ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0