Οι κιθάρες και το μπουζούκι του πατέρα και τα ρετρό τραγούδια της μαμάς ήταν τα πρώτα του ακούσματα μαζί με Μπαχ και Paco de Lucia από τον μεγάλο αδελφό, και μουσικό, Κωνσταντίνο, που ήταν πάντα η πιο μεγάλη του επιρροή. Τα χρόνια εκείνα η μουσική της Κρήτης φάνταζε σκληρή στ’ αυτιά του νεαρού που σήμερα είναι ένας κλασικός μουσικός ο οποίος μπορεί να αυτοσχεδιάζει και ένας άνθρωπος λιτός, που του αρέσει να εκφράζεται αφαιρετικά.
Ενα μωσαϊκό αναμνήσεων
Το μουσικό όργανο με το οποίο ασχολείται κυρίως είναι η κιθάρα, παρ’ όλα αυτά ο ίδιος δεν αισθάνεται αμιγώς κιθαρίστας. Η κιθάρα είναι το «πιάνο» του, μ’ αυτή συνθέτει, ενώ ακόμα παίζει ηλεκτρικό μπάσο και λίγο κρητικό λαούτο. Γι’ αυτόν η μουσική είναι «ένα μωσαϊκό αναμνήσεων, άλλοτε μονόχρωμο, άλλοτε πολύχρωμο». Και μπορεί η ίδια η κρητική μουσική να μην τον έχει επηρεάσει πολύ, αλλά τα ηχητικά τοπία της είναι η βασική πηγή σε ό,τι δημιουργεί. Τα ατελείωτα πανηγύρια με ζωντανή μουσική μέχρι το πρωί (που δεν τον άφηναν να... κοιμηθεί!) τα θυμάται μάλλον αρνητικά. Ήταν δοσμένος στην κλασική μουσική, αλλά όσο μεγάλωνε τον προσέλκυε όλο και πιο πολύ η μουσική του τόπου του.
Η γνωριμία του με τον ιδιόηχο κιθαρίστα και λαουτίστα Δημήτρη Κολιακουδάκη, γιο του μεγάλου λυράρη από τον Αποκόρωνα Νίκου Κολιακουδάκη, υπήρξε σημαντική για τον Γιώργο μιας και συνεργάζονται εδώ και είκοσι δύο χρόνια. Μέσω αυτού γνώρισε τον άλλο «δάσκαλο» και συμπαίκτη του, τον ιδιαίτερο ως άνθρωπο αλλά και δημιουργό, κιθαρίστα και λαουτίστα Αχιλλέα Περσίδη. Σ’ αυτούς οφείλει την ενασχόλησή του με το κρητικό λαούτο.
Πολύ σημαντικός για τα ακούσματά του υπήρξε ο πατέρας του παιδικού του φίλου Μιλτιάδη, συλλέκτης βινυλίων τζαζ, κλασικής αλλά και ροκ μουσικής. Αγαπημένος οικογενειακός φίλος και εξαιρετικός αρχιτέκτονας, ο Κωνσταντίνος Μαυρακάκης τον γαλούχησε μουσικά από τα χρόνια του Δημοτικού ακούγοντας μαζί του τον «ήχο δίπλα στη σιωπή» της ECM. Εξού και η αγάπη του στον Jan Garbarek, στον Keith Jarrett, στον Stephan Micus, στον McCoy Tuner όπως και στην τζαζ κιθάρα του Pat Metheny, στους Beatles, στους Stones, στους Floyd και στους Zeppelin.
Οι πρώτες σπουδές και ο Μπαχ
Στα 5 ο Γιώργος πήρε από το χέρι τον πατέρα του και μαζί ανέβηκαν τα σκαλιά του νεοκλασικού «Ωδείου Μπαχ». Εκεί έκανε κλασική κιθάρα και λάτρεψε τη μουσική του Μπαχ με καθηγητή των θεωρητικών τον Γιώργο Καλούτση και κιθάρας τον Γιάννη Μπουχαλάκη. Αποφοίτησε με πτυχίο κιθάρας και κλασικής αρμονίας. Από τους κλασικούς συνθέτες τον επηρέασαν ο Grieg, ο Scriabin, ο Κουβανός συνθέτης έργων για κιθάρα Leo Brouwer όπως και ο maestro της κινηματογραφικής μουσικής Ennio Morricone.
Από τα 12 ο Γιώργος Λιμάκης μελετούσε τη μουσική του Μπαχ και έγραφε για εκκλησιαστικό όργανο. Ήταν τότε που γνώρισε τον Simon, καθηγητή του στα αγγλικά και εκκλησιαστικό οργανίστα που έμενε στα Χανιά. Έτσι άκουσε για πρώτη φορά ένα έργο του να αποκτά ζωή. Έφερνε πάντα μια φούγκα στο μάθημα της αρμονίας με τον καθηγητή Καλούτση. Ώσπου μια μέρα αυτός ρώτησε τον μικρό μαθητή: «Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», «Μουσικός, να γράφω μουσική» του απάντησε ο Γιώργος. «Αυτό δεν γίνεται!» του είπε. Σάστισε ο μικρός, κόπηκαν τα πόδια του: «Μα γιατί;». «Γιατί... είσαι!» του απάντησε χαμογελώντας ο δάσκαλος.
Τα πανηγύρια και ο αυτοσχεδιασμός
Η ενασχόλησή του με τη μουσική έγινε επάγγελμα πριν από το τέλος των λυκειακών του σπουδών. Στο σχολείο ήταν μέτριος μαθητής, μιας και η μουσική μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του. Κάπου στο Γυμνάσιο αγόρασε ηλεκτρικό μπάσο με το οποίο έπαιζε σε εκδηλώσεις αλλά και με μεγαλύτερους μουσικούς, κάνοντας το πρώτο του live σε ηλικία 16 ετών με μουσική των Cream και του Hendrix.
Στα 17 άρχισε να παίζει επαγγελματικά για να είναι ανεξάρτητος οικονομικά. Έπαιζε κυρίως λαϊκά, σε πανηγύρια, βαφτίσεις και γάμους. Και ήταν τότε που αποφάσισε ν’ ασχοληθεί με τον αυτοσχεδιασμό, μιας και η επιρροή από τους δίσκους που είχε ακούσει άρχισε να βγαίνει στο παίξιμό του.
Ακόμα ένας άγγελος
Στα 18 ο Λιμάκης τελείωσε τις ωδειακές σπουδές και εργαζόταν ως δάσκαλος κιθάρας. Οι γονείς του, οι καθηγητές του στο ωδείο και ο μέντοράς του, ο Άγγλος συνθέτης, πιανίστας, ενορχηστρωτής και επικεφαλής του Music Theater του Royal College of Manchester Christopher Littlewood, που ζούσε στα Χανιά, ερωτευμένος κι αυτός με την Κρήτη, τον ώθησαν να σπουδάσει στο εξωτερικό. Κάτι που ο ίδιος αρχικά δεν ήθελε πολύ.
Ο Littlewood τον προετοίμασε για τις σπουδές στο Λονδίνο, γαλήνεψε το άγχος του και ήταν παρών σε όλη τη διάρκειά τους. «Ακόμα ένας άγγελος από αυτούς που έχω γνωρίσει» λέει ο Λιμάκης. Τα μαθήματα στη σύνθεση και ο τρόπος του είχαν άμεση συνάφεια με την ψυχολογία και, μέσω της μουσικής, την ίδια τη ζωή του μαθητή του. Μαζί με τη μελέτη της μουσικής, ατέρμονες φιλοσοφικές συζητήσεις με τον μέντορά του τον έκαναν να καταλάβει ότι σημασία δεν έχει το όργανο όσο ο ήχος και η αισθητική. «Ένας είμαι σε διαφορετικές συχνότητες. Για μένα δεν υπάρχει κιθάρα, μπάσο, λαούτο».
Χανιά, Λονδίνο, Αθήνα
Στα 20 του μετακόμισε στο Λονδίνο για να σπουδάσει σύγχρονη κλασική μουσική στο Middlesex University. Τα πανεπιστημιακά του χρόνια ήταν όμορφα αλλά και δύσκολα. Από τα Χανιά βρέθηκε στη μεγαλούπολη, όπου γνώρισε μουσικούς από όλον τον κόσμο. Αποφοίτησε με Bachelor of Arts in Music και Master of Arts in Music (composition). Όμως τα καλοκαίρια στα Χανιά δούλευε σε λαϊκά και σε τζαζ σχήματα.
Του έλειψαν τα Χανιά. Γύρισε έπειτα από σχεδόν πέντε χρόνια σπουδών και ασχολήθηκε με ωδεία, νέες μουσικές σκηνές και συνεργασίες με πολλούς εξαίρετους μουσικούς. Το 2010, με το «Natural Sound Trio», με τη Δέσποινα Δρακάκη και τον Ευριπίδη Σταματίου, τους απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία «Σύγχρονα μουσικά σύνολα» στον Πανελλήνιο διαγωνισμό ΧΟΝ στο Νέο Φάληρο. Στην Αθήνα, όπου ζει τους χειμώνες του, βρέθηκε μετά γιατί επιθυμούσε να διευρύνει τους μουσικούς του ορίζοντες και να παίξει με ανθρώπους που θαύμαζε από μικρός και, στην πορεία, έγιναν φίλοι καρδιακοί.
Πολύμορφες φιλίες και συνεργασίες
Επικεντρώνεται στο να είναι καλός συνοδός και όχι ένας «μπροστάρης» σολίστας. Να καλλιεργεί τον «μεγάλο καμβά της μουσικής», όπως ένας αρχιτέκτονας που φτιάχνει ένα ιδεατό κτήριο, το περιβάλλον που θα φιλοξενήσει τους «αγγέλους των ανθρώπων». Του αρέσει να αγκαλιάζει τις ομορφιές των άλλων, να τους νιώθει, να εκφράζεται μαζί τους. Οι εμπειρίες του με τους μεγάλους της ελληνικής μουσικής είναι πολλές κι αυτό που αφήνουν ως αίσθηση στον ακροατή είναι ο βελούδινος ήχος του και μια γαλήνη.
Ο Γιώργος Λιμάκης έχει συνεργαστεί με την ορχήστρα του Σταύρου Ξαρχάκου σε συναυλίες στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, με ερμηνευτές όπως η Χάρις Αλεξίου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο Νίκος Πορτοκάλογλου, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Έλλη Πασπαλά, η Ελένη Πέτα, ο Γιάννης Κότσιρας και μουσικούς όπως ο Νίκος Σιδηροκαστρίτης, ο David Lynch, o Γιώτης Κιουρτσόγλου, ο Σταύρος Λάντσιας, ο Γιώργος Καλούδης, ο Πέτρος Κλαμπάνης και ο Lyn Dobson των Soft Machine. Ακόμα, σημαντική θεωρεί τη συμμετοχή στη μουσική που η Ελένη Καραΐνδρου έγραψε για το «Κάτω από τις λεύκες» που σκηνοθέτησε ο σύντροφός της Αντώνης Αντύπας.
Συνεργάζεται με το τρίο Οceania, που απαρτίζεται από τον αγαπημένο του πιανίστα Γιάννη Κυριμκυρίδη και τον Θάνο Χατζηαναγνώστου στα τύμπανα, με το σχήμα A la Grec, που αποτελείται από τους Λόλα Γιαννοπούλου (φωνή), Αστέριο Παπασταματάκη (πλήκτρα) και Γιάννη Παπαγιαννούλη (κρουστά), με τον κιθαρίστα Κωνσταντίνο Μητρόπουλο αλλά και με το κιθαριστικό τους τρίο με τον Απόστολο Λεβεντόπουλο. Πολύ σημαντική θεωρεί τη συμμετοχή του στο συγκρότημα του Αρμένη φίλου Haig Yazdjian. Οι δε κιθαρίστες τον αγαπούν πολύ, ανάμεσά τους ο Αχιλλέας Περσίδης, ο Σάκης Τσινούκας και ο Γιώργος Ταμπάκης.
Οι φίλοι, τα κρητικά τοπία και η παρατήρηση της ζωής κινούν τον ψυχισμό του Γιώργου Λιμάκη προς μια μουσική που «γράφει» μέσα στο μυαλό του και την αφήνει να μεστώσει πριν την αποτυπώσει στο όργανο. Στη διάρκεια της δεύτερης καραντίνας, στα Χανιά, ηχογράφησε το αφαιρετικό, σε ήχο μεσογειακό, «Acceptance» για ακουστική κιθάρα.
Οταν ο κυρ-Θόδωρας, ένας αγαπημένος οικογενειακός φίλος, έφυγε, η απώλεια αποτυπώθηκε αυθόρμητα στο ομώνυμο κομμάτι που χώρεσε στο «Corpus», τον δίσκο των δύο μάγων των κρουστών Βαγγέλη Καρίπη και Δημήτρη Κλωνή. Μια κλασική σύνθεση του Γιώργου Λιμάκη, η «Ελεγεία», αποτυπώθηκε στο άλμπουμ «Τώρα» του ντράμερ Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη με ερμηνευτές τον ίδιο και τους Ντίνο Μάνο (μπάσο) και Γιάννη Παπαδόπουλο (πλήκτρα).
Το 2024, με το τρίο Οceania στο «Γιασεμί» μια συγκινητική βραδιά ολοκληρώθηκε με μια αγκαλιά των τριών φίλων μουσικών στο τέλος γιατί «η μουσική συμπληρώνει ό,τι δεν περιγράφεται από όλες τις γλώσσες του κόσμου».