Η περφόρμανς «Βενέμπρα», ένα έργο για φωνή, βιόλα και κιθάρα, εμπνέεται από το διήγημα «Γυναίκες που τραγουδούν αποχαιρετισμούς» του Χρυσόστομου Τσαπραῒλη, το οποίο βρίσκεται στη συλλογή με διηγήματα του ίδιου και χαρακτικά του Φώτη Βάρθη “Γυναίκες που επιστρέφουν” (εκδόσεις Αντίποδες, 2020). Η Βενέμπρα είναι μια γυναίκα που απλώνει με τη φωνή της παράδοξες μελωδίες και σκοπούς γλυκούς, μα συνάμα θανατερούς. Γεννημένη μέσα στην δίνη ενός πολέμου, κατάφερε να επιβιώσει από αυτόν, στιγματισμένη όμως από την ανάσα του θανάτου, η σκιά του οποίου παρέμεινε ο μοναδικός πραγματικός της σύντροφος και οικογένεια. Μια γυναίκα καταδικασμένη να μην βρίσκει πραγματική γαλήνη ανάμεσα στους ζωντανούς, όντας μια δυσαρμονική πλην γοητευτική παραφωνία για την ύπαρξή τους. Εμείς συναντήσαμε τους συντελεστές και του ζητήσαμε να μας μιλήσουν για αυτό το πολύ ιδιαίτερο εχγείρημα.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΡΚΟΥ (ηθοποιός)

Σκέφτομαι ότι έχουν περάσει 2 χρόνια από τότε που μας ήρθε σα «δώρο» το διήγημα του Χρυσόστομου Τσαπραϊλη στα χέρια μας και την έλξη που άσκησε πάνω μας η ιστορία της Βενέμπρας, ωθώντας μας σαν μαγεμενους να την φανερώσουμε ενστικτωδώς επί σκηνής. Σαν να ανασύρεις από ένα μπαούλο ή ξεχασμένο συρτάρι ένα αντικείμενο της προγιαγιάς σου, που σου γεννά δέος, ταραχή και συνάμα κάτι απροσδιόριστο που σε πιάνει στο σημείο της κοιλιάς σου και σε συνδέει με ένα αόρατο νήμα μαζί της. Τέτοια είναι κι η ιστορία της Βενέμπρας, κι όσες φορές κι αν ειπωθεί και τραγουδηθεί άλλες τόσες θα θες να την ακούσεις, για να έρθεις όλο και πιο κοντά με ένα ασυνείδητο και πυρηνικό σου κομμάτι, που δεν είναι άλλο από το μυθιστόρημα του ανθρώπου, το οποίο κάνει κύκλους στο διάβα της ιστορίας-μέσα από τη ζωή, τον θάνατο/απώλεια και την μεταμόρφωση. Αλλά και από το μυθ-ιστόρημα της γυναίκας, που αναζητεί όλη της τη ζωή μια Εστία, έναν τόπο όπου θα μπορεί να υπάρχει όπως αληθινά είναι, για αυτό που είναι. Μου έρχεται συνεχώς στο νου ο στίχος του Διονύσιου Σολωμού, δεν βρίσκω πιο ταιριαστό για τη Βενέμπρα «τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν», θα έλεγε. Αντ’ αυτού από το στόμα της βγαίνουν ήχοι παράξενοι και μοιρολόγια, δεν μπορεί παρά να τραγουδήσει, να αρθρώσει σε μέλος τον βουβό πόνο της αγάπης, της απώλειας, αλλά και τού να κουβαλάς το σαρκίο σου σε έναν βίαιο κόσμο όντας σε πτώση. Θυμάμαι τις γυναίκες εκείνες, ανεξαρτήτου ηλικίας, γεωγραφίας, οι οποίες από πάντα και για πάντα ό,τι δεν μπορούν να το συλλάβουν με το νου το κάνουν τραγούδι/ αποχαιρετισμό, για να μετουσιωθεί, «για να φύγει», που λένε «το κακό», ή γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Η φυσική ανάγκη δεν βιάζεται κι ούτε ωφέλιμο είναι να παραβιάζεται. Και η Βενέμπρα βιάζεται και παραβιάζεται ή βιάζει και παραβιάζει; Θρέμμα τί κοινωνίας είναι, στην οποία ζει εξ-όριστη< έξω από τα όρια της;
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΤΣΑΠΡΑΪΛΗΣ (συγγραφέας)

Σε κάθε κείμενο υπάρχουν κενοί χώροι, σημεία που μένουν θολά, υπονοούμενα ή απλά απερίγραπτα, ενίοτε εξαιτίας του ίδιου του μέσου της γραφής· τόποι που ο αναγνώστης μπορεί να αγνοήσει ή να εμπλουτίσει, συνειδητά ή ασυνείδητα. Στο διήγημα “Γυναίκες που τραγουδούν αποχαιρετισμούς” κάποιοι απ’ αυτούς τους κενούς χώρους έχουν να κάνουν με την πρωταγωνίστρια Βενέμπρα, τους αποχαιρετισμούς που τραγουδάει και τον τρόπο που τους ερμηνεύει, την άρθρωση της νεκροφόρας φωνής της· πράγματα που αναφέρονται μονάχα περιφραστικά ή περιγραφικά στο γραπτό. Μέσα απ' την εκπληκτική απόδοση της Κλεοπάτρας Μάρκου (τα πράγματα που κάνει η φωνή της είναι τρομακτικά και τελείως ταιριαστά με όσα προσπαθεί να περιγράψει το κείμενο) η παράσταση εμπλουτίζει ακριβώς αυτές τις ερημιές και κενά: ακούμε κάποια από τα έως πρότινος φευγαλέα, ήμι-υπαρκτά τραγούδια που ερμήνευε η Βενέμπρα, τις στοιχειωμένες μελωδίες από διάφορες γωνιές του κόσμου, τα μοιρολόγια και τις θανατηφόρες ελεγείες και νανουρίσματα. Αλλά και το ίδιο το σκηνικό της ιστορίας, ο καμβάς στον οποίο περιπλανιέται η Βενέμπρα, ζωντανεύει θεσπέσια με τα δυσαρμονικά, εορταστικά, ζοφερά, ατμοσφαιρικά και ενίοτε χαρωπά ηχοτοπία που δημιουργούν τα όργανα των Βασίλη Τζαβάρα και Μιχάλη Καταχανά. Η Βενέμπρα που αποκρυσταλλώνεται στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κωστής Καλλιβρετάκης είναι μια πιο πλήρης εκδοχή του διηγήματος που επενδύει με σάρκα, δέρμα και ενδύματα τη ραχοκοκκαλιά του κειμένου. Πιο απλά, η παράσταση Βενέμπρα είναι μια εμπλουτισμένη εκδοχή της ιστορίας του βιβλίου, ένα ενισχυμένο είδωλό της.
ΚΩΣΤΗΣ ΚΑΛΛΙΒΡΕΤΑΚΗΣ (σκηνοθέτης-δραματουργός)

Γιατί η Βενέμπρα συνεχίζει άραγε αυτούς τους ομόκεντρους κύκλους της ως παράσταση και δείχνει να μην εξαντλείται ποτέ; Η απάντηση είναι απλή αλλά όχι απλοϊκή: Γιατί συνεχίζει και βρίσκει την «τροφή» της στο έξω κόσμο του πολέμου, του ζόφου και της βίας, να βρίσκει πάτημα στα μύχια του ανθρώπινου είδους και της κοινωνίας της καταστροφής. Οι μύθοι παλιοί και νέοι δεν ξεπηδούν από το πουθενά, παράγονται και δημιουργούνται μέσα από την αχλή των ματωμένων κύκλων του παρελθόντος ενώ φαίνονται απόλυτα φυσικοί στο παροντικό και μελλοντολογικό τοπίο-τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει:κοινωνικοί ιστοί διαλύονται, κορμιά και ψυχές διαμελίζονται και αυτό δεν προμηνύει τίποτα καλό. Και σε αυτό το σημείο έρχεται το μοίρασμα του πόνου, μέσα από τη λογοτεχνία και τη μουσική-η ανάγκη να μη νιώθει κανείς μόνος, καμμία μόνη σε αυτή τη λαίλαπα. Αλλά δεν είναι ένα μοίρασμα που γλυκαίνει παρά ανατριχιάζει και λυτρώνει, μέσα από νότες και συλλαβές, άλλοτε λογικές άλλοτε μόνο συνειρμικές, και όλα αυτά από τρία όργανα, με προεξάρχουσα τη φωνή μιας γυναίκας. Φυσικά μιας γυναίκας, σε μια πατριαρχική πολεμοχαρή κοινωνία, ποιο άλλο πλάσμα ενσαρκώνει το Κακό, την Αμαρτία, το Ψεύδος, το Μολυσμένο, τον Πόνο, τη Θυσία. Αυτή και μόνο αυτή φταίει για όλα τα δεινά του Γένους των Ανθρώπων. Είναι όμως έτσι;
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ (μουσικός-βιόλα)

Μετά την συγκλονιστική εμπειρία του Covid και του εγκλεισμού, τίποτα πλέον δεν θεωρείται δεδομένο. Η συμμετοχή όλων μας στην κοινωνική ζωή κατεύρεσε και η ζωές μας άλλαξαν εν μια νυκτί. Όταν αρχίσαμε σιγά - σιγά να παίζουμε πάλι σε κάποιες συναυλίες με αυστηρά μέτρα προφύλαξης της δημόσιας υγείας ( μάσκες, αποστάσεις, αντισηπτικά κτλ ), εκείνες τις πρώτες φορές, κατά την διάρκεια της σταδιακής επανένταξης μας, διέκρινα στα μάτια των θεατών την ίδια αγωνία που ένιωθα κι εγώ. Ήταν ίσως από τις σπάνιες φορές, που όλοι μας ενώσαμε τις σκέψεις και τις αισθήσεις μας στο Εδώ και το Τώρα, για να γίνουμε μάρτυρες και κοινωνοί ενός ιερού συμβάντος, μιας τελετής, ξορκίζοντας κατά κάποιο τρόπο το κακό που μας είχε βρει. Έπειτα θυμήθηκα τα πανηγύρια στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κάσο, όπου κάθε τι μες το γλέντι έχει την σειρά του. Η λειτουργία, το φαγητό, ο χορός, οι μαντινάδες, πρώτα για τους Αγίους, έπειτα για τους χωριανούς, μετά για τους ξενιτεμένους και τέλος για τους νεκρούς. Άρχισα, συνδέοντας αυτές τις αναμνήσεις, να συνειδητοποιώ ότι ίσως η παρουσία μας σε συναυλίες ή σε θεατρικές παραστάσεις και performances, να καλύπτει ως ένα βαθμό, την αρχέγονη ανάγκη συμμετοχής μας σε μια ιερή συνεύρεση, σαν την εκπλήρωση μιας αρχαίας υπόσχεσης από την οποία η σύγχρονη ζωή, μας απομακρύνει. Η παράσταση και η μουσική της ¨Βενέμπρας¨ μας, ήρθε, για μένα τουλάχιστον, σαν την εκπλήρωση αυτής της παλιάς υπόσχεσης. Σαν την αναζήτηση κάποιου μυστηρίου ανεξήγητου που ξεχάσαμε ή δεν θελήσαμε ποτέ να λύσουμε τον γρίφο του. Όπως τα παραμύθια, οι μύθοι και οι φανταστικές ιστορίες της ανθρωπότητας, τα όνειρα που βλέπουμε τα βράδια, οι ελπίδες μας και οι πόθοι μας, οι θολές μας παιδικές αναμνήσεις.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΖΑΒΑΡΑΣ (μουσικός-κιθάρα και λούπες)

Η «Βενέμπρα» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2022 ως ένα έργο για φωνή, βιόλα και κιθάρα.Με τον Κωστή Καλλιβρετάκη και την Κλεοπάτρα Μάρκου δεν είχα ξαναδουλέψει και ήταν αυτοί που έφεραν το κείμενο του Χρυσόστομου και μέσα από τη δραματουργική ανάγκη άρχισαν να προτείνονται, να αναδύονται κάποια τραγούδια, μελωδίες γνωστές, παραδοσιακές και όχι. Με τον Μιχάλη είχαμε καταλήξει σε έναν τρόπο δουλειάς και σε ένα μοίρασμα ρόλων από τις προηγούμενες συνεργασίες μας. Εκείνος φέρει περισσότερο τα μελωδικά στοιχεία κι εγώ τη συνοδεία, το υπόστρωμα. Από τις πρώτες πρόβες επιλέξαμε την ενορχήστρωση και τις χαμηλές συχνοτικά περιοχές της μουσικής μας, τις περιοχές δηλαδή κάτω από τη φωνή. Η δουλειά μας ήταν πολύπλευρη. Έπρεπε να δημιουργήσουμε τον ηχητικό κόσμο της Βενέμπρας, να συνοδέψουμε την πορεία της αφήγησης, να ενώσουμε διαφορετικές ενότητες, να φωτίσουμε το πρόσωπο και τη φωνή της Βενέμπρας, να παρουσιάσουμε όσο πιο ανάγλυφα μπορούσαμε το σκοτεινό υπόβαθρο και τον όλεθρο του πολέμου.Η χρήση των προηχογραφημένων ηχητικών υλικών και του παραμορφωμένου ήχου της ηλεκτρικής κιθάρας, έρχεται να συνομιλήσει με τον ακουστικό ήχο της βιόλας και της ακουστικής βαρύτονης κιθάρας. Ο διάλογος των μουσικών και των ηχητικών συμβάντων με τον λόγο και την ιστορία της Βενέμπρας υπήρξε ένα διαρκές παιχνίδι ισορροπίας. Από την κραυγή στον ψίθυρο και από τους μελωδικούς αναστεναγμούς των τραγουδιών στον θόρυβο και την παραμόρφωση του ήχου. Επίσης, μέσα στο πλαίσιο μιας σχεδιασμένης διαδρομής κατά την οποία εκτυλίσσεται η ιστορία και τα τραγούδια της Βενέμπρας, ο μουσικός και ηχητικός αυτοσχεδιασμός είναι πάντοτε παρών, εργαλείο και εφόδιο.