Live τώρα    
FCAS / Η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα χάνει τη ναυαρχίδα της
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

FCAS / Η κοινή ευρωπαϊκή άμυνα χάνει τη ναυαρχίδα της

135705731.jpg
Μακρόν και Σολτς το 2023, όταν τα γαλλογερμανικά αμυντικά σχέδια γέμιζαν αισιοδοξία τις δύο κυβερνήσεις

Για χρόνια το Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης (FCAS) παρουσιαζόταν ως η ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Στόχος του ήταν η ανάπτυξη ενός κοινού μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς που θα αντικαθιστούσε τα Rafale και Eurofighter, καθώς και ενός ολόκληρου δικτύου μη επανδρωμένων συστημάτων και ψηφιακών υποδομών. Η επίσημη κατάρρευση του προγράμματος αυτή την εβδομάδα δείχνει πόσο δύσκολη παραμένει η μετατροπή των πολιτικών διακηρύξεων σε κοινά εξοπλιστικά προγράμματα. Παρά τη ραγδαία αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, η Γαλλία και η Γερμανία δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν ούτε στο ποιος θα κατασκευάζει το αεροσκάφος ούτε στον τύπο του αεροσκάφους που ήθελαν να κατασκευάσουν. Μετά από συνάντηση του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, γαλλικές και γερμανικές κυβερνητικές πηγές επιβεβαίωσαν ότι το αδιέξοδο μεταξύ των βιομηχανικών εταίρων του FCAS ήταν πλέον αδύνατο να ξεπεραστεί.

Ένα αεροσκάφος, δύο διαφορετικά οράματα

Επισήμως, το αδιέξοδο προέκυψε από τη μακρόχρονη αντιπαράθεση ανάμεσα στη γαλλική Dassault και στην Airbus για τον έλεγχο του προγράμματος, την πρόσβαση στις κρίσιμες τεχνολογίες, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τον καταμερισμό της παραγωγής. Ο διευθύνων σύμβουλος της Dassault Ερίκ Τραπιέ είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι το πρόγραμμα δεν μπορούσε να συνεχίσει να καθυστερεί επ’ αόριστον, περιγράφοντας την κατάσταση ως αδιέξοδο. Από την άλλη πλευρά, η Airbus θεωρούσε ότι η γαλλική εταιρεία επιχειρούσε να διατηρήσει δυσανάλογο έλεγχο πάνω στο σύνολο του σχεδιασμού.

Η γαλλική επιμονή δεν συνδεόταν μόνο με ζητήματα γοήτρου. Η Dassault αντιμετώπιζε το FCAS ως τον φυσικό διάδοχο του Rafale, ενός μαχητικού που έχει αποφέρει δισεκατομμύρια ευρώ μέσω εξαγωγών σε χώρες όπως η Ινδία, η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ελλάδα και η Ινδονησία. Η εταιρεία υποστήριζε ότι η εμπειρία της δικαιολογούσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο νέο αεροσκάφος και επέμενε να παραμείνει ο κύριος αρχιτέκτονας του προγράμματος. Από γερμανικής πλευράς, η προοπτική χρηματοδότησης ενός προγράμματος που θα ελεγχόταν σε μεγάλο βαθμό από την Dassault θεωρούνταν πολιτικά και βιομηχανικά δύσκολα αποδεκτή. Το Βερολίνο θα επωμιζόταν μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη επιρροή στον σχεδιασμό, στην τεχνολογία και στα μελλοντικά εξαγωγικά οφέλη.

Πίσω από τις διαφωνίες όμως κρυβόταν μια βαθύτερη πολιτική και στρατηγική σύγκρουση. Η Γαλλία δεν έβλεπε το FCAS απλώς ως διάδοχο του Rafale. Το θεωρούσε κρίσιμο τμήμα της μελλοντικής πυρηνικής αποτρεπτικής της ισχύος και αεροσκάφος ικανό να επιχειρεί από το αεροπλανοφόρο «Σαρλ ντε Γκολ» και τον διάδοχό του. Η Γερμανία δεν συμμεριζόταν αυτές τις απαιτήσεις ούτε είχε αντίστοιχες επιχειρησιακές ανάγκες. Με άλλα λόγια, οι δύο χώρες δεν διαφωνούσαν μόνο για το ποιος θα σχεδίαζε το αεροσκάφος. Διαφωνούσαν και για το τι ακριβώς έπρεπε να είναι αυτό το αεροσκάφος.

Η επόμενη μέρα έχει ήδη αρχίσει

Η κατάρρευση του FCAS δεν οδήγησε σε περίοδο περισυλλογής αλλά σε αναζήτηση νέων συμμαχιών. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν μετά την ανακοίνωση του ναυαγίου, η Airbus έχει ήδη ξεκινήσει επαφές με τη σουηδική Saab, ενώ στο Βερολίνο εξετάζονται διαφορετικά σενάρια για το μέλλον της γερμανικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ακόμη και η πιθανότητα προσέγγισης του προγράμματος GCAP, της κοινής πρωτοβουλίας Βρετανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας για την ανάπτυξη μαχητικού έκτης γενιάς.

Οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν ότι η διάλυση του FCAS δεν αφορά μόνο ένα αποτυχημένο πρόγραμμα. Σηματοδοτεί πιθανώς μια ευρύτερη αναδιάταξη των συμμαχιών μέσα στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Η αποτυχία του προγράμματος επαναφέρει στο προσκήνιο και το μέλλον του MGCS (Κύριο Χερσαίο Σύστημα Μάχης), του κοινού γαλλογερμανικού σχεδίου για την ανάπτυξη της επόμενης γενιάς ευρωπαϊκών αρμάτων μάχης που θα διαδεχθούν τα Leopard και Leclerc. Και σε αυτή την περίπτωση οι διαπραγματεύσεις έχουν επανειλημμένα σκοντάψει σε διαφωνίες για τον καταμερισμό της παραγωγής, την τεχνογνωσία και τα βιομηχανικά οφέλη. Για πολλούς αναλυτές το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν προβλήματα στο MGCS αλλά αν μπορεί να αποφύγει την τύχη του FCAS. Το γεγονός αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η Ε.Ε. προωθεί το πρόγραμμα SAFE και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το πόσα χρήματα θα διατεθούν αλλά και ποιος θα τα εισπράξει.

Η διαμάχη για τη στρατηγική αυτονομία

Η Γαλλία επιμένει ότι οι νέοι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν πρωτίστως προς την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Η Γερμανία, η Πολωνία και αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αντιθέτως, εμφανίζονται πρόθυμες να αγοράσουν άμεσα διαθέσιμα συστήματα από τις ΗΠΑ ή τη Νότια Κορέα, εφόσον αυτά καλύπτουν ταχύτερα τις επιχειρησιακές τους ανάγκες. Η αντιπαράθεση αγγίζει τον ίδιο τον ορισμό της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και το κατά πόσο οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να υποτάξουν εθνικές προτεραιότητες σε έναν κοινό στόχο.

Η κατάρρευση του FCAS δείχνει ότι οι διακηρύξεις περί κοινής άμυνας εξακολουθούν να προσκρούουν στις διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες, στις εθνικές βιομηχανικές επιδιώξεις και στις αποκλίνουσες αντιλήψεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η Ευρώπη διαθέτει πλέον περισσότερους πόρους για την άμυνά της απ’ ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει είναι η συναίνεση για το πώς θα χρησιμοποιηθούν και προς ποια κατεύθυνση θα οδηγήσουν την ήπειρο τις επόμενες δεκαετίες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0