Η συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα Le Monde Φλοράνς Νουαβίλ όπως και ο σύζυγός της Μαρτέν Χιρς συνδέονται με μακρά φιλία με το ζεύγος Κούντερα. Απότοκος αυτής της φιλίας, των ανέμελων συναντήσεων των δύο ζευγαριών είναι το βιβλίο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μίλαν Κούντερα: Γράψιμο... Τι ιδέα κι αυτή!» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία σε εξαιρετική μετάφραση -την τελευταία- του Γιάννη Η. Χάρη, στο οποίο η Νουαβίλ επιχειρεί, ψηφίδα την ψηφίδα, να αναδημιουργήσει όχι τη ζωή του Μίλαν Κούντερα, αλλά να ακολουθήσει την πορεία της σκέψης και της δημιουργίας ενός εμβληματικού μυθιστοριογράφου του 20ού αιώνα και ενός από τους πιο επιδραστικούς, εντυπωσιασμένη και η ίδια από αυτόν τον συνδυασμό «βάθους και διαύγειας» που διακρίνει το έργο του. Από το γεγονός πως «η γραφή του αρνείται να βροντοφωνάξει. Πέρα από μόδες, πέρα από κλισέ, αποτίει φόρο τιμής στην απόχρωση, στην πολυσημία, στην αμφισημία. Πολυπλοκότητα και δισταγμός».
Φυσικά και δεν γράφει βιογραφία η Νουαβίλ. Κάτι τέτοιο θα το απεχθανόταν πρώτος από όλους ο ίδιος ο Μίλαν Κούντερα, ο οποίος δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει πως «Η βιογραφία είναι δηλητήριο. Πως ο συγγραφέας πρέπει να πασχίζει να μην έχει ζήσει. Ή, κάτι που είναι ένα και το αυτό, πως οφείλει να εξαφανιστεί πίσω απ’ το έργο του». Σε όλη του τη ζωή με αυτό πάλευε: προσπαθούσε να στρέψει τους προβολείς από το πρόσωπό του στο πολυπρόσωπο έργο του. Γι’ αυτό άλλωστε, από τη δεκαετία του ’80 ακόμη, μετά την «Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης», όταν βρισκόταν στην ακμή της δόξας του, διαβαζόταν παντού, μεταφραζόταν διαρκώς και ήταν περιζήτητος από τα μίντια, σταμάτησε να δίνει συνεντεύξεις -κάτι καθόλου αυτονόητο, ειδικά αν κάνουμε αναγωγή στη σημερινή εξωστρεφή και αλαζονική εποχή-, αναζητώντας την εσωτερική σιωπή η οποία είναι τόσο απαραίτητη για τη δημιουργία. Είναι ο ίδιος που γράφει στην «Τέχνη του μυθιστορήματος»: «Από τη στιγμή που ο Κάφκα τραβάει την προσοχή περισσότερο από τον Γιόζεφ Κ. έχει ξεκινήσει η διαδικασία του μεταθανάτιου θανάτου του». Το έργο και δη το μυθιστόρημα είναι πάντα η απάντηση. Χωρίς να έχει καμιά σημασία η ερώτηση. Το μυθιστόρημα που δεν κρίνει, δεν προτείνει λύσεις, δεν καθοδηγεί. Που δείχνει, περιγράφει, αποκαλύπτει. Για τον Κούντερα το μυθιστόρημα είναι «αντίσταση, πρόκληση, εξέγερση». Έπεσε με τα μούτρα σε αυτό, κόντρα σε όλα όσα συνέβαιναν γύρω του, όχι αγνοώντας τα -πώς θα μπορούσε;-, αλλά θεωρώντας το κάθε τι υλικό μυθιστορίας και δεν «συνήλθε» παρά μόνο όταν, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, περιήλθε σε μια καθολική μη αντιστρέψιμη νοητική λήθη.
Η Φλοράνς Νουαβίλ ακολουθεί το νήμα της συγγραφικής του περιπέτειας. Πιστεύει πως τα πάντα βρίσκονται μέσα στις λέξεις του. Παραθέτει αποσπάσματα από το έργο του τα οποία διακόπτουν ή, καλύτερα, συμπληρώνουν την αφήγησή της. Οι ήρωες του Κούντερα είναι αποκαλυπτικοί. Έχουν τη δική τους βιογραφία, αντανακλώντας τη βιογραφία του ίδιου του δημιουργού τους, ο οποίος επιδιώκει να αφομοιωθεί, να μην υπάρχει ως κάτι άλλο πέρα από μυθιστοριογράφος. Γιατί αυτή η ιδιότητα του Κούντερα περιείχε και όλες τις άλλες. Περιείχε τον χαρισματικό μουσικό που άφησε τις νότες για τις λέξεις, τον λάτρη της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας ο οποίος αγαπούσε ιδιαιτέρως τους Μούζιλ, Μπροχ, Γκομπρόβιτς, Κάφκα, τον ενθουσιώδη κομμουνιστή που πίστευε σε έναν κομμουνισμό με ανθρώπινο πρόσωπο, τον παραγκωνισμένο από το κομμουνιστικό καθεστώς που έγραφε ζώδια με ψευδώνυμο για να επιβιώσει, τον εξόριστο που έφυγε παίρνοντας μαζί του μόνο κάποιες κούτες με βιβλία, τον αναγνωρισμένο στο εξωτερικό που έπρεπε να γίνει ενενήντα χρόνων για να πάρει πίσω την τσεχοσλοβακική υπηκοότητα που του είχαν στερήσει, τον άνθρωπο που σε ηλικία εξήντα πέντε χρόνων άλλαξε γλώσσα γραφής, άρα και γλώσσα σκέψης, τον παγκόσμιο συγγραφέα που στερήθηκε το Νόμπελ για λόγους αλλότριους από τη γραφή.
Η Νουαβίλ δεν γράφει την περιπέτεια της ζωής του Κούντερα. Γράφει την περιπέτεια της σκέψης του. Αρωγός της είναι η Βέρα Κούντερα, η οποία της παραχωρεί σημειωματάρια, φωτογραφίες, αρχεία, την καθοδηγεί εξ αποστάσεως στους δρόμους της Μοραβίας και η Νουαβίλ τη θεωρεί τον «πραγματικό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον συγγραφέα και τα βιβλία του».
«Να κάνεις μια Αλήθεια να παραπαίει: αυτό το πρόγραμμα είναι επί το έργον σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα του Κούντερα. Πάρτε ένα θέμα, μια ηχηρή λέξη, βυθίστε τη στο οξύ υγρό του χιούμορ. Προσθέστε μια γενναία δόση ειρωνείας και θα έχετε ένα κουντερικό μυθιστόρημα».
«Γράψιμο... Τι ιδέα κι αυτή» λέει ο Κούντερα λίγο πριν από το φυσικό του τέλος κι ενώ έχει ήδη βυθιστεί στη λήθη. Ενώ έχει «καταφέρει» να μην υπάρχει πέρα από τις λέξεις του. Η Νουαβίλ τον καθιστά οικείο παραχωρώντας του την πολυτέλεια να παραμείνει μοναδικός. Ένας ύμνος στη γραφή είναι η βιογραφία της/του.

Φλοράνς Νουαβίλ, «Μίλαν Κούντερα: Γράψιμο... τι ιδέα κι αυτή!»
Εκδόσεις Εστία
Μετάφραση: Γιάννης Η. Χάρης
Σελίδες: 284
Τιμή: 19 ευρώ