Μπορεί η αφήγηση στο κύκνειο άσμα του Πολ Όστερ, στο μυθιστόρημα «Μπαουμγκάρτνερ», να μην είναι τόσο αντισυμβατική όσο, π.χ., στη μυθική «Τριλογία της Νέας Υόρκης» ή και σε πολλά άλλα έργα του, δεν παύει όμως να είναι μια πολύ καλή στιγμή του σπουδαίου Αμερικανού. Το βιβλίο κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν από τον θάνατό του -εδώ σε καλή μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη- και είναι ένα από τα πιο προσωπικά του κείμενα. Μέσω της αναπόλησης της ζωής του ήρωά του μοιάζει να αναπολεί και ο ίδιος τη δική του ζωή. Αναπολεί με εμφανή συγκίνηση, αλλά συγχρόνως με μια ιδέα αποστασιοποίησης. Σαν να αποστασιοποιείται από τη βεβαιότητα του επικείμενου τέλους, κάνοντας μια υπόκλιση -γνωρίζοντας μάλλον πως θα είναι η τελευταία- στη ζωή. Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκονται οι έννοιες της απώλειας, του έρωτα, της μνήμης, της μοναξιάς, της φθοράς, των γηρατειών και, βέβαια, του θανάτου.
Ο Όστερ δημιουργεί το ενδελεχές πορτρέτο του εβδομηνταενάχρονου Σάι Μπαουμγκάρτνερ, ο οποίος, μετά τον απρόσμενο θάνατο της γυναίκας με την οποία ήταν ερωτευμένος για σαράντα χρόνια, βρίσκεται μόνος του, προσπαθώντας να διαχειριστεί το πένθος. Καταπιάνεται με μια μονογραφία στα ψευδώνυμα του Κίρκεγκορ. Όμως αφότου έχει χάσει την Άννα, «είναι ένα ανθρώπινο κολόβωμα, ένας μισός άνθρωπος που έχει απολέσει εκείνο το μισό του που τον έκανε ολόκληρο, και ναι, τα μέλη που λείπουν είναι ακόμα εκεί και εξακολουθούν να πονάνε, να πονάνε τόσο πολύ, που κάποιες φορές νιώθει λες και το σώμα του είναι έτοιμο να τυλιχτεί στις φλόγες και να τον κατακάψει έτσι όπως στέκεται». Επιχειρώντας να επανακαθορίσει τη ζωή του, να μάθει με άλλα λόγια να ζει χωρίς εκείνη, καταφεύγει σε στιγμές του παρελθόντος. Βυθίζεται στο παρελθόν, παίρνοντας αφορμή συνήθως από καθημερινές λεπτομέρειες, προσπαθώντας να κατανοήσει ποιο είναι το σημαντικό και ποιο το ασήμαντο σε αυτή την πορεία προς τον θάνατο που είναι η ζωή. Γυρίζει πίσω στο 1968, στη χρονιά που γνωρίστηκε με την Άννα και ξεκίνησε ο επεισοδιακός, παθιασμένος έρωτάς τους. Αλλά και ακόμη πιο πίσω, στα παιδικά του χρόνια στο Νιούαρκ, στις σχέσεις με τους γονείς του, ιδίως σε αυτή με τον πολωνικής καταγωγής και τόσο ιδιαίτερο πατέρα του, και στο πώς αυτές τον καθόρισαν. Στην κεντρική αφήγηση, και μέσω της ακατάτακτης ανεξέλεγκτης διαδικασίας της μνήμης, παρεμβάλλονται άλλες επιμέρους αφηγήσεις -πάγια τακτική του Όστερ σε όλο το έργο του- που έχουν να κάνουν είτε με τα παιδικά του χρόνια, είτε με κομμάτια από τα ημερολόγια της Άννας, είτε με ποιήματα της ίδιας, είτε με άλλες ιστορίες που άκουσε και ξαφνικά ξυπνάνε στο μυαλό του. Άλλωστε, ένας από τους προβληματισμούς του συγγραφέα είναι αυτός: Γιατί θυμόμαστε κάποια περιστατικά του βίου μας που μπορεί να είναι ασήμαντα και ξεχνάμε άλλα πιο σημαντικά; Τι καθορίζει τον μηχανισμό της μνήμης; Τι επιλέγουμε να ξεχάσουμε και τι να θυμηθούμε; Και πόσο συνειδητό είναι αυτό; Επίσης, τι ρόλο παίζει η φαντασία, με άλλα λόγια η επινόηση; «Πρέπει άραγε να είναι αληθινό ένα γεγονός για να γίνει αποδεκτό ως αληθινό ή η πίστη στην αλήθεια ενός γεγονότος το καθιστά αληθινό, ακόμα και αν αυτό που υποτίθεται ότι συνέβη δεν συνέβη;» Ένας διαρκής στοχασμός στην έννοια της μνήμης, αλλά με μια γλυκόπικρη διάθεση. Μια διάθεση αυτοσαρκασμού, καθώς υπάρχουν στοιχεία κωμικά τα οποία εναρμονίζονται με τη στοχαστική, βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας, υπόσταση του Μπαουμγκάρτνερ.
Ομως, εκτός από τα παραπάνω, το «Μπαουμγκάρτνερ» είναι ένα μυθιστόρημα για την ίδια τη διαδικασία της γραφής. Ακριβολογώντας, για την αφοσίωση με πάθος, με «παθιασμένη μοναχικότητα», σε αυτή τη διαδικασία. Για το παλαντζάρισμα ανάμεσα «στην αυτοπεποίθηση και στην αυτοπεριφρόνηση» που είναι η ζωή κάθε καλλιτέχνη. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το απόσπασμα της «παραβολής» που γράφει ο ίδιος ο Μπαουμγκάρτνερ μετά από μία ερωτική απόρριψη: «Μετά βίας είχα κλείσει τα δεκαεπτά όταν ο προεδρεύων δικαστής της Βόρειας Περιφέρειας έδωσε την ετυμηγορία του και με καταδίκασε σε ισόβια δημιουργία προτάσεων […] η πόρτα του κελιού μου δεν κλειδώθηκε ποτέ και ελάχιστες αμφιβολίες υπάρχουν στο μυαλό μου ότι θα μπορούσα να είχα σηκωθεί και να είχα φύγει από εκεί μέσα όποτε ήθελα. Όχι ότι δεν μπήκα στον πειρασμό, όμως για λόγους που ουδέποτε κατανόησα πλήρως επέλεξα να μείνω».
Ο Πολ Όστερ, αυτός ο «καταδικασμένος» γραφιάς, γράφει ένα μυθιστόρημα -απίστευτο, ακόμη και τώρα, πως είναι το τελευταίο- για τα παιχνίδια της τύχης, για τις συμπτώσεις, για τους περιορισμούς και την ελευθερία της δημιουργίας, για τη μνήμη, την αγάπη και τον θάνατο. Ένα θλιμμένο μυθιστόρημα για την απόλυτη πίστη στην απρόβλεπτη περιπέτεια που λέγεται ζωή.
Paul Auster, «Μπαουμγκάρτνερ»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Μετάφραση: Ιωάννα Ηλιάδη
Σελίδες: 256
Τιμή: 17,70 ευρώ