Live τώρα    
Εκδόσεις / Η ξενιτιά είναι πληγή και τραύμα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Η ξενιτιά είναι πληγή και τραύμα

«Πέρα δώθε», διηγήματα μετανάστευσης. Είκοσι διηγήματα-ανεπίδοτες επιστολές, φόρος τιμής στους γεννήτορες. Η συλλογή αποτελεί μια προσπάθεια για βιωματική λογοτεχνική αναπαράσταση της ιστορίας περίπου ενός εκατομμυρίου Ελλήνων που έφυγαν στη Γερμανία -στο μεγάλο κύμα της μεταπολεμικής μετανάστευσης που ξεκίνησε την αυγή της δεκαετίας του 1960- διωγμένοι από φρικτή φτώχεια αλλά και την εκδικητική μάνητα των νικητών του Εμφυλίου απέναντι στους ηττημένους. Στις σελίδες του καταγράφονται μυθοπλαστικά μνήμες και γεγονότα που όλα μαζί συνθέτουν το μωσαϊκό της ζωής και της καθημερινότητας της οικογένειάς μου και του περιβάλλοντός της κατά τη μακρά περίοδο της ξενιτιάς.

Στιγμές αποχωρισμού, πόνου, νόστου, οδυνηρών απωλειών και σκληρής ζωής, αλλά και άλλες, γεμάτες μικρές χαρές και πρωτόγνωρες εμπειρίες που βίωσαν κυρίως ως γκασταρμπάιτερ σ’ έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν που άφησαν πίσω. Στιγμές από τον αντιδικτατορικό αγώνα στη Γερμανία και άλλες από τον εμβληματικό αγώνα των μεταναστών εργατών στη διάρκεια της «wilder Streik» (άγρια απεργία, 1973) για ισότιμες συνθήκες εργασίας. Στιγμιότυπα και γεγονότα της καθημερινότητάς τους, άλλοτε πικρά, άλλοτε γλυκά, κάποιες φορές αστεία, κάποιες τραγικά.

Η μετανάστευση αποτελεί ένα συλλογικό αλλά και ατομικό τραύμα, είναι μια ιστορία ταξικού διωγμού αναγκεμένων ανθρώπων που η πατρίδα τούς αρνήθηκε, αφού είναι γνωστό πως δεν αποδέχτηκε την αρχική πρόταση των Γερμανών για δημιουργία στην ελληνική επαρχία παραρτημάτων των βιομηχανιών τους, αντιθέτως πρότεινε την εξαγωγή εργατών προσβλέποντας στο συνάλλαγμα αλλά και στο «ξεφόρτωμά» τους. Μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια λοιπόν. Έτσι δημιουργήθηκε η σημερινή κραταιά Γερμανία, με τον ιδρώτα και το αίμα των φτηνών εργατικών χεριών του ανθού μιας χώρας που η ίδια αιματοκύλησε λίγα χρόνια νωρίτερα.

Το «Πέρα δώθε», όμως, είναι και μία υπενθύμιση προς τους νεοέλληνες, μιας και είμαστε και χώρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, πως η μετανάστευση δεν είναι ένα φαινόμενο του καιρού μας, δεν είναι μια συμφορά που μας βρήκε και θα περάσει, είναι μία διαρκής κίνηση, γνώριμη από την απαρχή της Ιστορίας. Τη ζούμε ξανά και ξανά σήμερα με τα δικά μας παιδιά που φεύγουν προσδοκώντας μια καλύτερη ζωή, αλλά και με άλλους συνανθρώπους μας που οι πόλεμοι, οι γενοκτονίες, η φτώχεια, η καταστροφή του περιβάλλοντος, οι πολιτικές διώξεις τούς σπρώχνουν σε βάρκες και επικίνδυνες διαδρομές για τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους.

Στις μέρες μας, που σκοτεινιάζουν από εθνικισμό και ρατσισμό, στο φοβισμένο πρόσωπο του σύγχρονου μετανάστη, του ρημαγμένου πρόσφυγα είναι χαραγμένος ο ίδιος πόνος, η ίδια λαχτάρα για ζωή. Για τους αναγκεμένους η ξενιτιά θα είναι πάντα και βάσανο και λύτρωση.

Κλείνω αυτό το σημείωμα με τα λόγια που μου είπε μια μετανάστρια τρίτης γενιάς στην παρουσίαση του βιβλίου στη Γερμανία: «Η ξενιτιά είναι για μένα πάνω απ’ όλα βίαιος ξεχωρισμός, πληγή και τραύμα. Η μετανάστευση είναι για τους φτωχούς, τους ρημαγμένους. Για τους άλλους, τους έχοντες και κατέχοντες, είναι αποδημία, ταξίδι και κοσμοπολιτισμός».

 

«Το μεσοδόκι που τον κρατούσε στη ζωή έγινε θρύψαλα»*


 

«(...) Πάει μια βδομάδα που η γυναίκα του έφυγε από το σπίτι. Πήρε και το παιδί μαζί της. Πήγε στην αδερφή της. Του μήνυσε πως αν δεν συμμαζευτεί, αν δεν πετάξει τις βίδες και δεν γίνει άνθρωπος, δε θα γυρίσει πίσω. Έτσι ακριβώς του μήνυσε.

Τα χάπια τα πέταξε. Δε θα τα ξαναπάρω είπε, αφού χαΐρι δε βλέπω. Στη δουλειά πήγαινε κανονικά. Ούτε μέρα δεν έλειψε. Αποφάσισε να πάει έξω από το σχολείο της κόρης του, την είχε τόσο πεθυμήσει. Έκανε να την αγκαλιάσει. Τραβήχτηκε, “να μη ξανάρθεις”, του είπε, “γιατί σε φοβάμαι”. Ένα κρακ μέσα του, το μεσοδόκι που τον κρατούσε στη ζωή έγινε θρύψαλα. Τσακισμένος, χωρίς ισορροπία, άδειο κουφάρι, έσυρε τα συντρίμμια του κι έφυγε χωρίς να πει κουβέντα.

Πάει στο εργοστάσιο, την ώρα που άλλαζε ρούχα, στις γκαρνταρόμπες, ακούει δυο κοντοχωριανούς του να τον αποκαλούν ζουρλονάσιο. Δεν είπε τίποτα, μοναχά δάγκωσε τα χείλη του μέχρι που τα μάτωσε. Πάει στο πόστο του, βάζει μπρος τη μηχανή. Πιάνει την κάσα με τις βίδες. Αυτές ξαφνικά αρχίζουν να πετούν, γιγάντιες μύγες.

“Ο ζουρλονάσιος, είσαι ο ζουρλονάσιος. Ανόητε, ανίκανε, βάρος των ανθρώπων, τι θέλεις και μας πιλατεύεις;”.

Αρπάζει μια χούφτα βίδες, λάδια και ρινίσματα και ροκανίδια γεμίζουν την παλάμη του. Βγάζει έναν απόκοσμο βόγκο που σκεπάζει τον θόρυβο όλων των μηχανών, τις καταπίνει. Τον πήγαν στο νοσοκομείο, δεν τον προλάβανε».


 

* Απόσπασμα από το διήγημα «Ο ζουρλονάσιος», από τη συλλογή διηγημάτων της Τζένης Σιούτη «Πέρα δώθε», εκδόσεις Θεμέλιο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0