Το δέντρο της υπακοής», το αμέσως προηγούμενο έργο της Βασιλικής Πέτσα, ήταν ένα εντυπωσιακό σε σύλληψη όσο και θεματική πολυεπίπεδο σύνθετο μυθιστόρημα, η δράση του οποίου απλωνόταν στη διάρκεια περίπου δύο αιώνων και σε διάφορα γεωγραφικά πλάτη, με ιστορίες φαινομενικά ασύνδετες, οι οποίες, καθώς προχωρούσε η αφήγηση, διαπλέκονταν με λεπτά νήματα, αναγκάζοντας τον αναγνώστη να τα ξεδιαλύνει για να αναδειχθούν στο τέλος οι υπόγειοι παραλληλισμοί. Ένα μυθιστόρημα ιδεών, στον πυρήνα του οποίου βρισκόταν η έννοια της αναζήτησης και της πίστης σε κάτι (αόριστο, φευγαλέο, ρευστό) που θα μπορούσε ίσως να νοηματοδοτήσει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Το «Δεν θ’ αργήσω» είναι ένα ολιγοσέλιδο πυκνό μυθιστόρημα, λιγότερο «φιλόδοξο» από το προηγούμενο, αλλά εντυπωσιακής βαθύτητας, το οποίο συνδέει, αρμονικά και άλλο τόσο υπαινικτικά, τη συντριβή από το ανεπούλωτο τραύμα μιας μαζικής καταστροφής με τον κοινωνικό αλλά και πολιτικό στοχασμό για μια ολόκληρη εποχή: τα χρόνια της θατσερικής διακυβέρνησης της Μ. Βρετανίας. Η συγγραφέας κατορθώνει να δημιουργήσει μια διαρκή συνομιλία ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής και στο προσωπικό τραύμα που καθορίζει και διαμορφώνει τον ψυχισμό όσων επιβίωσαν μιας καταστροφής και οι οποίοι συνέχισαν να ζούνε κουβαλώντας στους ώμους τους συναισθήματα απώλειας και ενοχής, προσπαθώντας συγχρόνως να διαχειριστούν το πένθος. Στον πυρήνα του μυθιστορήματος βρίσκεται η έννοια της απώλειας, αλλά, κυρίως, η έννοια του εγκλωβισμού. Ενός συντριπτικού συναισθήματος που δεν έχει να κάνει μόνο με την ένταση μιας στιγμής, αλλά με τη σαρωτική εγκαθίδρυσή του στην καθημερινότητα. Την ασφυκτική, κενή, επαναλαμβανόμενη, κατά μία έννοια ακατανόητη πραγματικότητα. Αυτή είναι, άλλωστε, και η δύναμη του κειμένου της Πέτσα. Ενώ στις σελίδες της «πρωτοστατεί» ένα καθηλωτικό γεγονός, εκείνη καταφέρνει να αναδείξει την καθημερινή μάχη των ηρώων της με ό,τι απέμεινε από αυτό που κάποτε ονειρεύτηκαν για ζωή. Δεν απέμειναν πολλά, αλλά κάπως πρέπει να συνεχίσουν.

Το γεγονός γύρω από το οποίο χτίζεται η αφήγηση είναι το εξής: Στις 15 Απριλίου 1989, σε μια περίοδο δηλαδή όπου συνθλίβονταν τα δικαιώματα της εργατικής τάξης κάτω από τη σκληρά νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της Θάτσερ, κατά τη διάρκεια του ημιτελικού του Κυπέλλου ανάμεσα στη Λίβερπουλ και στη Νότιγχαμ Φόρεστ, στο γήπεδο Χίλσμπορο του Σέφιλντ, από κακή διαχείριση της αστυνομίας, η οποία επέτρεψε τη μαζική ανεξέλεγκτη είσοδο φιλάθλων, 96 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω συνωστισμού και εκατοντάδες τραυματίστηκαν, στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική τραγωδία που έλαβε χώρα στη Μ. Βρετανία, με το σκηνικό αυτό να γίνεται ακόμα ζοφερότερο από την προσπάθεια συγκάλυψης των εγκληματικών λαθών και τη μετατόπιση της ευθύνης στους φιλάθλους που λοιδορήθηκαν αμείλικτα από τα ΜΜΕ.
Ο αφηγητής της Πέτσα, ο οποίος παραμένει ανώνυμος μέχρι τέλους επιτείνοντας την εντύπωση ότι όσα περιγράφονται θα μπορούσαν να συμβούν στον καθένα, βρίσκεται στο Χίλσμπορο μαζί με τη νεανική παρέα εκείνων των χρόνων. Βιώνουν την τραγωδία, που σφραγίζεται από την απώλεια ενός φίλου τους. Είκοσι χρόνια μετά η επικείμενη άφιξη ενός άλλου φίλου και αδελφού του χαμένου, ο οποίος είχε μεταναστεύσει για να ξεφύγει ίσως από το τραύμα, έχει ως αποτέλεσμα να συμπαρασύρει τη μνήμη του αφηγητή σε έναν δικό της αγώνα επιβίωσης, καθώς το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν, με όλο το τετελεσμένο βάρος του. Ένα πρωινό μέσα στο γκαράζ στο στατικό παρόν περιγράφει η Πέτσα: οι κούτες με τα αντικείμενα, το καναρίνι, μοναδικός σύντροφος του αφηγητή και μαζί ένα σύμβολο εγκλωβισμού, ένα σύμβολο διαρκούς θανάτου, καθώς ο ήρωας αντικαθιστά το πουλί όταν εκείνο πεθαίνει με ένα άλλο, παριστάνοντας (στον εαυτό του, στους άλλους) ότι είναι το ίδιο.
Ο ήρωας είναι παιδί ενός ανθρακωρύχου, το ποδόσφαιρο είναι ένας τρόπος έκφρασης της ύπαρξής του (όπως και άλλων ανθρώπων της τάξης του)ꞏ και όταν το ποδόσφαιρο γίνεται η αρχή του εφιάλτη, και μάλιστα λόγω ανεπάρκειας αλλά και κρατικής αδιαφορίας, τελικά είναι σαν να αναιρείται η ίδια η ύπαρξη. Αριστουργηματικά τα πρώτα κεφάλαια, όπου περιγράφεται η καθημερινότητα του ήρωα. Και μετά συμπληρώνεται το παζλ με τα άλλα πρόσωπα της παρέας. Μέχρι το καταληκτικό σπαρακτικό κεφάλαιο της απεύθυνσης στον χαμένο φίλο. Κι όλα αυτά επιλέγοντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δίνοντας σε αυτή όμως χαρακτηριστικά τριτοπρόσωπης: αποστασιοποίηση και παρατήρηση. Ο ήρωας παρατηρεί τη ζωή του σαν να παρατηρεί τη ζωή κάποιου άλλου. Δεν υποκύπτει στον συναισθηματισμό, γι’ αυτό και η συντριβή του φαντάζει ακόμη μεγαλύτερη: Είναι μόνος και προσπαθεί να καταλάβει πού πήγε αυτή η ζωή. Πολλές φορές στην αφήγηση παρεμβάλλονται μικρές, κοφτές φράσεις στην αγγλική γλώσσα, που, αρχικά, ίσως ξενίζουν, εντέλει όμως πείθουν με την προφορικότητα και την αληθοφάνειά τους.
Η Β. Πέτσα δίχως ούτε στιγμή να σηκώνει το δάχτυλο, δίχως συναισθηματισμούς, αλλά με περίσσεια ευαισθησίας και μια λεπτοδουλεμένη, ρωμαλέα γλώσσα αφήνει έντονο αποτύπωμα με αυτό το άρτιο πολιτικό μυθιστόρημα του ανεπούλωτου τραύματος, της επιβίωσης και της μνήμης.
INFO
Βασιλική Πέτσα
«Δεν θ’ αργήσω»
Εκδόσεις Πόλις
Σελίδες: 144
Τιμή: 14 ευρώ
Δημοσιεύτηκε στην Αυγή της Κυριακής 20/10/2024