Η ανανεωμένη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να «απορροφήσει» τα Δυτικά Βαλκάνια έχει αποκτήσει πια… άλλο νόημα. Είναι μια επείγουσα προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από την ίδια τη διεύρυνση, όπως ήθελε να δείξει η σύνοδος κορυφής της περασμένης εβδομάδας στο Τιβάτ του Μαυροβουνίου.
Στις Βρυξέλλες θεωρούν την ένταξη των έξι χωρών της περιοχής ως επιτακτική ανάγκη ευρύτερης γεωπολιτικής σημασίας. Έναν τρόπο «απομόνωσης» της Νοτιοανατολικής Ευρώπης από τη θρυλούμενη ρωσική επιρροή και, ίσως ακόμη περισσότερο, από το σταθερά αυξανόμενο οικονομικό και πολιτικό αποτύπωμα της Κίνας.
Όμως, μια πιεστική πραγματικότητα αναδύεται. Η ανεπίλυτη διαμάχη -πικρή κληρονομιά της διάλυσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας- μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο για την περιφερειακή ολοκλήρωση. Οι τελευταίες εκλογές στο Κόσοβο, δίχως ξεκάθαρο νικητή, πρόσθεσαν ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας σε αυτή την πολύπλοκη εξίσωση.
Κατάσταση παράδοξου
Έτσι έχουμε σήμερα μια κατάσταση παράδοξου: Η Ε.Ε. θέλει να φέρει τα Δυτικά Βαλκάνια στη τροχιά της αλλά οι ίδιοι οι όροι που έχει θέσει για την «τροχοδρόμησή» τους απειλούν να καθυστερήσουν επ’ αόριστον αυτό τον στόχο. Κι ενώ η ενταξιακή διαδικασία επιμηκύνεται, οι στρατηγικοί αντίπαλοι της Ευρώπης πιάνουν καλύτερες «θέσεις»...
Οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στο Κόσοβο έκαναν σαφές αυτό το δίλημμα. Το κίνημα Vetëvendosje (Αυτοδιάθεση) του πρωθυπουργού Αλμπίν Κούρτι αναδείχθηκε η μεγαλύτερη δύναμη· όμως δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει κυβερνητική πλειοψηφία, γεγονός που ανοίγει την πόρτα σε παρατεταμένα πολιτικά παζάρια για τον σχηματισμό ενός βιώσιμου συνασπισμού ή, ακόμα χειρότερα, σε μια νέα εκλογική αναμέτρηση. Ο κατακερματισμός του κοσοβάρικου πολιτικού σκηνικού μπορεί να φαντάζει ως εσωτερικό ζήτημα· όμως οι συνέπειές του είναι ευρύτερες.
Χωρίς μια σταθερή κυβέρνηση που να απολαμβάνει ισχυρής κοινοβουλευτικής εντολής, η Πρίστινα είναι απίθανο να αποδεχθεί πολιτικά οδυνηρούς συμβιβασμούς στη δύσκολη διαπραγμάτευσή της με το Βελιγράδι. Το ζήτημα της σύστασης του «Συνδέσμου Δήμων Σερβικής Πλειοψηφίας», ενός οργάνου αντιπροσώπευσης της σερβικής κοινότητας, ένα προαπαιτούμενο που έχει θέσει διαχρονικά και επιτακτικά η Ε.Ε., εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έντονη εσωτερική αντίσταση. Οποιαδήποτε κοσοβάρικη κυβέρνηση που θα θεωρηθεί ότι κάνει υπερβολικές παραχωρήσεις στο Βελιγράδι διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί εγκλωβισμένη σε πολιτικό ναρκοπέδιο.
Αυτή η εσωτερική παράλυση τροφοδοτεί και το ευρύτερο αδιέξοδο μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας. Ο διάλογος με τη μεσολάβηση της Ε.Ε. που εγκαινιάστηκε το 2011 και προχώρησε μέσω της Συμφωνίας των Βρυξελλών του 2013 και του πλαισίου της Οχρίδας του 2023, είχε ως στόχο να θέσει και τις δύο πλευρές σε μια σταδιακή πορεία προς την ομαλοποίηση. Ωστόσο, η εφαρμογή των συμφωνηθέντων υπολείπεται σημαντικά των διακηρύξεων.
Ομαλοποίηση και αδιέξοδο
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Για τους Κοσοβάρους, η ομαλοποίηση της ταραγμένης σχέσης τους με το Βελιγράδι «υπακούει» σε έναν θεμελιώδη όρο: Τελική αναγνώριση της κοσοβάρικης κυριαρχίας από τη Σερβία. Για το Βελιγράδι, ωστόσο, αυτός ο όρος συνεχίζει να είναι «ανίερος». Οι Σέρβοι ηγέτες συνεχίζουν να δηλώνουν πως το Κόσοβο παραμένει τμήμα της Σερβίας - μέρος της εδαφικής επικράτειάς της. Παράλληλα, παραπέμπουν όσους ζητούν αναγνώριση στις συνταγματικές διατάξεις και τα διεθνή ψηφίσματα που χρονολογούνται από το 1999.
Αυτή η απόκλιση δημιουργεί μια δομική αντίφαση στην προσπάθεια ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων. Οι Βρυξέλλες επιμένουν ότι η ομαλοποίηση αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη και των δύο χωρών, συνδέοντας ουσιαστικά τη διαπραγματευτική διαδικασία της Σερβίας και τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες του Κοσσυφοπεδίου με μια διένεξη που καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται επί του παρόντος διατεθειμένη να επιλύσει με συμβιβασμό.
Έτσι, το άλυτο αυτό ζήτημα γίνεται ένα αγκάθι που μπλοκάρει τη στρατηγική της διεύρυνσης της Ε.Ε. στα Δυτικά Βαλκάνια και απειλεί την ευρύτερη στρατηγική πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας της στο σύνολο της ευρωπαϊκής «επικράτειας».
Η διεύρυνση κάποτε αφορούσε κυρίως την εδραίωση της δημοκρατίας, τα δικαιώματα, τις ελευθερίες, το άνοιγμα της οικονομίας, τον ενστερνισμό του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Σήμερα έχει άλλη στόχευση: την απόκρουση των έξωθεν γεωπολιτικών ανταγωνιστών. Από τη μία, της «παραδοσιακής» Ρωσίας που διατηρεί ιστορικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, από την άλλη, της «νεοφώτιστης» Κίνας που προβάλλει ως ο πιο σημαντικός μακροπρόθεσμος παράγοντας «αμφισβήτησης» της επιρροής των Βρυξελλών.
Υποκύπτοντας στη γοητεία
Το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της νέας συνθήκης δεν είναι άλλο από την ίδια τη Σερβία. Ο Πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς, επίδοξος συνεχιστής του ηγετικού ρόλου τής πάλαι ποτέ ενιαίας Γιουγκοσλαβίας στο ιστορικό Κίνημα των Αδεσμεύτων, έχει καλλιεργήσει εδώ και χρόνια μια προσεκτικά ισορροπημένη εξωτερική πολιτική παρουσιάζοντας το Βελιγράδι ως πολυδιάστατο παράγοντα που διατηρεί παραγωγικές σχέσεις με τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και το Πεκίνο ταυτόχρονα. Τελευταία όμως, φαίνεται να τον κερδίζει όλο και περισσότερο η κινέζικη… γοητεία.
Η πρόσφατη επίσημη επίσκεψη του Βούτσιτς στην Κίνα, όπου έγινε θερμά δεκτός από τον Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, ανέδειξε αυτό το στοιχείο. Τα κινέζικα επενδυτικά σχέδια στη Σερβία πλησιάζουν το ένα δισεκατομμύριο ευρώ και ο πανηγυρικός εκθειασμός της σινο-σερβικής «ατσάλινης φιλίας» υποδηλώνει ότι το Πεκίνο γίνεται ίσως ο σημαντικότερος εταίρος της Σερβίας μεταξύ των μελών του κλειστού κλαμπ των παγκόσμιων δυνάμεων.
Σε αντίθεση με τη Ρωσία, της οποίας η διεθνής θέση έχει αποδυναμωθεί από τις κυρώσεις και το πόλεμο, η Κίνα προσφέρει χρηματοδότηση για ανάπτυξη υποδομών, βιομηχανικές επενδύσεις και τεχνολογική συνεργασία. Για τους Σέρβους ηγέτες, που αντιμετωπίζουν τις εσωτερικές προκλήσεις και τις απαιτήσεις της Ε.Ε., μια τέτοια εναλλακτική προβάλλει ολοένα και πιο ελκυστική.
Από την οπτική γωνία των Βρυξελλών, αυτό είναι βαθιά προβληματικό. Κάθε φορά που οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις «κολλούν» στα αδιέξοδα των απαιτήσεων, προσθέτουν κίνητρα στις τοπικές κυβερνήσεις για να διαφοροποιήσουν τους εξωτερικούς εταίρους τους.
Οι προκύπτουσες καθυστερήσεις στην ικανοποίηση των ευρωπαϊκών όρων ενδέχεται να επιταχύνουν ακούσια τη γεωπολιτική απομάκρυνση των Δυτικών Βαλκανίων από την Ευρώπη.
Ανατροφοδοτώντας το αδιέξοδο
Στο ίδιο το Κόσοβο αυτή η πρόκληση εμφανίζεται με άλλη διάσταση. Δηλαδή, παρά τη διατήρηση της Πρίστινα στην τροχιά των δημοκρατικών κανόνων, του πολιτικού πλουραλισμού και της οικονομικής φιλελευθεροποίησης, η διαδικασία ένταξής της έχει ουσιαστικά παγώσει. Τα τιμωρητικά μέτρα της Ε.Ε. που επιβλήθηκαν μετά τις εντάσεις με τη σερβική κοινότητα στο Βόρειο τμήμα πρόπερσι εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ πέντε κράτη-μέλη της Ένωσης (Ισπανία, Σλοβακία, Ρουμανία, Ελλάδα, Κύπρος) συνεχίζουν να μην αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου περιορίζοντας τη διπλωματική συνοχή των Βρυξελλών.
Το ασαφές αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου στην Πρίστινα επιδεινώνει όλα αυτά τα εμπόδια. Μια υπηρεσιακή κυβέρνηση ή ένας εύθραυστος συνασπισμός θα είχε ελάχιστα κίνητρα για να επιδιώξει σκληρούς συμβιβασμούς για τους δήμους με σερβική πλειοψηφία ή για μια ουσιαστική προσέγγιση με το Βελιγράδι. Το ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης θα υπερίσχυε έναντι οποιοδήποτε ρίσκου.
Αλλά αυτή η αδράνεια -ή παράλυση, αναλόγως της οπτικής- δημιουργεί τελικά έναν επικίνδυνο βρόχο ανατροφοδότησης του αδιεξόδου. Η έλλειψη προόδου στην υπέρβαση των εμποδίων καθυστερεί την ένταξη στην Ε.Ε.· αυτή με τη σειρά της αποδυναμώνει τα κίνητρα για πρόσδεση στο άρμα των Βρυξελλών και τελικά η αποδυνάμωση προσφέρει ευκαιρίες στις ανταγωνιστικές δυνάμεις να καλύψουν το κενό προσφέροντας πολιτικο-οικονομική μόχλευση.
Η ειρωνεία είναι πρόδηλη: Η επιμονή της Ε.Ε. για μια συνολική διευθέτηση-ομαλοποίηση διαφορών και σχέσεων πριν από την ένταξη είναι απολύτως κατανοητή. Ωστόσο, επιμένοντας στη λογική τού «ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο» οι Βρυξέλλες μπορεί τελικά να υπονομεύουν οι ίδιες τους στρατηγικούς στόχους τους.
Θα γίνει η Αρμενία το νέο γεωπολιτικό έπαθλο της Δύσης;
Ή μήλον της έριδος μεταξύ ευρωπαϊκού και αμερικανικού ηγεμονισμού;

Για πολλούς, η Αρμενία είναι ένα έθνος που σηκώνει στις πλάτες του τη βαριά μνήμη της Ιστορίας. Συσσωρευμένα τραύματα από διωγμούς, πολέμους, περιορισμούς, κρίσεις και από μια δύσβατη πορεία μετά την ανεξαρτησία ανάμεσα σε μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις που είχαν τη δική τους ατζέντα. Η Αρμενία πέρασε από πολλές δύσκολες φάσεις στη μετασοβιετική εποχή που άφησαν ανεξίτηλο σημάδι στο συλλογικό υποσυνείδητο του λαού της. Αν υπάρχει σήμερα ένα κυρίαρχο συναίσθημα σε αυτό τον λαό δεν είναι άλλο από την απογοήτευση. Όμως, το ιστορικό έθνος του Νότιου Καυκάσου φαίνεται να αλλάζει τώρα διαδρομή. Επιδιώκει να επανορίσει τη θέση του στην περιφερειακή και ευρύτερη γεωπολιτική σκακιέρα.
Μετά από δεκαετίες στρατηγικής εξάρτησης από τη Μόσχα, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν κατευθύνει τώρα την Αρμενία προς τη Δύση. Οικονομική συνεργασία με βλέμμα στην ενσωμάτωση, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, περιφερειακή συνδεσιμότητα είναι οι άμεσοι στόχοι. Η Ρωσία αντιδρά συγκρατημένα και σε αναμενόμενη ένταση.
Ο Ρώσος ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ διαμήνυσε πως η Αρμενία δεν μπορεί να «λοξοκοιτάζει» προς τις Βρυξέλλες και παράλληλα να είναι μέλος των δύο σημαντικότερων μετασοβιετικών μπλοκ: της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης (EAEU) και του Οργανισμού Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO). Όπως είπε, οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της είναι ασυμβίβαστες με την παραμονή της στους δύο αυτούς οργανισμούς που περιλαμβάνουν τη Ρωσία, τη Λευκορωσία, το Καζακστάν και το Κιργιστάν.
Η Μόσχα δεν παρέλειψε να κατηγορήσει τη Δύση ότι αναμείχθηκε υπέρ του Πασινιάν στις πρόσφατες εκλογές.
Περίπλοκο ερώτημα
Ο ίδιος ο Πασινιάν δεν έχει απαντήσει σε αυτά τα σχόλια και κρατάει προσεκτικά αποστάσεις από τη Ρωσία. Ωστόσο, η στροφή που επιχειρεί προς τα δυτικά θέτει ένα περίπλοκο ερώτημα: Θα γίνει η Αρμενία ακόμη μία αρένα στον ευρύτερο γεωπολιτικό ανταγωνισμό, όχι μόνο μεταξύ Ρωσίας και Δύσης αλλά -ίσως περισσότερο- μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής;
Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί· τα γεγονότα είναι ακόμη νωπά. Η κατάρρευση του αρμενικού ελέγχου του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2023 ήταν το σημείο καμπής. Σχεδόν ολόκληρος ο αρμενικός πληθυσμός του θύλακα πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς μετά την κατάληψή του από τις δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν τερματίζοντας τη de facto αρμενική κυριαρχία του και εκθέτοντας τα όρια του ρόλου της Ρωσίας ως εγγυήτρια της ασφάλειας της Αρμενίας. Η αδυναμία -ή η απροθυμία- της Μόσχας να παρέμβει διέλυσε τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες είχε στηριχθεί όλη η εξωτερική πολιτική της Αρμενίας μετά την ανεξαρτησία της.
Η απογοήτευση που προκάλεσε αυτή η εξέλιξη οδήγησε σε μια στρατηγική επανεκτίμηση. Αντί να επιδιώξει να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη μέσω της αντιπαράθεσης, ο Πασινιάν προώθησε αυτό που αποκαλεί «Πραγματική Αρμενία», δηλαδή ένα δόγμα που δίνει προτεραιότητα στην οικονομική ανάπτυξη, στην προάσπιση της εδαφικής κυριαρχίας και στην εξομάλυνση των σχέσεων με τους γείτονες της χώρας, αφήνοντας πίσω τα ιστορικά τραύματα και τα αλυτρωτικά αισθήματα.
Πρόκειται για μια βαθιά ιδεολογική μετατόπιση για μια κοινωνία της οποίας η εθνική ταυτότητα είναι συνυφασμένη με τη μνήμη της γενοκτονίας του 1915 και τις συγκρούσεις με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν. Η «πρόταση» του Πασινιάν για «ανταλλαγή» των ιστορικών αφηγήσεων με ρεαλιστικές προσδοκίες για έναν σύγχρονο ρόλο της Αρμενίας παραμένει βαθιά διχαστική στο εσωτερικό, ιδιαίτερα μεταξύ των εκτοπισμένων Αρμενίων του Καραμπάχ και τμημάτων της διασποράς. Ωστόσο, αντανακλά επίσης πολιτικό ρεαλισμό. Η στρατιωτική «ανισορροπία» της Αρμενίας έναντι του Αζερμπαϊτζάν είναι δύσκολο να αγνοηθεί και η αέναη σύγκρουση μαζί του προσφέρει ελάχιστες προοπτικές επιτυχούς έκβασης.
Αλληλοεπικαλυπτόμενες ατζέντες
Ο εσωτερικός μετασχηματισμός της Αρμενίας έχει προσελκύσει την προσοχή των «ενδιαφερόμενων». Η Ευρωπαϊκή Ένωση τη βλέπει ως δημοκρατικό εταίρο σε μια ευαίσθητη περιοχή που συνδέει την Ευρώπη με την Κεντρική Ασία. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν επεκτείνει τη διπλωματική «εμβέλειά» τους στην Ευρασία, έχουν ενθαρρύνει τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις και έχουν υποστηρίξει τις προσπάθειες για μείωση της εξάρτησης από τη Μόσχα. Για τις Βρυξέλλες, η Αρμενία αποτελεί μια ευκαιρία να δείξει πως η σταδιακή πολιτική σύγκλιση και η οικονομική συνεργασία μπορούν να σταθεροποιήσουν τον Νότιο Καύκασο χωρίς να προκαλέσουν άμεση αντιπαράθεση με τη Μόσχα.
Οι βλέψεις της Ουάσιγκτον είναι παρόμοιες αλλά όχι ταυτόσημες. Οι ΗΠΑ τελευταία έχουν επενδύσει πολλά σε περιφερειακές πρωτοβουλίες στα δίκτυα μεταφορών με στόχο να συνδέσουν την Κεντρική Ασία και τη λεκάνη της Κασπίας με τις ευρωπαϊκές αγορές μέσω του Νότιου Καυκάσου. Οι προτεινόμενοι διάδρομοι διαμετακόμισης που διασχίζουν τη Νότια Αρμενία υπόσχονται να αναδιαμορφώσουν την περιφερειακή εφοδιαστική αλυσίδα, να διαφοροποιήσουν τις εμπορικές οδούς και να μειώσουν την εξάρτηση από τα υπάρχοντα δίκτυα που είναι ευάλωτα σε γεωπολιτικές εντάσεις. Οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θεωρούν επίσης την Αρμενία ως παράδειγμα δημοκρατικής ανθεκτικότητας σε μια γειτονιά που κυριαρχείται από αυταρχικές δυνάμεις.
Αυτές οι αλληλοεπικαλυπτόμενες ατζέντες δημιουργούν την εντύπωση ενότητας στο δυτικό στρατόπεδο αλλά οι διαφορές είναι υπαρκτές και ορατές. Η Ευρώπη δίνει έμφαση στη μακροπρόθεσμη πολιτική σύγκλιση και στην κανονιστική ολοκλήρωση ενώ οι ΗΠΑ έχουν επικεντρωθεί περισσότερο στις στρατηγικές υποδομές, στην περιφερειακή επιρροή και στην εξισορρόπηση του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Αν η Αρμενία κατορθώσει να γίνει μεταφορικός κόμβος μεταξύ Ανατολής και Δύσης, το ζήτημα τού ποια πλευρά θα καθορίζει τον μελλοντικό πολιτικό και οικονομικό προσανατολισμό της χώρας θα δημιουργήσει έριδες.
Για το Ερεβάν, αυτό το ενδεχόμενο εγκυμονεί κινδύνους. Η υπερβολική ευθυγράμμιση με οποιοδήποτε μπλοκ -της Ε.Ε. ή των ΗΠΑ- θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικά αντίποινα ή διπλωματική πίεση από τη Μόσχα. Η Ρωσία έχει ήδη δείξει δυσφορία για την πορεία της Αρμενίας προς τα δυτικά ενώ το Αζερμπαϊτζάν συνεχίζει να ασκεί σημαντική επιρροή καθορίζοντας τον βηματισμό της ειρηνευτικής διαδικασίας. Ακόμη και μεταξύ των Δυτικών εταίρων, οι αποκλίνουσες προτεραιότητες θα μπορούσαν να περιπλέξουν τις αρμενικές προσπάθειες να διατηρηθεί η στρατηγική αυτονομία.
Αναζητώντας ισορροπία
Η εσωτερική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Το όραμα του Πασινιάν απαιτεί να πειστούν οι Αρμένιοι ότι οι επώδυνες παραχωρήσεις σήμερα μπορεί να εξασφαλίσουν ευημερία αύριο. Η ειρήνη με το Αζερμπαϊτζάν, η ομαλοποίηση με την Τουρκία, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και οι συμβολικές μετατοπίσεις μακριά από τις ιστορικές αφηγήσεις έρχονται να αμφισβητήσουν βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για την εθνική ταυτότητα. Πολλοί Αρμένιοι παραμένουν αμφίβολοι ως προς το εάν ένας ταυτοτικός επαναπροσανατολισμός μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη και την κυριαρχία.
Ταυτόχρονα, οι επικριτές του Πασινιάν προειδοποιούν ότι ο υπερβολικός πραγματισμός του κινδυνεύει να νομιμοποιήσει τα αποτελέσματα της στρατιωτικής ήττας από το Αζερμπαϊτζάν χωρίς να λάβει επαρκείς εγγυήσεις ασφαλείας σε αντάλλαγμα. Επομένως, η συζήτηση για την «Πραγματική Αρμενία» επεκτείνεται πέρα από την εξωτερική πολιτική σε υπαρξιακά ζητήματα γύρω από την εθνική ταυτότητα μετά την ήττα στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Αρμενία έχει ατσαλωθεί από την Ιστορία έχοντας επιβιώσει από πολέμους και εθνικές καταστροφές στην πορεία των αιώνων. Σήμερα, όπως λένε αρκετοί ψύχραιμοι αναλυτές, έχει τη σπάνια ευκαιρία να αυτοπροσδιοριστεί εκ νέου με την πολιτική και οικονομική σύγκλισή της με τους νέους εταίρους της και υιοθετώντας τον πραγματισμό έναντι των ιστορικών αφηγήσεων. Το αν θα αναδειχθεί ως το νεότερο στρατηγικό έπαθλο της Δύσης ή απλά θα γίνει ένα ακόμη μήλον της έριδος μεταξύ ανταγωνιστικών δυνάμεων, θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις φιλοδοξίες των Βρυξελλών ή της Ουάσιγκτον και περισσότερο από την ικανότητα του ίδιου του Ερεβάν να παραμείνει αυτό που ήταν πάντα: Μία γέφυρα κι όχι ένα πεδίο μάχης.
