Οι μακρόπνοες φιλοδοξίες του ενέπνευσαν και αμφισβητήθηκαν από τις ανισότητες της κοινωνίας σε περιόδους που η χώρα του ήταν βυθισμένη στο τέλμα ενός βαθιού ρατσισμού. Ο Max Roach γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1924 στο αφροαμερικανικό περιβάλλον της Βόρειας Καρολίνας από τον Alphonso και την Cressie Roach. Στα χρόνια του Γυμνασίου άρχισε να παίζει ντραμς στην εκκλησία των βαπτιστών, όπου η μητέρα του τραγουδούσε στη χορωδία και η θεία του ήταν πιανίστα. Από κει έμαθε να διαβάζει μουσική. Λόγω της Μεγάλης Ύφεσης η οικογένειά του μετανάστευσε στο Χάρλεμ και όλες οι πρώιμες αναμνήσεις του από εκεί ήταν από ανθρώπους που τον ενέπνευσαν, όπως ο Chick Webb και ο Duke Ellington. Θέλησε να συνεχίσει την εκπαίδευσή του, κάτι που τον οδήγησε στο Manhattan School of Music. Λίγους μήνες μετά προσκλήθηκε ως αντικαταστάτης ντράμερ στην παγκόσμιας φήμης Ορχήστρα του «δούκα της τζαζ» Ellington.
Το τέλος των big bands
Εκείνη την εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, η πόλη έσφυζε από μουσική, αλλά λόγω του πολέμου επιβαλλόταν φόρος σε όλα τα νυχτερινά κέντρα και χώρους που χρησιμοποιούσαν τραγουδιστές, χορευτές ή κωμικούς. Οι ιδιοκτήτες έπρεπε να πληρώνουν κρατικούς και δημοτικούς φόρους, μίσθωση και άδειες για τα ποτά και το προσωπικό, συν ένα 20% για κάθε δολάριο που έβγαζαν, υποχρεώσεις αφόρητες να τις επωμιστούν. Αυτό επέφερε το τέλος της χρυσής εποχής των big bands, αλλά η οργανική μουσική είχε εξαιρεθεί. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι Charlie Parker, Dizzy Gillespie και Bud Powell ανέβηκαν στη σκηνή. Μπορούσες να δεις σπουδαίους μουσικούς στον ίδιο δρόμο της «μητρόπολης της μουσικής», βιρτουόζους υψίστης κατηγορίας, όπως, για παράδειγμα, ο Art Tatum, για να αναφερθούμε μόνο σε έναν από αυτούς.
Μια ιστορική παρεξήγηση
Το 1943 ο Max Roach εμφανίζεται πρώτη φορά με το Dizzy Gillespie Quintet στο Onyx Club, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της τότε ολόφρεσκης «επανάστασης» του bebop. Ο όρος bebop προέκυψε ως αποτέλεσμα ενός ατυχήματος ή, μάλλον, μιας παρεξήγησης. Ο Dizzy Gillespie είχε γράψει ένα κομμάτι με αυτόν τον τίτλο. Εξουθενωμένοι, αυτός και το συγκρότημά του, μετά από ένα μακρύ σετ ηχοληψίας, εμφανίστηκε μπροστά τους ο αναμφισβήτητα κορυφαίος τζαζ κριτικός της εποχής Leonard Feather, που αναρωτιόταν τι καλό είχαν κάνει. Ο Dizzy νόμισε ότι ήθελε να μάθει τον τίτλο της τελευταίας σύνθεσης που είχαν παίξει, γι’ αυτό και απάντησε «Bebop». Έτσι προέκυψε το όνομα αυτής της δυναμικής μουσικής του τζαζ αυτοσχεδιασμού.
Μεταξύ 1945 και 1947 ο Max Roach ηχογραφεί με τους Charlie Parker και Dizzy Gillespie, καθώς και με την ορχήστρα του Benny Carter, τη Sarah Vaughan, τον Stan Getz, τον Don Byas, τον Bud Powell. Υπήρχαν στούντιο στα πίσω σοκάκια των κεντρικών λεωφόρων που πλήρωναν τους μουσικούς μετρητά και ικανοποιητικά, παρά την απαγόρευση ηχογράφησης που προέβαλλε το σωματείο των μουσικών εναντίον των δισκογραφικών. Δεν ήταν μεγάλο μυστικό τι συνέβαινε εκεί με την ανοχή τους.
Η απώλεια
Το 1949 ήταν μια πολυάσχολη χρονιά για τον Max Roach. Συμμετέχει στις ιστορικές ηχογραφήσεις του «Birth of the cool», που είχε επικεφαλής τον Miles Davis, παίζει στο Παρίσι με το κουιντέτο του Charlie Parker και παντρεύεται τη Mildred Wilkinson, με την οποία κάνει δύο παιδιά, τη Μαξίν και τον Ντάριλ. Το 1953 πια κυκλοφορεί την πρώτη σόλο δουλειά του, το «Drum conversation». Σχηματίζει, επίσης, ένα κουιντέτο με τον φλογερό τρομπετίστα Clifford Brown και τους Richie Powell, George Morrow και Harold Land, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον τενορίστα Sonny Rollins. Στις 26 Ιουνίου του 1956 ο Clifford Brown και ο Richie Powell πεθαίνουν σε ένα τροχαίο δυστύχημα στον δρόμο για μια συναυλία. Ο Roach συνεχίζει να παίζει και να ηχογραφεί με διάφορα γκρουπ μουσικών και παλεύει ψυχολογικά με την απώλεια, αποδιώχνοντας το αλκοόλ και νικώντας οριστικά τον βαρύ εθισμό του στην ηρωίνη.
Αφρικανικές ρυθμικές ρίζες
«Ενα σετ ντραμς είναι το πιο δημιουργικό όργανο στον κόσμο των κρουστών γιατί ο παίκτης χρησιμοποιεί και τα τέσσερα άκρα, χρησιμοποιεί όλη την τεχνική που έχει αναπτυχθεί με τα κρουστά. Η ποικιλία σε αυτό το σετ είναι εκπληκτική. Παίρνεις το ελάχιστο και ακολούθως το αξιοποιείς στο έπακρο» έλεγε ο πρωτοπόρος δεξιοτέχνης των κρουστών. Δεν ήταν έκπληξη ότι τρία από τα έξι κομμάτια της κυκλοφορίας του 1966 με τίτλο «Drums unlimited» ήταν ασυνόδευτα σόλο ντραμς. Αυτό το άλμπουμ θεωρείται από πολλούς συναδέλφους του ντράμερ ως το magnum opus του. Η δυναμική ώθηση του ρυθμού, η ικανότητά του να παίζει σόλο αναπτύσσοντας μια ιστορία με ποικίλα ηχοχρώματα και η επιδέξια χρήση της σιωπής το χαρακτηρίζουν.
Ισως το πιο χαρακτηριστικό μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα του ενδιαφέροντός του για την Αφρική ήταν το θαυμάσιο σύνολο κρουστών M’ Boom, που δημιουργήθηκε πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ένα σύνολο κρουστών στο οποίο ο Max Roach ενσωμάτωνε τις μνήμες της μαύρης φυλής από τη μακρινή πατρίδα, την Αφρική. Στις πολυάριθμες ενσαρκώσεις του M’ Boom, που εκτείνονται σε πάνω από τρεις δεκαετίες, το συγκρότημα αποτελούνταν αποκλειστικά και μόνο από κρουστά. Από το 1973 έως και το 1992 κυκλοφόρησαν τέσσερα άλμπουμ, με αποκορύφωμα μια ζωντανή ηχογράφηση της τελευταίας παράστασης του Max Roach με το σύνολο M’ Boom. Υπήρξε ένα ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι της μουσικής του ιστορίας, που ενσωματώνει στοιχεία από την αφρικανική και την παγκόσμια μουσική, την avant garde κλασική μουσική και την τζαζ.
«We insist! Freedom now suite»
«Η μουσική για τη μουσική» δεν ήταν αρκετή για τον Max Roach, που υπήρξε ένας από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν την τζαζ ως πολιτική φωνή
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Roach άρχισε να προσθέτει κάποιους πολιτικούς σχολιασμούς στις ηχογραφήσεις του, ξεκινώντας με το «Deeds, not words», εστιάζοντας μετά στο «We insist! Freedom now suite» του 1960. Από τότε ο σπουδαίος ντράμερ έγινε ένας εύγλωττος εκπρόσωπος της φυλετικής και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο Max Roach συνέχισε να πειραματίζεται με τον ήχο του, αποφεύγοντας τη χρήση του πιάνου στις μπάντες του, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η δίψα του για τον πειραματισμό τον οδήγησε σε συνεργασίες με φαινομενικά ανόμοιους μουσικούς, όπως ο ακόλουθός του σαξοφωνίστας Anthony Braxton, ο free jazz πιανίστας Cecil Taylor, ο αυτοεξόριστος από το καθεστώς του Aπαρτχάιντ Νοτιαφρικανός πιανίστας Abdullah Ibrahim και ο αιώνια «θυμωμένος» ιδιοφυής σαξοφωνίστας Archie Shepp. Και μπορεί η διασταύρωση της πολιτικής και της μουσικής να οδηγεί σπάνια σε μια τέχνη που αντέχει στον χρόνο, αυτή όμως, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια από τις σπάνιες περιπτώσεις. Όχι μόνο γιατί στο άλμπουμ αυτό κάνει μια δυνατή κοινωνική δήλωση, αλλά και γιατί διαθέτει εξαιρετικές μουσικές ερμηνείες.
Βαθύ και προκλητικό
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1960 κατά τη διάρκεια της κορύφωσης του αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα. Συμμετείχαν ο σπουδαίος Coleman Hawkins στο τενόρο σαξόφωνο και η υπέροχη Abbey Lincoln στα φωνητικά, στην καλύτερη ερμηνεία της. Στο τρίπτυχο «Prayer/Protest/Peace» τα τρομακτικά ουρλιαχτά της οργής της είναι αξιομνημόνευτα. Η μουσική, συχνά παράφωνη, είναι γεμάτη έντονα συναισθήματα.
Ο Max Roach και οι φίλοι του δεν στάθηκαν θεατές στους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα. Αυτό το έργο καταδεικνύει ότι η τέχνη δεν συμβαίνει σ’ ένα πολιτικό και κοινωνικό «κενό». Το μουσικό-στιχουργικό περιεχόμενο είναι βαθύ και προκλητικό. Οι νέοι ακροατές θα χαθούν στη μουσική των Max Roach, John Coltrane, Charles Mingus, Sonny Rollins και θα κατανοήσουν το «νήμα της συνέχειας» από την εποχή αυτών των καλλιτεχνών μέχρι και το ευαισθητοποιημένο, συχνά εξεγερμένο σήμερα. Ο M. Roach συνεργάστηκε με τον στιχουργό Oscar Brown Jr. και έγραψε μουσική, τραγούδια και παραλλαγές με θέμα τον αγώνα των Αφροαμερικανών για ισότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόσφατα, το 2022, ο δίσκος επιλέχθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου για το Εθνικό Μητρώο Ηχογραφήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών ως ένα «πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντικό δημιούργημα».
Δημιουργικός απολογισμός
Στα τελευταία του χρόνια ο Roach ηγήθηκε των δικών του γκρουπ και έπαιξε με μια μεγάλη ποικιλία καλλιτεχνών, από μουσικούς της avant garde μέχρι και τα κλασικά κουαρτέτα εγχόρδων και το ιαπωνικό συγκρότημα taiko Kodo. Το Double Quartet του συνδύαζε το δικό του τζαζ κουαρτέτο με τα έγχορδα του Uptown String Quartet, στο οποίο συμμετείχε παίζοντας βιόλα η κόρη του Maxine. Έπαιξε με συμφωνικές ορχήστρες, με Ιάπωνες ντράμερ ή Κινέζους ελεύθερους αυτοσχεδιαστές και συνέθεσε μουσική για το πειραματικό, πρωτοποριακό μπαλέτο του χορογράφου Alvin Ailey, ενώ έγραψε μουσικά έργα για το θέατρο και το σινεμά. Ο Roach επαναπροσδιόρισε -ξανά και ξανά- τους κανόνες σχετικά με τα κρουστά, την εκπαίδευση, την πολιτική και την πολιτιστική ευαισθητοποίηση.
Πέθανε στο σπίτι του στις 16 Αυγούστου του 2007. Χιλιάδες φίλοι του παρακολούθησαν τη νεκρώσιμη ακολουθία στη Riverside Church της Νέας Υόρκης και η ποιήτρια της μαυρότητας Μάγια Αγγέλου αποχαιρέτησε τον φίλο και μουσικό συναγωνιστή που είχε κάποτε πει στον γιο του: «Αν δεν επέλεγα τα ντραμς, θα είχα πάρει ένα όπλο».