Ηταν κοντά στα 3 ή 4 την εποχή που η οικογένειά της μετακόμισε από τη γενέτειρά της Αλαμπάμα στο Σικάγο. Πολύ πριν συνειδητοποιήσει τι σήμαινε κάπου να «ανήκεις», ένιωσε στο μαύρο πετσί της τι ήταν να είσαι «διαφορετική». Η απόφαση της οικογένειας να κατευθυνθεί προς τον Βορρά διαμόρφωσε την παιδική της ηλικία και είχε μόνιμο αντίκτυπο στον ψυχισμό της.
Τα δύσκολα χρόνια
Η miss Washington γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1924. Οι πρώτες της αναμνήσεις ήταν γεμάτες μοναξιά και αποξένωση. Υπήρχαν λίγα πράγματα στον εαυτό της για τα οποία μπορούσε να είναι περήφανη. Αντιμετώπιζε ακραίες προκαταλήψεις γιατί είχε έρθει από τον «βαθύ Νότο». Ξεχώριζε για τη νότια προφορά της και εξοστρακίστηκε από τα παιδιά τής γειτονιάς της, που της κόλλησαν το παρατσούκλι «Αλιγάτορας» για το σκούρο δέρμα της. Ο πατέρας της απουσίαζε συχνά, καθώς η Μεγάλη Ύφεση του είχε αφήσει ελάχιστες επιλογές. Το πιο… αξιόπιστο επάγγελμα που έμενε για τον Ollie Jones ήταν αυτό του τζογαδόρου. Εξαφανιζόταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και η μητέρα της έπρεπε να στηρίξει αυτήν, τον αδερφό της και τα δύο θετά αδέρφια της. Έλειπε στη δουλειά αφήνοντάς την να γυρνάει μόνη της στους δρόμους της μεγάλης εχθρικής πόλης.
Η πρώτη απόρριψη
Η Ruth τραγουδούσε και έπαιζε πιάνο στην εκκλησιαστική χορωδία της ενορίας της ακολουθώντας το παράδειγμα της θρησκευόμενης μητέρας της Alice. Το 1939, αφού κέρδισε έναν ερασιτεχνικό διαγωνισμό ταλέντων στο Regal Theatre, η Ruth άρχισε να τραγουδάει και να παίζει πιάνο σε νυχτερινά κέντρα του Σικάγο παρά την έντονη αποδοκιμασία της μαμάς για την επιλογή της. Η Alice Jones δεν ήταν μόνο θρησκευόμενη αλλά και επίμονα επικριτική απέναντί της. Αυτό έκανε τη μικρή Ruth να πιστεύει ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα σωστά και να αναρωτιέται αν η μητέρα της την αγαπούσε. Ωστόσο, η Alice φρόντιζε την οικογένειά της. Όταν πέθανε, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1963, οι αδερφές της βρήκαν τα δώρα τους προσεκτικά τυλιγμένα και έτοιμα για τις γιορτές.
Η κριτική την οποία δεχόταν συνεχώς η Ruth είχε καταστροφικές συνέπειες. Συνεχίστηκε ακόμα κι όταν άρχισε να ανεβαίνει στη σκηνή. Της έλεγαν ότι δεν συμμορφωνόταν με τα πρότυπα της γυναικείας ομορφιάς κι αυτό οδήγησε σ’ έναν φαύλο κύκλο όχι μόνο δίαιτας αλλά και συνταγογραφούμενων χαπιών και ενέσεων. Μαζί ήρθαν και οι παρενέργειες, η αϋπνία και οι έντονες εναλλαγές της διάθεσης.

Στον δρόμο της δόξας
Από το 1943 έως το 1946 η Washington τραγουδούσε με τη μεγάλη ορχήστρα του Lionel Hampton, που έγινε γνωστός ως ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ένα βιμπράφωνο στην τζαζ. Τον τράβηξε αμέσως η δύναμη της φωνής της και με το ταλέντο της μπήκε στην μπάντα του, τη Lionel Hampton Orchestra. Με ενέργεια και δυναμισμό, με επίκεντρο το swing, το συγκρότημα του Hampton ταίριαζε τέλεια στα επόμενα βήματά της. Εκεί μεγάλωσε και από γκόσπελ τραγουδίστρια έγινε μια ξεχωριστή, μοναδική επαγγελματίας τραγουδίστρια της jazz και των blues. Και το αρχικό Ruth Lee Jones μετατράπηκε πλέον σε ένα όνομα που θα γινόταν εμβληματικό: Dinah Washington. Κέρδισε την εθνική προσοχή λόγω της φωνής της, που μιλούσε με στίχους όπως «Θα σου αδειάσω τις τσέπες και θα σε γεμίσω μιζέρια» ή «Αν μου πεις καλημέρα, θα σου πω ότι είναι ψέμα».
Από το 1946 ξεκίνησε την επιτυχημένη σόλο καριέρα της. Κατά την περίοδο από το 1949 έως το 1955 οι ηχογραφήσεις της βρέθηκαν σταθερά ανάμεσα στις κορυφαίες επιτυχίες του R&B. Το «Evil gal blues» ακολούθησαν και άλλα, έως ότου γνώρισε τη μεγαλύτερη εμπορική της επιτυχία με το «What a diff’rence a day makes». Το 1959 το τραγούδι αυτό κέρδισε βραβείο Grammy για την καλύτερη R&B ερμηνεία και η Mercury Records έγινε το «σπίτι» της για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια σχεδόν.
Η Βασίλισσα των Μπλουζ - και η άλλη
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 συνέχισε τις εμφανίσεις σε φεστιβάλ τζαζ, συμπεριλαμβανομένου του Φεστιβάλ Τζαζ του Νιούπορτ το 1958, μια συναυλία που απέφερε το ηχογραφημένο ζωντανά LP «Newport ’58». Σε μια παράσταση στο θέατρο Palladium του Λονδίνου η Washington φέρεται να είπε στο κοινό: «Υπάρχει μόνο ένας παράδεισος, μία κόλαση, μία βασίλισσα. Και η (βασίλισσα) Ελισάβετ σας είναι απατεώνας». Ήταν η Βασίλισσα των Μπλουζ και έλεγε ό,τι γούσταρε - με συνέπειες συχνά απρόβλεπτες!
Από τα μέσα έως και τα τέλη της δεκαετίας ηχογράφησε με τους πιο καταξιωμένους μουσικούς της τζαζ περιόδου της. Ανάμεσά τους, ο cool ντράμερ Jimmy Cobb και ο σαξοφωνίστας Julian «Cannonball» Adderly. Στο άλμπουμ του 1954 «Dinah Jams» ηχογράφησε με το τότε νεοσύστατο κουιντέτο των Clifford Brown και Max Roach, με καλεσμένους τους τρομπετίστες Clark Terry και Maynard Ferguson. Τον Μάρτιο του 1955 ηχογράφησε το άλμπουμ «Dinah Washington: For they in love», επίσης για την EmArcy. Ήταν μια συλλογή από γνωστά jazz standards που είχε διασκευάσει ο Quincy Jones. Ανάμεσά τους τα «This can’t be love», «I could write a book» και «You don’t know what love ls», και η φωνή της θύμιζε σε πολλούς την Billie Holiday.

100.000 μίλια τον χρόνο
Οσο περισσότερο ταξίδευε και περιόδευε τόσο η κατάστασή της επιβαρυνόταν και οι φυλετικές διακρίσεις γίνονταν αφόρητες. Υπήρχαν πολλές πόλεις όπου δεν είχε καν το δικαίωμα να πάει σε ένα καλό εστιατόριο επειδή ήταν μαύρη. Η Dinah Washington και η μπάντα της έκαναν κατά μέσο όρο τουλάχιστον 100.000 μίλια τον χρόνο, στον δρόμο για μήνες διασχίζοντας τη χώρα, κάθε βράδυ σε μια άλλη πόλη, σε μια άλλη σκηνή. Οι περισσότερες από τις παραστάσεις τους γίνονταν σε θέατρα, σε νυχτερινά κέντρα, ακόμη και στις εκκλησίες όπου επιτρέπονταν οι μαύροι καλλιτέχνες σε μια εποχή που ο φυλετικός διαχωρισμός ήταν ένας βαρύς, απαράβατος κανόνας. Οι διασκεδαστές έμεναν συχνά απλήρωτοι και μερικές φορές αμείβονταν μόνο με φαγητό. Έπρεπε να παίζουν δύο και τρεις παραστάσεις τη μέρα πριν μαζέψουν τα πράγματά τους και φτάσουν στον επόμενο χώρο για να το κάνουν ξανά. Τα βράδια συχνά κοιμόνταν στα αυτοκίνητα και στη διαδρομή παρενοχλούνταν από τις Αρχές επιβολής του νόμου.
Αλκοόλ, γάμοι και κατάθλιψη
«Είχε μια καρδιά σαν το Γκραντ Κάνιον» έλεγε η Patti Austin για τη φίλη της Dinah. Μόλις άρχισε να βγάζει χρήματα βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη και το χρέος γινόταν όλο και πιο βαθύ. Όχι μόνο έδινε στους φίλους της, αλλά συντηρούσε την οικογένειά της και πλήρωνε έναν θίασο μουσικών, ρούχα, κοσμήματα, κομμωτήρια και τα χρέη της μεγάλωναν. Το αλκοόλ (προτιμούσε το κονιάκ) έγινε σταθερός της σύντροφος κι από κοντά ήρθε και η κατάθλιψη.
Κανείς δεν έμαθε πόσες φορές παντρεύτηκε. Ο πρώτος της γάμος, όταν ήταν 17 ετών, διήρκεσε τρεις μήνες. Αυτός ήταν κάπου 23 ετών. «Άδραξα την ευκαιρία να φύγω απ’ το σπίτι και τον παντρεύτηκα». Το 1957 παντρεύτηκε τον μουσικό της, τραγουδιστή και σαξοφωνίστα Eddie Chamblee. Χώρισαν το 1958, αφού τον απέλυσε ζωντανά επί σκηνής στη διάρκεια μιας εμφάνισής τους στο Μαϊάμι. Έπειτα παντρεύτηκε με κάποιον Walter Buchanan, ο γάμος διήρκεσε μόλις οκτώ εβδομάδες και αυτός -μπασίστας της ορχήστρας της ήταν- της έκανε μήνυση για διατροφή. Έτσι ξεμπέρδεψε και μ’ αυτόν. Σε μια συνέντευξή της στο The Pittsburgh Courier εξηγούσε τους λόγους για τους αποτυχημένους γάμους της: ήθελε αγάπη, ασφάλεια και οικογένεια και όσοι παντρεύτηκε δεν υπήρξαν τόσο πρόθυμοι και ικανοί να της δώσουν αυτά που έψαχνε. «Αλλάζω συζύγους πριν αλλάξουν εμένα» έλεγε και άλλαξε ακόμα τρεις ή τέσσερις...
Amy Winehouse: «Η θεά μου»
Οταν η Dinah Washington πέθανε το 1963 η είδηση θάφτηκε στη σελίδα 79 των New York Times. Είχε περάσει όλο το βράδυ βλέποντας τηλεόραση. Ένα μισοάδειο μπουκάλι χαπιών προκάλεσε υποψίες και η νεκροψία διαπίστωσε ότι αιτία του θανάτου της ήταν μια υπερβολική δόση αλκοόλ και χαπιών αδυνατίσματος. Τριάντα χιλιάδες πενθούντες φίλοι της βρέθηκαν θλιμμένοι στην κηδεία της εκείνο το παγωμένο μεσημέρι για να αποχαιρετήσουν την τραγουδίστρια με την «αιώνια φωνή». Ήταν μόλις 39 ετών.
Τριάντα χρόνια μετά, το 1993, η Dinah Washington έγινε δεκτή στο Rock ‘n’ Roll Hall of Fame. Το 2008 η γενέτειρά της Tuscaloosa μετονόμασε το τμήμα της 30ής Λεωφόρου μεταξύ της 15ης οδού και του πάρκου Kaulton σε Dinah Washington Avenue. Μεταξύ των ερμηνευτριών οι οποίες οφείλουν πολλά στο ταλέντο της είναι οι τραγουδίστριες του πρώιμου rock ‘n’ roll και του R&B, όπως η Etta James και η Ruth Brown, καθώς και φωνές του 21ου αιώνα, όπως η Amy Winehouse, η οποία αποκαλούσε την Washington «θεά μου». Στο «Q», την αυτοβιογραφία του, ο μέγας Quincy Jones, που υπήρξε παραγωγός και ενορχηστρωτής της, έγραφε τιμώντας την: «Κάθε μελωδία που τραγουδούσε με την αμίμητη φωνή της την έκανε δική της. Μόλις έβαζε την ψυχωμένη στάμπα της σε ένα τραγούδι το έκανε δικό της και από τότε δεν ήταν ποτέ το ίδιο».