Με τη λήθη τάχιστη, ακόμη και για πρόσφατη ιστορική καταγραφή, ένα βιογραφικό προοίμιο μοιάζει απαραίτητο για τη σύσταση ενός σημαντικού επισκέπτη μαέστρου της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο, αφού ελάχιστοι πλέον από τους θεατές μιας καιρικά καταιγιστικής συναυλιακής βραδιάς, εκείνης της 20ής Φεβρουαρίου, τελούσαν σε γνώση της οικογενειακής σχέσης του φιλοξενούμενου με την ΚΟΑ. Απαιτήθηκε ταξίδι μας στη Γεωργία, το 2017, προκειμένου να αντιληφθούμε το θεσμικά αναγνωρισμένο μέγεθος στον αρχιμουσικό Jansug Kakhidze από τη χώρα αυτή του Καυκάσου, αφού η μεγάλη αίθουσα συναυλιών της Τιφλίδας φέρει το όνομά του, ενώ οι σοβιετικής κοπής δίσκοι του, που ευτυχείς συναποκομίσαμε, συνηγορούν στην αξιολόγησή του ως τρόπον τινά «Κάραγιαν» της ιστορικής πατρίδας του. In medias res, λοιπόν, εκείνος ήταν που, από το 1991 έως τον θάνατό του, το 2002, είχε διατελέσει καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής μας, με τον πρόσφατο ξένο μας να αποτελεί όχι μόνο φυσικό του τέκνο, αλλά και μαθητή του για τη μαεστρική του επίδοση.
Τον πατέρα ακολούθησε, λοιπόν, στο πόντιουμ ο πρωτοεμφανιζόμενος με καθυστέρηση στην Αθήνα Vakhtang Kahidze (*1959), από το 2002 καλλιτεχνικός διευθυντής του Κέντρου Μουσικής και Τεχνών «Τζανσούνγκ Καχίτζε» και κορυφαίος αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας της Τιφλίδας, σε ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Είναι πραγματικά κρίμα που οι έντονες καιρικές συνθήκες εμπόδισαν την έγκαιρη προσέλευση μέρους του κοινού, ώστε να απολαύσουν στο σύνολο του συμφωνικού της αναπτύγματος τη δυσεύρετη Συμφωνία έργ.1 του Igor Stravinsky. Οι ίδιες αυτές συνθήκες, ωστόσο, μάς προσπόρισαν το ευεργέτημα παρακολούθησης της συναυλίας από τη διακεκριμένη ζώνη, με πλήρη απόλαυση της συνθετικής ευρηματικότητας, του μελωδικού χαρίσματος και της ενορχηστρωτικής δεινότητας του μετέπειτα αναθεωρητή μουσουργού, αρετές τις οποίες προφανώς πίστωσε στο έργο ο Καχίτζε, που το υπηρέτησε με πεποίθηση και, συναφώς, ενθουσιώδη, μεστή συνηγορία.
Πρόκληση αποδείχθηκε, πριν από το διάλειμμα, η σύμπραξη του Γεωργιανού με την πιανίστα Claire Huangci (Κλερ Χουάντζι) στο οικείο 1ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Frédéric Chopin. H Αμερικανίδα εισέφερε πιανισμό ισχυρό στη διαλεκτική διάσταση της οργανικής εκφοράς, με λιγότερες δακτυλικές φωτοσκιάσεις, σε πλαίσιο ερμηνείας ανοιχτής στη διάπλαση αφηγηματικών επεισοδίων. Έμφαση δόθηκε σε μια νεανική επαναστατική αδρότητα που θα διερμήνευε τον εμβληματικό συνθέτη, όχι προορισμένη για εσωστρεφείς ιδιοσυγκρασίες, με φλογερό δυναμισμό και κάτι από τη ναρκισσιστική νεύρωση -και απελπισία(;)- της σύγχρονης νεολαίας. Με τον δικό της αυτόν ευθύβολο και πολύ προσωπικό τρόπο ανέδειξε η σολίστ το βιωματικό βάθος του αργού μέρους όχι ως ενδιάμεση ρέμβη και ομολογία συγκατάβασης, αλλά ως βασανιστική ενδοσκόπηση και διαδοχή διεκδικητικών εξάρσεων. Ένας Σοπέν σχεδόν πειραματικός με μονοδιάστατη οπτική αποδέσμευσης από την παθητικότητα, οριακή ομολογουμένως στο καταληκτικό ρόντο. Τη συναυλία πάντως ολοκλήρωσε θριαμβευτικά η 2η σουίτα από το μπαλέτο «Daphnis et Chloé» του Maurice Ravel που βρήκε την ΚΟΑ σε αισθησιακή φυσιολατρική ανάταση και δικαιολογημένα ενθουσίασε το κοινό.
