Το όνομα του σχήματος προέρχεται από το ragtime, το μουσικό είδος που ήταν προπομπός αυτού που χρόνια μετά ονομάστηκε τζαζ, και τη Storyville, την κακόφημη συνοικία της Νέας Ορλεάνης όπου γεννήθηκε και γιγαντώθηκε αυτή η μουσική, τότε, στις αρχές του 20ού αιώνα.
Κάθε live και μια γιορτή
Στις εμφανίσεις τους οι Storyville Ragtimers αποτίουν συχνά φόρο τιμής σε έναν από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες της jazz (το «άλφα» και το «ωμέγα» της) και μας καλούν να ζήσουμε στην ατμόσφαιρα της Νέας Ορλεάνης για ν’ ανακαλύψουμε ξανά τη μουσική που έκανε τον Louis Armstrong έναν αιώνιο θρύλο. Και κάθε συναυλία τους είναι μια γιορτή!
«Το “High society” είναι μια ακόμη απόδειξη ότι, όταν αγαπάς κάτι και το αγαπάς βαθιά, το κάνεις καλά, ακόμη και αν δεν γεννήθηκες και δεν ανδρώθηκες με αυτό. Και οι Storyville Ragtimers δεν το κάνουν απλώς καλά. Το κάνουν τέλεια» έγραφε ο Μάνθος όταν τους κάλεσε στη δική του εκπομπή για να παρουσιάσουν τον νέο δίσκο.
Δημιουργικές ζυμώσεις
Οι Storyville Ragtimers δημιουργήθηκαν στην Αθήνα το 2015 από τον Γιάννη Καραγιαννάκη των Black Jack του 1995 και την «παλιοσειρά» Κωστή Βαζούρα, που υπηρετούσαν μαζί στην μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού, όταν συνάντησαν τον Βασίλη Τζαβάρα και τον Μελέτη Πόγκα των Take The Money and Run. Ο Μελέτης, ο Βασίλης και ο Γιάννης είχαν συναντηθεί στην μπάντα του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Με επίκεντρο τις κοινές αναφορές τους στη Νέα Ορλεάνη, τη Storyville, τα sporting houses της Basin’ Street, τη Lulu White και τους professors που έπαιζαν στις μπάντες των parades, τους second liners και τις μπάντες των ποταμόπλοιων του Μισισιπή, σχημάτισαν χρόνια μετά τους Storyville Ragtimers. Όμως ο Γιάννης έβαλε βέτο: «Υλικό από το 1939 και πίσω, αποκλειστικά. Με “κόφτη” το 1940»!
Μαζί και όπου βγει
Τα μέλη (όλοι οι επτά της μπάντας) είναι πια φίλοι πολλά χρόνια, σε άπειρους συνδυασμούς. Αυτό που τους συνδέει είναι η μουσική. Η αγάπη τους γι’ αυτό το είδος τούς ενώνει, καθώς είναι παιδιά της ίδιας γενιάς, με εξαίρεση τους «βενιαμίν» Βασίλη Παναγιωτόπουλο στο τρομπόνι και Θοδωρή Χριστοδούλου στα ντραμς. Οι Storyville Ragtimers έχουν εμφανιστεί σε πολλά τζαζ φεστιβάλ και έχουν έντονη παρουσία στις μουσικές σκηνές της Αθήνας και της επαρχίας. Από τη δουλειά τους ξεχωρίζουν τρία θεματικά αφιερώματα: ένα στις μουσικές που ακούγονται στις ταινίες του Woody Allen («The Storyville Ragtimers play Woody Allen»), ένα στις παράλληλες πορείες του Louis Armstrong και του Sidney Bechet («Sidney and Louis»), όπως και το βιογραφικό αφιέρωμα στον Louis Armstrong («Black & Blue»).
Storyville Ragtimers στην Αλμαγέστη
Οι Stoyville Ragtimers είναι ένα από τα λίγα σχήματα που προσπαθούν να μεταφέρουν στη χώρα μας το κλίμα και την αισθητική αυτής της αρχέγονης μορφής της τζαζ με συνέπεια, αγάπη και σοβαρότητα. Το πρώτο CD αυτής της δραστήριας, γεμάτης κέφι και ενέργεια επταμελούς μπάντας ηχογραφήθηκε ζωντανά στα τέλη Οκτωβρίου του 2022, στο τζαζ μπαρ Αλμαγέστη της οδού Πλαταιών 44, στον Κεραμεικό. Ο δίσκος τους με τίτλο «The Storyville Ragtimers live at Almagesti» ηχογραφήθηκε ενώπιον κοινού με ηχολήπτες τους Φίλιππο Μαρινέλη και Γιάννη Παξεβάνη. Τα 12 κομμάτια αποτυπώνουν μια άλλη εποχή, που ξεκινάει από το «Bill Bailey» του 1902 και ολοκληρώνεται με το περίφημο «Buddy Bolden blues» του 1936, αναδεικνύοντας τις επιρροές τους από τους Louis Armstrong, Jelly Roll Morton, Bix Beiderbecke, Eddie Lang, Fats Waller και την Original Dixieland Jazz Band. O δίσκος αυτός υπήρξε ένα διαβατήριο για να μυηθεί το ελληνικό μουσικόφιλο κοινό στην ιστορική πρώτη περίοδο της τζαζ.
Eπιστροφή στο ηχητικό παρελθόν
Κάτω από ποιες συνθήκες θα μπορούσε να αποδοθεί σωστά σήμερα η jazz της Νέας Ορλεάνης; Άλλοι λένε πως είναι μια επιστροφή στο ηχητικό χθες που δεν πρέπει να ακυρώνει όλες τις σημερινές τεχνικές ηχογράφησης, τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας, ούτως ώστε να παρουσιάζονται άψογα όλες αυτές οι μουσικές. Ο καλός φίλος και ηχολήπτης των Storyville Ragtimers Φίλιππος Μαρινέλης έκανε πράξη τις κρυφές επιθυμίες τους. Τους κάλεσε να ηχογραφήσουν τον δεύτερο δίσκο τους με τον τρόπο που γινόταν τότε: μ’ ένα μόνο μικρόφωνο που κάλυπτε σχεδόν τις 360 μοίρες του χώρου. Και αυτή η «γλυκιά θαμπάδα» που βγάζει η αποτύπωση στο βινύλιο του νέου τους LP δύσκολα αποδίδεται στην ψηφιακή μορφή του ήχου.

Στη high society, όπως παλιά
Οι Storyville Ragtimers αναπαριστούν το σκηνικό της Storyville με πρωτόγονους τρόπους εγγραφής, ώστε η μουσική αυτή να «ανασάνει» ξανά. Αυτό γίνεται πράξη στο «High society». Όλα τα κομμάτια του ηχογραφήθηκαν ζωντανά, με όλους τους μουσικούς σ’ ένα δωμάτιο, χωρίς χωρίσματα, προσωπικά μικρόφωνα και ενισχυτές και μ’ ένα μόνο μικρόφωνο στο κέντρο της αίθουσας ηχοληψίας να αποτυπώνει τη ζωντανή αίσθηση αυτής της ιστορικής παλιάς jazz, χωρίς διορθώσεις, εφέ και άλλα τεχνικά. Στοn δίσκο ακούμε τους επτά μουσικούς να παίζουν σαν να είναι σε κάποιο κέντρο της χιλιοτραγουδισμένης Storyville περισσότερα από εκατό χρόνια μετά.
Συγκινούν και διασκεδάζουν
Διαλέγοντας κομμάτια από το 1901 ως το 1927, κομμάτια σχεδόν άγνωστα στο ευρύ κοινό, ακόμη ένα άλμπουμ γεμάτο θετική αύρα μάς μεταφέρει στην ατμόσφαιρα των μπαρ της κακόφημης συνοικίας Storyville, του λιμανιού της Νέας Ορλεάνης. Όπως οι ίδιοι αναφέρουν, «τα καμπαρέ αυτά, όπως το φημισμένο Mahogany της διάσημης μαντάμ Lulu White, αποτελούσαν το στέκι πλούσιων τσιφλικάδων του αμερικανικού Νότου, οι οποίοι επισκέπτονταν τακτικά το λιμάνι για να πουλήσουν το βαμβάκι τους και ξέμεναν βδομάδες εκεί, μέχρι να τελειώσουν όλες τις δουλειές τους». Και συμπληρώνουν: «Συγκεντρώσαμε μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια που ακούγονταν εκεί παιγμένα από θρύλους της εποχής, όπως ήταν η Mamie Desdum, o Buddy Bolden, o Jelly Roll Morton ή ο King Oliver, οι οποίοι σίγουρα διασκέδαζαν και συγκινούσαν τους πλούσιους τσιφλικάδες του Νότου (τη high society της εποχής), και που ήταν η απαρχή της μουσικής που ονομάστηκε τζαζ και εξακολουθεί να μας συγκινεί και να μας διασκεδάζει μέχρι σήμερα».

Eνας δίσκος απολαυστικός
Το άλμπουμ «High society» περιλαμβάνει έξι κομμάτια παλαιάς jazz από την πρώτη τριακονταετία του 20ού αιώνα, την εποχή που η μεγάλη μαύρη μουσική εξελισσόταν σε μια «απόλυτη» τέχνη. Συνθέσεις των Louis Armstrong, Porter Steele, Joe «King» Oliver και W.C. Handy, τα τέσσερα ορχηστρικά («High society rag», «Dippermouth blues», «That’s-a-plenty», «Potato head blues») και τα δύο τραγούδια («Dr. Jazz», «Make me a pallet on your floor») με τον Γιάννη Καραγιαννάκη στην τρομπέτα, τον Κωστή Βαζούρα στο σοπράνο σαξόφωνο, τον Βασίλη Τζαβάρα στο πιάνο και στη φωνή, τον Μελέτη Πόγκα στην κιθάρα και στο μπάντζο, τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο στο τρομπόνι, τον Μάνο Λούτα στο κοντραμπάσο και τον Theo Christo στα ντραμς, κάνουν το άλμπουμ «High society» μια απόλαυση!
Το «Dippermouth blues» το έγραψε ο Joe «King» Oliver το 1923 για τον καλό μαθητή του Louis Armstrong, που έκανε «dippermouth» γκριμάτσες όταν τραγουδούσε κι έπαιζε τρομπέτα έξω από τα καμπαρέ, για να μαζέψει λίγες δεκάρες που θα βοηθούσαν τη μητέρα του να βάλει κάτι στο τσουκάλι για τα πεινασμένα στόματα της φαμελιάς των Armstrong. Με αυτό το κομμάτι αρχίζει το LP «High society», που περιέχει ακόμα το «Potato head blues», που ο Louis Armstrong ηχογράφησε το 1925 με τo «Hot 5» και μετά με τo «Hot 7» του. Το μελωδικό σόλο που παίζει σε αυτό το κομμάτι θεωρείται ως το πιο σημαντικό σόλο στην ιστορία της τζαζ και κανείς απ’ όσους το έπαιξαν δεν τόλμησε να το αλλάξει. Στην ταινία του «Manhattan» ο Woody Allen αναφέρει τους πλέον σημαντικούς κατά τη γνώμη του λόγους για να ζει κανείς. Ένας απ’ αυτούς είναι αυτό το περίφημο σόλο, μαζί με τον Frank Sinatra, τον Marlon Brando, τις σουηδικές ταινίες του Bergman, έναν πίνακα του Paul Cézanne ή το andante cantabile δεύτερο μέρος της 41ης και τελευταίας συμφωνίας που έγραψε ο W.A. Mozart το 1788, της «Jupiter Symphony».
Το «High society» των Storyville Ragtimers κλείνει με τη σύνθεση του W.C. Handy «Make me a pallet on your floor», ένα σπαρακτικό blues που παιζόταν στα honky tonks, στα φτηνιάρικα καμπαρέ της πρωτεύουσας του Νότου, της Νέας Ορλεάνης. Ο δίσκος αυτός είναι μόνο ένα δείγμα όσων θα συμβούν το καλοκαίρι του 2025 στις συναυλίες τους, στα υπαίθρια -και όχι μόνο- θέατρα όλης της χώρας.