Δύο αξιοσημείωτα μουσικά ταξίδια σε βορεινές όσο και μεσογειακές μουσικές συντεταγμένες, μεσούσης μιας κατάφορτης από εκδηλώσεις καλλιτεχνικής περιόδου, επιφύλαξαν οι δύο «μεγάλοι» ορχηστρικοί σχηματισμοί της πρωτεύουσας σε φιλέρευνους φιλόμουσους και όχι μόνον.
Σε μιαν ακόμη «Συμφωνική Βραδιά» για το Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» του Ωδείου Αθηνών, η άρτι 10ετής Ορχήστρα Φιλαρμόνια Αθηνών αξιοποίησε τις ειδούς του Δεκεμβρίου, προκειμένου να ανακαλέσει «Βορεινές Αναμνήσεις» του μείζονος ευρωπαϊκού χώρου, ως συνήθως όχι χωρίς ελληνικό άρωμα, αφού τη συναυλία της 15ης του μηνός εγκαινίασε το Adagio σε Ντο μείζονα του ελληνικής καταγωγής Ρώσου Βασίλι Παύλοβιτς Καλαφάτη (1869-1942), μαθητή του Ν. Ρίμσκυ-Κόρσακωφ και δασκάλου του Ίγκορ Στραβίνσκυ, σε νέα έκδοση από τη Φιλαρμόνια της εντασσόμενης στο αρχείο του αρχιμουσικού Βύρωνος Φιδετζή χειρόγραφης παρτιτούρας. Έργο απροκάλυπτης τονικότητας, με χυμώδη μελωδισμό και πληθωρική ενορχήστρωση, προδίδει συμφωνική προαίρεση και φιλοδοξία, αν και η οργανική διανομή, που περιλαμβάνει χάλκινα και πιάνο, δεν οικονομήθηκε επαρκώς από την Ορχήστρα, τουλάχιστον στον συγκεκριμένο συναυλιακό χώρο. Παρόμοιο ζήτημα δεν επισημάναμε στο 2ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς που επιφορτίσθηκε, σε κλίμα συνεργατικής ασφάλειας εκ μέρους του μαέστρου Φιδετζή, ο νεαρός πιανίστας Θοδωρής Φιλιππόπουλος, ώστε να προβληθούν εύστοχα και με τη δέουσα ρυθμική εγρήγορση οι απαραίτητες εσωτερικές ισορροπίες στο αρχικό αλέγκρο, με τον σολίστ σε ιδιαίτερη φόρμα και για την καντέντσα. Το andante, ευπρόσδεκτης εστίασης και εσωτερικότητας, πιστοποίησε ενότητα σύλληψης μιας μουσικής απ’ αυτές που «άλλαξαν τον κόσμο» και πιστώθηκε ετοιμότητα μετάπτωσης στη σαρκαστική ελαφράδα και τους στροβιλισμούς του φινάλε.

Η σπανίως ανακρουόμενη εισαγωγή στον «Ruy Blas» του Ουγκώ από τη γραφίδα του F. Mendelssohn-Bartholdy οδήγησε, μετά το διάλειμμα και χωρίς παύση, στην 3η (από τις 5) και όντως «Symphonie Singulière» του Σουηδού Franz Berwald (1796-1868), γεμάτη ιδέες και ανατροπές, στη σαγήνη της παρθενικής εκ του σύνεγγυς γνωριμίας με την οποία ευγνωμόνως παραδοθήκαμε...

Ένα μήνα αργότερα, η τακτική συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών της 16ης Ιανουαρίου σηματοδότησε μετατόπιση σε εν πολλοίς «άγονη» γραμμή ιταλικού ρεπερτορίου με αρχιμουσικό τον νεαρό Ιωάννη Πουλάκη, που «χτίζει» τη σταδιοδρομία του υπηρετώντας σε παραπλήσια τής Βιέννης Λυρική σκηνή, παραδοσιακά χώρο απόκτησης εμπειρίας για διακρινόμενους του αύριο. Ο μαέστρος διαχειρίσθηκε εξαρχής με αξιοσημείωτη διαφάνεια απαιτητικές ενορχηστρώσεις για δύο πιανιστικές μινιατούρες του αποκαλούμενου και «Ιταλού Μπραμς» Giuseppe Martucci (1856-1909), προτού ενώσει τις δυνάμεις του με το κοντραμπάσο του Κορυφαίου Α´ της ΚΟΑ Νίκου Τσουκαλά για το Divertimento Concertante τού κινηματογραφικής φήμης Nino Rota (1911-1979). Το όντως «παιγνιώδες» στοιχείο που διατρέχει το 4μερές έργο δεν προετοιμάζει για την εσωστρέφεια της εκτενούς καντέντσας του α´ μέρους. Έγχορδα, ξύλινα και κόρνα έλαμψαν στο έμπλεο εναλλαγών «Εμβατήριο», με αναγνωρίσιμη τη μελωδική φλέβα του συνθέτη στη δίκην γ´ μέρους «Άρια», που οδηγεί στην εργώδη πολυπραγμοσύνη του τελικού allegro marcato. Τα ατμοσφαιρικά «Πεύκα της Ρώμης» του Ottorino Respighi οδήγησαν σε λυτρωτική κλιμάκωση μιαν όντως θρεπτική μουσική εμπειρία...
