Στις πρώτες κιόλας γραμμές της συλλογής διηγημάτων «Νεαρά τομάρια» του Ιρλανδού Κόλιν Μπάρετ περιγράφεται ο φανταστικός/πραγματικός τόπος στον οποίο διαδραματίζονται οι ιστορίες του. Τόπος που επηρεάζει και καθορίζει την ιδιοσυγκρασία των ηρώων του. Φανταστικός τόπος, γιατί το Γκλάνμπεϊ δεν είναι υπαρκτό, αλλά κατασκεύασμα του συγγραφέα στην παράδοση μιας λογοτεχνίας που το κάνει αυτό, με γνωστότερες ίσως περιπτώσεις τη μυθική κομητεία Γιοκναπατόφα (Yoknapatawpha) του Φόκνερ και το Μακόντο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Είναι και άλλο τόσο πραγματικός όμως, καθώς σκιαγραφείται με ακρίβεια και θα μπορούσε, με κάποιες προσαρμοστικές παραλλαγές, να αναφέρεται σε οποιαδήποτε επαρχιακή πόλη στην άκρη οποιασδήποτε χώρας. «Στην πόλη μου δεν έχετε έρθει, αλλά το στιλ της το ξέρετε. Ένας κυκλικός κόμβος στην έξοδο κάποιας εθνικής οδού, μια βιομηχανική περιοχή, ένα μούλτιπλεξ με πέντε οθόνες και όσες παμπ προλαβαίνουν να χτιστούν σ’ έναν αιώνα - όλα μέσα σε δυόμισι τετραγωνικά χιλιόμετρα αστικών ορίων».
Σ’ αυτό τον ασφυκτικό περίγυρο ζουν και κινούνται οι ήρωες του Μπάρετ. Σχεδόν όλοι νεαροί άντρες, δίχως σκοπό, δίχως όνειρα, δίχως μεγάλες προσδοκίες ή, για την ακρίβεια, δίχως καθόλου προσδοκίες, προσκολλημένοι σε μια ρουτίνα -«στη ρουτίνα μας υπάρχει η άνεση της ρουτίνας, αλλά υπάρχει και το μυστήριο της επιμονής της»- που περιλαμβάνει και συγχρόνως γεννά τη βία. Τη βία όχι σαν απάντηση σε κάτι -συγχρόνως σαν απάντηση στο καθετί-, αλλά ως μια κατάσταση ρουτίνας από την οποία κανείς δεν προσπαθεί να ξεφύγει γιατί κανείς δεν μπόρεσε να οραματιστεί, ούτε καν να σκεφτεί, μια άλλη εκδοχή τής πραγματικότητας. Νεαροί άντρες που καταφεύγουν στο αλκοόλ -γιατί δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν-, στα ναρκωτικά, στο σύντομο ανώνυμο σεξ, που είναι κομμάτι μιας ηδονικής στιγμής η οποία δεν αφήνει κανένα άλλο αποτύπωμα. Περισσότερο σωματική ανάγκη και λιγότερο απόπειρα ένωσης.
Κάποιοι ήρωες που είναι μεγαλύτεροι παραμένουν προσκολλημένοι θαρρείς σε μια νεότητα που πέρασε και τους άφησε τσακισμένους, να προσπαθούν να επανεφεύρουν έναν ενήλικα εαυτό που δεν έχει ούτε κίνητρο ούτε όρεξη να πάει παρακάτω. Ακριβώς όπως οι μεσήλικες ήρωες στο τελευταίο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο «Παρακαλώ ξεχάστε ότι υπάρχω», οι οποίοι προσπαθούν να αποχαιρετήσουν ένα κομμάτι της νεότητάς τους, όπως αυτό εκφράζεται στο πρόσωπο μιας παλιάς αγαπημένης, σε έναν κόσμο όπου οι νεκροί και οι ζωντανοί συμπλέκονται με σαφή αναφορά στο συγκλονιστικό διήγημα «Οι νεκροί» του Τζέιμς Τζόις. Το άδειο ξεχασμένο παλτό παραμένει κρεμασμένο στο πίσω μέρος της παμπ. Ένα σύμβολο ζωής και θανάτου.
Στο διήγημα «Διαμάντια» ο αλκοολικός ήρωας επιστρέφει από τη μεγάλη πόλη στη γενέτειρά του έπειτα από μια σειρά καταστροφών που έβαλαν στο μυαλό του την ιδέα της αυτοχειρίας. Η περιγραφή της φύσης από τον Μπάρετ συμβαδίζει με την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα: «Οι ουρανοί της ενδοχώρας απέραντοι, νοτισμένοι με ένα ιριδίζον φως και γεμάτοι τεράστιες μεταλλικές συνθέσεις από σύννεφα με κοιλιές ρυτιδιασμένες, όλο ραβδώσεις και στίγματα, να ξεχειλίζουν με οτιδήποτε είναι η βροχή πριν γίνει βροχή». Η επανάληψη ως πραγματικότητα και ως προοπτική τον καταπίνει. «Κάθε που ξυπνούσα και κοιτούσα έξω απ’ το παράθυρο του βαγονιού, η ίδια αγελάδα έμοιαζε να με κοιτάζει από το ίδιο μουσκεμένο καπνόχρωμο χωράφι».
Αυτή είναι η δύναμη του συγγραφέα. Αυτό το σπάσιμο του άγριου ρεαλισμού από εμβόλιμες προτάσεις μεγάλης πυκνότητας, ακρίβειας και ευαισθησίας που παραπέμπουν στο ύφος και στους τρόπους της ποίησης. Αλλά δίχως διάθεση εντυπωσιασμού. Αβίαστα, με εκείνη την ανθρωπιά που συνοδεύει πάντα τους πιο ευάλωτους.
Πρόσωπα μονοκόμματα, σχεδόν μονοσήμαντα, άγρια, λοξά, περιθωριακά, δίχως ηθικές αναστολές, δίχως αναστολές γενικότερα, που όμως μέσω της πένας του Μπάρετ αποπνέουν κάτι βαθιά ανθρώπινο. Ο συγγραφέας δεν τους κρίνει, ακολουθεί τις διαθέσεις τους, τους περιβάλλει με τρυφερότητα, δεν προσπαθεί καν να τους καταλάβει, όμως αφουγκράζεται κάθε τους κίνηση, κάθε μικρή μετατόπιση των συναισθημάτων τους, κάθε μικρή ρωγμή τους, σεβόμενος τα σκοτάδια τους γίνεται σάρκα από τη σάρκα τους, βιώνει τον όλεθρο μαζί τους. Η ψυχοσύνθεσή τους αναδεικνύεται μέσα από τις μικρές λεπτομέρειες των συμπεριφορών τους, μέσα από τους αποκαλυπτικούς διαλόγους οι οποίοι, δουλεμένοι στην εντέλεια, δίνουν στην αφήγηση μια εντύπωση ζωντάνιας και προφορικότητας. Χιούμορ και πικρή ειρωνεία διαπερνούν τις ιστορίες του βιβλίου, οι οποίες εντέλει, παρά τον ζόφο τους, λόγω της τρυφερής ματιάς του δημιουργού τους αφήνουν για το τέλος μια απατηλή εντύπωση αισιοδοξίας. Οι ήρωες είναι χαμένοι από χέρι αλλά το βλέμμα του δημιουργού τους τους αγαπά. Κι αυτό ούτε λίγο είναι ούτε εύκολο.
Τα «Νεαρά τομάρια» κυκλοφόρησαν στα αγγλικά το 2014 και απέσπασαν το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του Guardian. Στη χώρα μας κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Στερέωμα σε εξαιρετική μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη.

Κόλιν Μπάρετ, «Νεαρά τομάρια»
Εκδόσεις Στερέωμα
Μετάφραση: Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Σελίδες: 256
Τιμή: 17,50 ευρώ