Live τώρα    
Bag of Nails / Έχουν τον λύκο μέσα τους
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Bag of Nails / Έχουν τον λύκο μέσα τους

Στη σκηνή μεταμορφώνονται, προσφέροντας μια μοναδική εμπειρία που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον της blues μουσικής. Και μπορεί το Δέλτα του Μισισιπή να απέχει αμέτρητα μίλια, αλλά αυτή η απόσταση εξανεμίζεται όταν τους ακούσεις να παίζουν live τη μουσική τους. Η σκηνική παρουσία και η άμεση σύνδεσή τους με το κοινό τούς καθιστούν μοναδικούς. Δεν μένει παρά να το διαπιστώσετε κι από κοντά την Κυριακή 20 Ιουλίου στο Θέατρο Πέτρας, όπου ανοίγουν το Jazzèt Festival 2025.

Μακρύ μουσικό οδοιπορικό

Το Bag of Nails, εκτός από το όνομα της ιστορικής λονδρέζικης παμπ όπου ο Jimi Hendrix έδωσε την πρώτη του συναυλία επί αγγλικού εδάφους, είναι και μια παλιά αργκό έκφραση που αναφέρεται σε καταστάσεις σύγχυσης και αταξίας. Και οι δύο λέξεις περιγράφουν αυτούς και το μουσικό τους στιλ, καθώς στην πραγματικότητα παίζουν τα blues αλλά με μια επιθετική ψυχεδελική προσέγγιση που συνδυάζει τα μουσικά τους γούστα και τις ιδιοτροπίες τους.

Οι Bag of Nails, πρώτα με το άλμπουμ «The wolf inside me», ξεκίνησαν ένα μουσικό οδοιπορικό από τους αγροτικούς οικισμούς στα περίχωρα της γενέτειρας των blues Νέας Ορλεάνης, το ηλεκτρισμένο Σικάγο, το βιομηχανικό Ντιτρόιτ και το Μέμφις του Τενεσί μέχρι και τον Άγιο Γεώργιο, ένα χωριό 100 χιλιόμετρα από την Αθήνα, όπου ο leader τους Πάνος Κ. ζει μόνιμα και δουλεύει ως αγρότης δίπλα στον μουσικόφιλο πατέρα του, κι ας σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ.

Πίσω στα παλιά λημέρια

Το συγκρότημα δημιουργήθηκε το 2015 και κυκλοφόρησε το πρώτο «Bag of Nails» το 2016. Επικοινωνεί τη μουσική του στο κοινό πρώτη φορά το 2017 σ’ ένα live session στις «Ροκ Συναναστροφές», στο δημόσιο ραδιόφωνο. Το καλοκαίρι του 2018 παίρνει το πρώτο βραβείο στο «Battle of the Bands» -στον κήπο της ΕΡΤ- και τον Φεβρουάριο του 2019 ανοίγουν τη συναυλία του Martin Turner των Wishbone Ash στο Κύτταρο club, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Το νέο τους album «Back to the same ol’ place» ηχογραφήθηκε ζωντανά και 100% αναλογικά, αποτυπώνοντας την ακατέργαστη ενέργεια της μπάντας στο απόλυτο.

Αυτοδίδακτοι και οι τρεις, απ’ τη μέρα που μπήκε η μουσική στη ζωή τους, ο Πάνος Κ. ντύνει τις συνθέσεις του με τη χαρακτηριστική χροιά και την ανεπιτήδευτη βαριά προφορά της δυνατής φωνής του, που ταιριάζει άψογα με την εκφραστική αγριάδα της ηλεκτρικής κιθάρας. Δίπλα του τα ιπτάμενα πλήκτρα του Θάνου Ζ. και τα power ντραμς του Ηλία Κ. σ’ ένα rhythm n’ blues χωρίς όρια. O Jimi Hendrix χαμογελάει και ο Duane Allman νιώθει καλά ακούγοντας τους ψυχωμένους αυτοσχεδιασμούς τους.

Τα πρόβατα και ο λύκος

Οταν κάποιος περνάει όλη του τη ζωή ανάμεσα στα πρόβατα, συνήθως καταλήγει να συμπεριφέρεται όπως αυτά, να κινείται όπως αυτά, να μην ξεχωρίζει από το κοπάδι. Οι Bag of Nails αφηγούνταν στον πρώτο τους δίσκο την ιστορία εκείνων που κλαίνε όταν οι άλλοι γελούν, εκείνων που δεν διαλέγουν τον εύκολο δρόμο. Επειδή έχουν τον λύκο μέσα τους, έτοιμο να βγει σε κάθε στιγμή. Το ηχητικό αποτέλεσμα των Bag of Nails μαρτυρά πολλή και επίμονη δουλειά, που τιμά τους προπάτορες της αφροαμερικανικής παράδοσης με μια μουσική που μιλάει για τα βάσανα και τους αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων σκλάβων. Με σεβασμό σε μια ιστορική μουσική, στα blues, η μπάντα αναζητεί, πειραματίζεται και καταθέτει την εμπειρία της γεμάτη ουσία, όραμα και πάθος.

 

_front_cover_new

 

Ας συστηθούμε

Οι Bag of Nails είναι τρία παιδιά που ασχολήθηκαν με τα blues και το rock των τελών της δεκαετίας του ’60 σε πολύ νεαρή ηλικία, κυρίως επηρεασμένα από τους γονείς τους και τους φίλους τους. Είναι αυτοδίδακτοι οργανοπαίκτες και η μουσική αποτέλεσε τη μόνη διέξοδος από τη μέρα που μπήκε στη ζωή τους. Ο Πάνος Κ. (κιθάρα και φωνητικά) γεννήθηκε το 1990 και πήρε την πρώτη του κιθάρα όταν ήταν 7 ετών, δώρο από τον παππού του. Άρχισε να κάνει «παρέα» μαζί της στα δώδεκα. Με τον Θάνο Ζ. ήταν φίλοι από μικρά παιδιά, ενώ το σπίτι του Ηλία Κ. δεν απέχει πάνω από 200 μέτρα απ’ το δικό του.

Το «Bag of Nails» άρχισε να πλανάται ως ιδέα στο μυαλό του Πάνου το 2014, κατά τη διάρκεια της θητείας του στους Mr. Delay and The Tallman (ένα τρίο που έπαιζε κυρίως διασκευές σε ύφος hill country blues, με πολλά ροκ στοιχεία των τελών της δεκαετίας του ’60). Πολλά από τα τραγούδια που αργότερα θα αποτελούσαν τη βάση του συγκροτήματος γράφτηκαν εκείνη την περίοδο. Το 2016 πια οι Bag of Nails άρχισαν να παίζουν live και να προετοιμάζονται για την ηχογράφηση του πρώτου τους demo. Το ζωντανά ηχογραφημένο LP «The wolf inside me» κυκλοφόρησε το 2019 από τη γερμανική δισκογραφική Nasoni Records.

 

bagofnails

 

Συζητώντας με τον Πάνο Κ.

«Εκτός από εργάτες, αγρότες και φοιτητές, είμαστε αθεράπευτα... ρομαντικοί και αμετανόητα πεισματάρηδες σ’ έναν κόσμο που καταρρέει. Παίζουμε μπλουζ στις διάφορες εκφάνσεις του, και όπως ο διάολος δεν γουστάρει το λιβάνι, έτσι και εμείς δεν γουστάρουμε ούτε το στείρο αναμάσημα του παρελθόντος αλλά ούτε και τον μουγκό μοντερνισμό. Δεν ακούμε απλώς μουσική, την αφουγκραζόμαστε, και μέσα απ’ αυτόν τον επίπονο δρόμο που μας έφερε όσο τίποτε άλλο αντιμέτωπους με την ίδια μας την ύπαρξη βρήκαμε τη δική μας “φωνή”. Διδαχθήκαμε μέσα από παλιά κασετόφωνα και πικάπ, απευθείας απ’ τους μετρ του είδους που αποτελούν και το μέτρο σύγκρισης που εμείς θέτουμε για τους εαυτούς μας» ήταν η αποκαλυπτική για τον χαρακτήρα του και τις προθέσεις του για την πορεία της μπάντας απάντηση.

Στη συνέχεια, στην ερώτηση ποια δύναμη κινεί την ύπαρξή του προσωπικά και ως μέλος των Bag of Nails ο Πάνος απάντησε: «Ο έρωτας! Για τη ζωή, την ύπαιθρο, τη φύση, τη μουσική, την ομορφιά, τη φιλία και τη γυναίκα - μάνα κάθε δημιουργίας». Όταν τον ρώτησα τι επηρέασε το ύφος της μουσικής που παίζει, ο Πάνος μού είπε: «Η μάνα μου με νανούριζε με Ξυλούρη, με ρεμπέτικα και ηπειρώτικα και, για να είμαστε δίκαιοι, πετύχαινε τον σκοπό της. Όταν όμως μετρούσα ήδη τέσσερα χρόνια στη ζωή κι είχαν αρχίσει να πιάνουν κάπως τα χέρια μου, τρύπωσα στη δισκοθήκη του πατέρα μου κι εκεί άκουσα τον live δίσκο των Allman Brothers στο Fillmore East, το «Cheap thrills» της Joplin, το «L.A. woman» των Doors και τον μέγα Taj Mahal. Μετά ήρθαν οι Jethro Τull με το «Benefit», οι Crosby, Stills & Nash και ο Hendrix με τους Band of Gypsys».

Μια ιστορία από τη Μεταπολίτευση για έναν χουντικό μπάτσο και ένα κατασχεμένο κασετόφωνο του σύστησε τον Roy Buchanan. Έχοντας πλέον χάσει τον ύπνο του, το να φτάσει στην Paul Butterfield Blues Band και στον Nick Gravenites κι από εκεί στα hot blues του Chicago και στον B.B. King, δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο. Το να οδηγηθεί, όμως, στη Δυτική Ακτή των 50s, στον T-Bone Walker και τελικά στην jazz ήταν αναπόφευκτο!

Η πιο γλυκιά πατρίδα

Στο ερώτημα πόσο επηρέασαν τη ζωή του το περιβάλλον, οι άνθρωποι, ο τόπος που γεννήθηκε η απάντηση ήταν αφοπλιστική: «Η πιο γλυκιά πατρίδα είναι η καρδιά. Είναι οι άνθρωποι του μόχθου με τα λερωμένα χέρια και το καθαρό βλέμμα. Είναι τα σοκάκια όπου έπαιζες μικρός. Είναι όλα αυτά που σ’ έκαναν να κλάψεις και να γελάσεις. Είναι όλα όσα θυμάσαι και δεν θυμάσαι, αλλά είναι ανεξίτηλα γραμμένα πάνω σου. […] Στην εφηβεία μου ψαχούλεψα την εφηβική ντουλάπα του πατέρα μου στο σπίτι του παππού μου Παναγιώτη και βρήκα, ανάμεσα στις κουβέρτες και στα παλιά φθαρμένα σακάκια, ένα αυτοκόλλητο των Wishbone Ash. Δεκαπέντε χρόνια μετά μοιραστήκαμε μαζί τους τη σκηνή, live στο Κύτταρο. Γούσταραν τόσο πολύ που την έβγαλαν δίπλα στο πάλκο σε όλη τη διάρκεια της τότε εμφάνισής μας. Εγώ να δεις πόσο γούσταρα που άκουσα το μυθικό “Phoenix” τους να αναδύει το κεφάλι του μέσα από τις στάχτες!».

 

hk

 

 

Φωτογραφίες: Νίκος Γκίκας και Αιμίλιος Καούσιας

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0