«Με προσβάλλει βαθύτατα να είμαι καταναλωτής και όχι πολίτης ή απλός άνθρωπος» λέει ο Γεράσιμος Γεννατάς. Ηθοποιός εκπληκτικών δεξιοτήτων, βαθιά ανθρώπινος και με απόλυτη συνείδηση του δρώντος και σκεπτόμενου πολίτη, κατέχει άριστα την τέχνη της υποκριτικής αλλά και την τέχνη να αντλείς την ουσία από τη ζωή. Καθώς ερμηνεύει, συγκλονιστικά κατά γενική ομολογία, το «Κόκκαλο», έργο της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο Σημείο, καταδύεται στο μεδούλι της ψυχής του Αντονέν Αρτό. Με την ίδια μαεστρία αναζητάει ψίχουλα επιβεβαίωσης και επιβίωσης ενσαρκώνοντας τον μπαγαποντίσκο Στρατή στο σίριαλ «Έρωτας φυγάς» του Alpha. Την ίδια ώρα μαζί με τον Παντελή Αμπαζή καταφεύγει στην επουλωτική μαγεία των τραγουδιών, στη μουσική «Παράστασις περιΟπής» κάθε Σάββατο στο Foka+Negra της Φωκίωνος Νέγρη. Ηθοποιός-πoλυεργαλείο, με υποδόριο χιούμορ και ευρεία ερμηνευτική γκάμα, με αφορμή το «Κόκκαλο» μιλάει για τον ανθρωπισμό του Αρτό και τους αξιακούς κώδικες της Τέχνης, για τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας και την εμπορευματοποίηση των πάντων, και εξηγεί ότι «η Τέχνη είναι ένα καλό αντίδοτο απέναντι στη βία, στον φασισμό, στην ακαρδία»
Τι σε γοητεύει σ’ αυτήν την περσόνα που έζησε στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ ιδιοφυΐας και σχιζοφρένειας;
Ακριβώς αυτό, ότι ακροβατούσε και σχοινοβατούσε πάνω σε μια περίεργη ισορροπία μεταξύ αυτού του περίεργου δαίμονα της ψυχής που τον καθοδηγούσε, από τη μια, και, από την άλλη, την εσωτερική και ψυχική του ανάγκη να μοιράζεται τις σκέψεις και τις ιδέες του με τους ανθρώπους. Ήταν ένας άνθρωπος ιδιαίτερα κοινωνικός. Η κοινωνικότητα γι’ αυτόν ήταν μονόδρομος, δεν θα μπορούσε να είναι «μοναχός» γιατί ήθελε να μοιράζεται τη ζωή. Και το έργο του ήταν ακριβώς αυτή η μοιρασιά. Όλο του το έργο δεν έχει κανενός είδους σοβαροφάνεια, κινείται από το ακραία αστείο και σαρκαστικό μέχρι το ακραία αιχμηρό και ποιητικό, ταυτόχρονα την ίδια στιγμή διαθέτει ακραία διασκεδαστικά στοιχεία. Δεν είναι ακατάληπτο για το κοινό, είναι πολύ γοητευτικό.
Είναι και προκλητικό για έναν ηθοποιό;
Όταν έχουμε να υπερασπιστούμε έναν ποιητή, ζωγράφο, ηθοποιό, σκηνοθέτη και στοχαστή, νομίζω ότι δεν μπορούμε να αναζητήσουμε τίποτα πιο προκλητικό. Όλες αυτές οι διαφορετικές περσόνες που κατοικούσαν μέσα στη σκέψη και στην ψυχή του Αρτό και εκφράζονταν μέσα από όλη αυτή την πληθώρα των τεχνών δημιουργούν ένα ιδιαίτερα προκλητικό τοπίο για να το περπατήσεις και να το εξερευνήσεις.
Εσύ πώς το περπάτησες αυτό το τοπίο; Πώς μπήκες στο μεδούλι αυτού του απαιτητικού και εν πολλοίς προκλητικού ρόλου;
Νομίζω ότι αυτό που καθοδηγεί την ψυχή και που είναι ένα εγγενές στοιχείο στον Αρτό είναι η ανθρωπιά. Η ανθρωπιά ήταν η αρχή και το τέλος του. Ήταν βαθιά ανθρωπιστής και όλο του το έργο, κατά τη γνώμη μου, είχε αυτόν τον ουμανισμό ως αφετηρία. Η ανθρωπιά, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι το συστατικό στοιχείο κάθε δημιουργίας, διαφορετικά παράγουμε μόνο προϊόντα και όχι έργα με ηθικό περιεχόμενο.
Αυτή είναι η αποστολή της Τέχνης;
Αποκλειστικά. Σε αυτή την περίοδο που διανύουμε είναι λάθος το βασικό ερώτημα που μας κινεί. Το κύριο συστατικό της ερώτησης που κάνουμε είναι το πόσο. Είναι λάθος η αφετηρία μας, δηλαδή. Θα έπρεπε να ρωτάμε περισσότερο τι, ποιος, θα έπρεπε να ρωτάμε περισσότερο ποια είναι τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά χαρακτηριστικά της ζωής μας, του χρόνου μας, των ανθρώπων. Το θέμα δεν είναι πόσο κάνει κάτι, αλλά ποιος είναι δίπλα σου. Άρα, το κίνητρο της Τέχνης σήμερα είναι να μιλήσουμε για τη θέση μας και τον τρόπο που εμείς κοιτάμε την κοινωνία. Πρέπει, δηλαδή, το καλλιτεχνικό έργο να είναι ποτισμένο με την προσωπική μας ηθική, αλλιώς είναι ένα προϊόν προς κατανάλωση, προς αγορά και προς πώληση. Όλη η Τέχνη σήμερα εκεί κατευθύνεται και το ίδιο ακριβώς συνέβαινε όταν ο Αρτό ήταν 25-30 χρονών. Δηλαδή, μία εμπορευματοποιημένη Τέχνη η οποία δεν συνομιλούσε με την κοινωνία.
Όταν, λοιπόν, η Τέχνη γίνεται προϊόν και το κοινό καταναλωτής, τι σημαίνει για την ίδια την Τέχνη, για το θέατρο που είναι η τέχνη σου αλλά και για την ίδια την κοινωνία;
Εμένα με προσβάλλει βαθύτατα να είμαι καταναλωτής και όχι πολίτης ή απλός άνθρωπος. Δεν θα απαντήσω εξ ονόματος της Τέχνης ή του θεάτρου. Εάν είχαν μιλιά, ας αναρωτηθούμε τι απάντηση θα έδιναν. Δυστυχώς στην εποχή μας οι δημιουργοί έχουν ενστερνιστεί τον ρόλο του παραγωγού προϊόντων. Όταν η Τέχνη απομακρύνεται από την κοινωνία και περιορίζεται στη δημιουργία «προϊόντων», αφήνεται ανεξέλεγκτος ο εγωισμός που δημιουργεί μοναξιές, αποξένωση, αδιαφορία και όχι κοινωνική συνείδηση. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αν δεν χαρούμε όλοι μαζί, δεν πρόκειται να χαρεί καθένας μόνος του. Σήμερα ζούμε τον θρίαμβο του εγωισμού και της μοναξιάς. Ο Αρτό, λοιπόν, αυτοπυρπολήθηκε ακριβώς γι’ αυτή τη σύμπνοια, την αλληλοκατανόηση, την κοινωνικότητα, την ενσυναίσθηση και τον ουμανισμό, γι’ αυτό που τόσο ψευδεπίγραφα ονομάζουμε σήμερα «όλοι μαζί μπορούμε».
Το «Κόκκαλο», λοιπόν, μπροστά στον καθρέφτη ποιου εαυτού, ποιας συνθήκης μάς βάζει;
Είναι ένα έργο εμπνευσμένο από τον Αρτό, που μας καλεί να αναρωτηθούμε αν ζούμε με αρχές. Μας βάζει μπροστά στον καθρέφτη του ανθρώπου-πολίτη που πρέπει να αναρωτηθεί πώς θα περπατήσει στον δρόμο της ζωής. Έχει πολλά και διαφορετικά υφολογικά στοιχεία και κινείται από τη φάρσα και το μπουρλέσκ μέχρι το αστικό θέατρο και τη ροκ όπερα. Είναι σαν να βλέπουμε την τελευταία ατραξιόν, το σάλτο μορτάλε ενός παγκόσμιου κλόουν που είναι υποχρεωμένος να κινείται ανάμεσα στα κείμενα και στη σκέψη του Αρτό, και πρέπει να πεθάνει-αποχωρήσει χαμογελώντας. Είναι ένα κείμενο γοητευτικό, υπαινικτικό, αλλά πολύ βαθύ ως προς την πρόθεση να αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας. Επίσης, τελειώνει με έναν τρόπο ηλιόλουστο, με τον ήλιο της Μεσογείου. Ο Αρτό γεννήθηκε στη Μασσαλία, η καταγωγή του, όμως, ήταν από τη Σμύρνη, εκεί πέρναγε τα παιδικά του χρόνια, και ο πολυπολιτισμός των δύο αυτών πόλεων τον σημάδεψε.
Αναρωτιέμαι πώς από αυτήν την πολυπολιτισμική συνθήκη πέρασε στο Θέατρο της Σκληρότητας, το οποίο ίδρυσε.
Το Θέατρο της Σκληρότητας για τον Αρτό ήταν ένα ουμανιστικό και πολυπολιτισμικό θέατρο. Πίστεψε ότι για να λοξοδρομήσει το θέατρο από την καθαρή εμπορευματοποίησή του έπρεπε να εισαγάγει στοιχεία τελετουργίας, γιατί ο ίδιος γοητεύτηκε από την Ανατολή και την κουλτούρα της. Μέσα απ’ αυτά τα στοιχεία της τελετουργίας πάνω στη σκηνή καθένας θα μπορούσε να καταθέσει την προσωπική του ηθική ή την καλλιτεχνική του ηθική.
Ποιες τεχνικές και ποιες αλήθειες απαιτεί από τον ηθοποιό αυτός ο μονόλογος; Σε ποια κλειδιά κατέφυγες για να τον ερμηνεύσεις;
Το θέατρο είναι μία ποίηση με σάρκα και οστά. Πρέπει να θέσουμε στην υπηρεσία της σκηνής το σώμα μας, τη σκέψη και τη φαντασία μας, και να τα αφήσουμε να αναφλεγούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Αρτό «απαίτησε» από μένα να δώσω όλη τη χαρά μου. Αυτό κάνω. Και με βοήθησε πολύ η Ιόλη μεταδίδοντάς μου συνεχώς μια δαιμονικά δυνατή ησυχία και ηρεμία.
Πώς από τον Αρτό περνάς σ’ αυτόν τον ψευταράκο, μπαγαπόντη Στρατή, τον ήρωα του σίριαλ «Έρωτας φυγάς»; Πώς είναι αυτή η διαδικασία πολλαπλών μεταβάσεων για έναν ηθοποιό και πώς έρχεται η αποσυμπίεση;
Η λειτουργία ενός ηθοποιού είναι η ίδια και στο θέατρο και στην τηλεόραση, τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε. Ψάχνεις στο βάθος των αποσκευών σου να βρεις εκείνα τα υλικά με τα οποία θα δώσεις σώμα και ψυχή στον ήρωά σου. Όλα αυτά τα υλικά είσαι εσύ. Κάθε φορά.
Και τώρα που τελειώνει το σίριαλ έτσι ξαφνικά;
Για μένα το θέμα είναι πώς ένα κανάλι αδιαφορεί για τους θεατές του. Γιατί μέχρι τώρα είχαμε τη δικαιολογία της χαμηλής τηλεθέασης. Ο «Έρωτας φυγάς», όμως, έχει πάρα πολύ υψηλά νούμερα. Πώς αδιαφορείς, λοιπόν, για όλους αυτούς τους ανθρώπους. Από την άλλη, είμαστε και όλοι εμείς οι συντελεστές που ξαφνικά μένουμε χωρίς δουλειά πέντε μήνες πριν τελειώσει το συμβόλαιό μας. Η κίνηση αυτή τοποθετεί τα πράγματα σε μια άλλη συνθήκη, που, κατά τη γνώμη μου, θα γίνει πολύ πιο ζοφερή σε ό,τι αφορά τα εργασιακά των καλλιτεχνών.
Μα έτσι κι αλλιώς οι καλλιτέχνες βιώνετε χρόνια σκληρή εργασιακή συνθήκη.
Πολλοί από μας τους καλλιτέχνες νιώθουμε ότι ζούμε σε εχθρικό περιβάλλον και ότι για το επίσημο κράτος είμαστε άχρηστοι και ίσως επικίνδυνοι. Το ότι χαιρόμαστε μ’ αυτό που κάνουμε πάνω στη σκηνή δεν είναι το ζητούμενο γι’ αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων. Γιατί η νέα τάξη πραγμάτων συμπυκνώνεται τα τελευταία χρόνια στον φόβο, στον τρόμο και στο ότι διαρκώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε προβλήματα, μεγάλα ή μικρότερα.
Ποια είναι θεωρείς τα μεγαλύτερα προβλήματα του σύγχρονου Έλληνα;
Το ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την ανελευθερία μέσα στην οποία κινείται η ζωή μας, το ότι με πάρα πολύ εύκολο τρόπο ένα πανίσχυρο μιντιακό σύστημα χειραγωγεί και κατευθύνει όλες μας τις ενέργειες, το ότι δεν μπορούμε να ομοψυχήσουμε και να ομονοήσουμε σε τίποτα και το ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη μεγάλη αλήθεια της ζωής, που λέει ότι όλα όσα μας ενώνουν είναι τζάμπα. Ό,τι μας διαχωρίζει το πληρώνουμε ακριβά. Και εμείς εμμονικά διαλέγουμε το δεύτερο. Αυτή η συνθήκη απέχει πολύ από τη Δημοκρατία. Δυστυχώς, όμως, αυτό συμβαίνει σε όλο τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας. Βλέπουμε με απορία ότι δεν υπάρχουν κράτη, αλλά σημαίες που χρωστάνε. Και αναρωτιέται κανείς πώς συντηρούνται όλοι αυτοί οι πόλεμοι, ποιος τους πληρώνει; Γι’ αυτό ως αντίποδας παντού πριμοδοτείται ο εθνικισμός και αναβιώνουν φασιστικά και νεοναζιστικά μορφώματα.
Σε τρομάζει αυτή η συνθήκη;
Με τρομάζει γιατί, αφενός, νιώθω πως στα χρόνια που μου υπολείπονται να ζήσω δεν θα ξαναδώ κοινωνίες με ανθρωπιά, κοινωνίες όπου θα κοιταζόμαστε οι πολίτες και θα χαμογελάμε. Με τρομάζει για το παιδί μου, για τα παιδιά μας. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε όλοι μας πολύ σοβαρά εάν ζούμε με αρχές, όπως μας προτείνει ο φίλος μας ο Αρτό στο «Κόκκαλο». Γι’ αυτό και εγώ προσπαθώ να υπηρετήσω την τέχνη μου από την ηθική πλευρά του ποταμού.
Γι’ αυτό έγινες ηθοποιός;
Για να μοιράζομαι. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, η σκηνή είναι βουβή και την ίδια στιγμή είναι μια τόσο δημοκρατική συνομιλία. Είναι αυτός ο ιδιότυπος διάλογος που μου δίνει τη χαρά να μοιράζομαι τις σκέψεις μου για τη ζωή και τον άνθρωπο με τους ανθρώπους που παρακολουθούν την παράσταση. Αυτό που μας ενώνει είναι αυτό που ονειρευόμαστε και αυτό που ελπίζουμε, και το θέατρο είναι ακριβώς ο χώρος όπου ζωντανεύουν τα όνειρα, μακάρι και οι ελπίδες μας.
Καθώς μιλάς για όνειρα και ελπίδες, αλήθεια πώς νιώθεις όταν βλέπεις στην οθόνη σκηνές από τη Γάζα;
Ντρέπομαι. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ζω στον 21ο αιώνα.
Είναι αντίδοτο στη βία η Τέχνη;
Αντίδοτο στη βία είναι η χαρά και η σκέψη. Για παράδειγμα, η «Παράστασις περιΟπής», αυτή η μουσική παράσταση που παίζουμε με τον Παντελή Αμπαζή κάθε Σάββατο στο Foka+Negra της Φωκίωνος Νέγρη, είναι πολύ διασκεδαστική και την ίδια στιγμή σκεπτόμενη. Για μένα, πάντως, είναι ένα καλό αντίδοτο, ένα ελιξίριο χαράς. Στα μέσα Ιανουαρίου που θα ξαναπαιχτεί ο «Περιοδεύων θίασος» στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη», σε κείμενο και σκηνοθεσία Ελεάνας Γεωργούλη, που πραγματεύεται τη Μικρασιατική Καταστροφή μέσα από έναν περιοδεύοντα θίασο, ενώ ουσιαστικά αφηγείται τη χειρότερη έκφανση του ανθρώπου, τον πόλεμο, είναι σαν να βγάζει τη γλώσσα στη βία με εργαλεία την ποίηση, τη μουσική, τη χαρά, τη σκέψη και τον αναστοχασμό της Ιστορίας. Ναι, καθώς το σκέφτομαι, αναμφισβήτητα η Τέχνη είναι ένα καλό αντίδοτο απέναντι στη βία, στον φασισμό, στην ακαρδία.