Στον «Άδειο τόπο», το αμέσως προηγούμενο έργο του Γιάννη Νικολούδη, παρακολουθούσαμε την πορεία ενός σκοτεινού, μοναχικού ανθρώπου δίχως όνομα -ηθελημένη συγγραφική επιλογή η ανωνυμία- αλλά με αλβανική καταγωγή, που αφού αποφυλακίστηκε, βρέθηκε σε έναν αφιλόξενο, άδειο τόπο, την ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου Κρήτης, τον μόνο όμως που γνωρίζει, δίνοντας τη δυνατότητα στον συγγραφέα να ανιχνεύσει με μαεστρική ακρίβεια, σαφήνεια και δύναμη εκείνες τις κοινωνικές συνθήκες που επιτρέπουν αλλά πολλές φορές κυοφορούν κιόλας το κακό. Στη νουβέλα «Κόκκινο φαράγγι» επιχειρεί να κάνει το ίδιο. Μόνο που εδώ γίνεται μια αντιστροφή: οι ήρωες έχουν ονόματα, όχι όμως ο τόπος. Ο τόπος δεν κατονομάζεται, θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε. Το ανοίκειο του φυσικού τοπίου, όπως ξεπροβάλλει και δημιουργείται μέσω της αφήγησης, είναι από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου. Το τοπίο και η επίδρασή του στον ψυχισμό των ηρώων ενέχουν θέση καθοριστική: είναι άλλος ένας άτυπος ήρωας. Όπως και το καλά κρυμμένο απομονωμένο σπίτι. Τόσο κοντά στο χωριό και συγχρόνως εντελώς μακριά από αυτό. Ένα σπίτι που μοιάζει να έχει μια κρυφή ζωή έτσι όπως στέκεται ζωσμένο από πρασινάδες δίπλα στο κόκκινο φαράγγι. Ή να κρύβει μέσα του μυστικά που δεν κατονομάζονται ποτέ με ακρίβεια αλλά μόνο υπονοούνται. Όπως υπονοούνται τα πάντα σε αυτή τη γεμάτη συμβολισμούς αφήγηση. Μικρά κομμάτια ενός παζλ που είναι πεταμένα από δω κι από κει και δεν άγχονται να συγκεντρωθούν όλα μαζί για να δώσουν τη μεγάλη εικόνα, καθώς μέσα από αυτή ίσως να ξεπροβάλει η φρίκη. Ο Νικολούδης χειρίζεται με ζήλο τον υπαινιγμό: είναι ένα από τα στοιχήματα της γραφής του. Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, οι άνθρωποι, τα αντικείμενα, τα στοιχεία της φύσης κρύβουν περισσότερα από όσα φανερώνουν. Επιχειρεί να αναμετρηθεί με το τραύμα, με τη μνήμη, με τη βία, με την ίδια την έννοια του κακού. Στον «Άδειο τόπο» το ερώτημα ήταν η βία, η βία ήταν και η απάντηση. Κι εδώ συμβαίνει το ίδιο. Η βία προκύπτει. Αναπάντεχα αλλά και απολύτως προδιαγεγραμμένα. Οι άνθρωποι είναι αμίλητοι, κινούνται σαν σκιές, συμπεριφέρονται με αναλγησία, δίχως να νοιάζονται για τις συνέπειες, σαν να ζουν σε μια εικονική πραγματικότητα κι όχι στην ίδια τη ζωή.
Παρακολουθούμε δύο παράλληλες αφηγήσεις με πισωγυρίσματα στον χρόνο. Από τη μία, τρεις έφηβοι που ταυτίζονται -άρα και η ταυτότητά τους ταυτίζεται- με τα άβατάρ τους στο διαδικτυακό τους παιχνίδι, μπουκάρουν με αναίδεια και επιπολαιότητα στο καλά κρυμμένο σπίτι. Οι δύο από αυτούς εντελώς ανυποψίαστοι, ο τρίτος με συγκεκριμένο σχέδιο. Κινούνται μέσα εκεί και συμπεριφέρονται με ωμότητα, δίχως να έχουν συναίσθηση των πράξεών τους: είναι παιδιά της εποχής τους, το εικονικό συγχέεται με το πραγματικό. Οι συνέπειες αφορούν έναν άλλο κόσμο. Το σπίτι γίνεται το σύνορο που χωρίζει το «πριν» με το «μετά». Από την άλλη, ένας πληγωμένος άντρας που κουβαλάει βαρύ φορτίο από το παρελθόν του, το οποίο αποκαλύπτει σταδιακά μέσα από σκόρπιες σκέψεις και σημειώματα, που επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι. Το σπίτι που και για εκείνον υπήρξε ένα σύνορο.
Και στο βάθος το αμετακίνητο, αμέριμνο χωριό, σύμβολο μιας κανονικότητας που πάντα γνωρίζει αλλά σπανίως επεμβαίνει για να αποτρέψει ή για να προστατέψει. «Αλλά μετά έσπρωχνε την κουρτίνα και το χωριό ήταν εκεί: η ίδια πλατεία, τα ίδια σπίτια, τα ίδια καμπαναριά των εκκλησιών, οι ίδιο άνθρωποι, ήταν όλα στη θέση τους, με μια κακία μέσα τους και τόσο σίγουρα για τον εαυτό τους... Πώς γινόταν να είναι όλα στη θέση τους; Πώς ήταν δυνατόν να είναι όλα στη θέση τους ύστερα από...». Όποιο και να είναι το γεγονός που υπονοείται, το ήδη συντελεσμένο γεγονός, ο κοινωνικός περίγυρος περί άλλα τυρβάζει. Η βία όμως έτσι γεννιέται. Εκεί εστιάζει ο Νικολούδης. Αυτό αναδεικνύει. Τη βία που γεννιέται μέσα από τα βλέμματα τα οποία κοιτάζουν αλλού. Μέσα από τα κλειστά στόματα που προτιμούν να σφυρίζουν αδιάφορα παρά να μιλήσουν για να δείξουν, να καταδείξουν, να αποτρέψουν. Οι ήρωες του Νικολούδη είναι κακοποιημένα παιδιά από προβληματικά περιβάλλοντα και τέτοια παραμένουν διαρκώς καθώς ο περίγυρος κωφεύει: το κακό γίνεται ένα με τη φύση τους.
Ο Νικολούδης παρακολουθεί με χειρουργική ακρίβεια, συναρμολογεί πόντο πόντο, παρ’ όλη την αποσπασματική ματιά του, την ψυχοσύνθεση των βαριά τραυματισμένων ηρώων του οι οποίοι κινούνται αβέβαιοι μέσα σε ένα ανοίκειο παρόν. Η ατμόσφαιρα της αφήγησης είναι και η δύναμή της εντέλει. Σ’ αυτό συνηγορεί ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τη φύση και τα ζώα. Η ζωή που τους εμφυσά. Οι συμβολισμοί που τους αποδίδει. Το απόκοσμο που κατακλύζει τον κόσμο του, η απροσδιόριστη απειλή που καραδοκεί. Το κακό που κυριαρχεί εντός και εκτός. Και όλα αυτά δίχως κραυγές, αργά, σταδιακά, μέσω του υπαινιγμού.

Info
Γιάννης Νικολούδης, «Κόκκινο φαράγγι»
Εκδόσεις Πατάκη
Σελίδες: 160
Τιμή: 10,50 ευρώ
