Live τώρα    
27°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
27 °C
25.1°C28.4°C
1 BF 50%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
26 °C
23.5°C27.5°C
1 BF 55%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
25 °C
23.0°C25.5°C
1 BF 71%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
25 °C
23.8°C25.8°C
4 BF 82%
ΛΑΡΙΣΑ
Ασθενείς βροχοπτώσεις
24 °C
24.0°C24.0°C
1 BF 37%
Γιώργος Ι. Αλλαμανής στην «Α» / Η «Λιλιπούπολη» ήταν ένα βαρκάκι που έγινε υπερωκεάνιο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γιώργος Ι. Αλλαμανής στην «Α» / Η «Λιλιπούπολη» ήταν ένα βαρκάκι που έγινε υπερωκεάνιο

Γιώργος Αλαμανής

Στον καιρό της «Λιλιπούπολης» συνέβαιναν πράγματα και θαύματα.  Όχι ότι όλα έπνεαν πρίμα στη χώρα, ούτε είχε κοπεί ο ομφάλιος λώρος του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ από τους κυβερνητικούς θώκους. Αλλά στον πρώτο όροφο του πολυδαίδαλου κτηρίου ανέμιζε η παντιέρα του χατζιδακικού Τρίτου κι εκεί το πολιτιστικό μοντέλο που εφάρμοσε ο κορυφαίος συνθέτης άνθιζε ανάμεσα στη «Ρόζα Ροζαλία» και στο «Χρυσαλιφούρφουρο» επιδιώκοντας να κατακτήσει την καλλιτεχνική ουτοπία.

"Η ‘Λιλιπούπολη’ ήταν ένα βαρκάκι που έγινε υπερωκεάνιο" λέει σήμερα ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής. Ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοεπιτηδευματίας, όπως αυτοαποκαλείται, έχει κάθε λόγο να μιλάει για την εκπομπή-θρύλο. Πέντε χρόνια περπάτησε όλα εκείνα τα μονοπάτια που ξεκινούν ή οδηγούν στη «Λιλιπούπολη», ανέσκαψε, άκουσε, έψαξε, βρήκε, μελέτησε και εντέλει στοιχειοθέτησε το πορτρέτο αυτού του ερτζιανού "θαύματος" που εξακολουθεί στοιχειώνει τη συλλογική μνήμη.

Ωστόσο, το βιβλίο του "Στον καιρό της Λιλιπούπολης. Η βιογραφία μιας ραδιοφωνικής εκπομής" (εκδόσεις Τόπος) δεν περιορίζεται στην εκπομπή ούτε εκπίπτει στη νοσταλγία. Αντιθέτως, σαν ένα "χάρτινο ντοκιμαντέρ" για ενήλικες, κοιτάει κατάματα τη Μεταπολίτευση, ανασύρει την ιστορία πίσω από τον μύθο του χατζιδακικού Τρίτου Προγράμματος, αφηγείται ιστορίες για τη θρυλική εκπομπή και βοηθάει να ξετυλίξουμε καρέ-καρέ μερικές από τις μεγαλύτερες προσδοκίες και αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν στα λαγκάδια της «Λιλιπούπολης». Για όλα αυτά μιλάει ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής και μας δωρίζει ταυτόχρονα τη "Μελανία", τους ανέκδοτους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή που δεν πρόφτασαν να γίνουν λιλιπουπολικό τραγούδι, αλλά ευτυχώς δεν χάθηκαν όταν κόπηκε η εκπομπή.

Παιδί άκουγες «Λιλιπούπολη»;

Όχι, δεν την άκουσα στον καιρό της. Μουσικά ήμουν παραδομένος σε μια και καλά «ροκ» εφηβεία - καταραμένες ταμπέλες. Την άκουσα μεγάλος, στην πρώτη αναμετάδοση των σωζόμενων επεισοδίων που έγινε το 2002.  Ήξερα ήδη και αγαπούσα τα τραγούδια, τότε όμως διαισθάνθηκα ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν δικό μου καταφύγιο, όπως καταφύγιο υπήρξε για κάποιους από τους συντελεστές της. Ουσιαστικά ξεκίνησα να ασχολούμαι μαζί της το 2016, όταν χρειάστηκα αυξημένη δόση δημοσιογραφίας, δηλαδή μια μεγάλη έρευνα, για να ξεφύγω από τη βαριά ατμόσφαιρα της κρίσης που ξέσπασε το 2010. Ανακάλυψα ότι δεν ήταν ακριβώς παιδική εκπομπή. Διέκρινα ότι είχε τέσσερις φάσεις, τέσσερις «εποχές», και στην ωριμότητά της έγινε μια αόρατη μουσικοθεατρική, ραδιοφωνική επιθεώρηση για ενήλικες. Τότε κατάλαβα ότι το εργαλείο για να την κατανοήσω δεν ήταν τα εξαιρετικά τραγούδια της, αλλά τα επεισόδια.

Είχε, θαρρείς, γίνει κατανοητό πόσο ρηξικέλευθη ήταν για την εποχή της;

Το 1979, όταν κάποιος μιλούσε για τη «Λιλιπούπολη», οι περισσότεροι γνώριζαν περί τίνος επρόκειτο. Τότε ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας απολάμβανε αυτό που ο Νίκος Δήμου σωστά εντοπίζει ως «τα δύο κεντρικά θέματα της εκπομπής: την ομορφιά και την ελευθερία». Ρηξικέλευθη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μόνο πολύ αργότερα, μετά την επικράτηση της εμποροπανήγυρης της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης.

Είναι ωραίο να καταπιάνεται κανείς με τα καταφύγιά του, αλλά γιατί ακριβώς έσκυψες σ’ αυτή την εκπομπή; Ξέρουμε πολλά, αλλά δεν τα ξέρουμε όλα για τη «Λιλιπούπολη»;

Ο περισσότερος κόσμος γνώριζε μόνο τα τραγούδια της. Είχαν αποκοπεί από το ραδιοφωνικό σώμα των εκπομπών. Απέκτησαν μια μεταλλαγμένη αυτονομία. Το πώς και γιατί δημιουργήθηκαν και το πώς συνομιλούν τα επεισόδια με την εποχή τους ή με διαχρονικά φαινόμενα, όπως η εξουσιοφρένεια του Χαρχούδα και ο επιστημονικός ναρκισσισμός του Δρακατόρ, αυτά ήταν terra incognita.

Άρα λοιπόν, ξεκινώντας το βιβλίο σου, είχες πρωτίστως να ανασκάψεις την εποχή, τους πρωταγωνιστές, τα γεγονότα και ενδεχομένως τις προθέσεις και τις διαψεύσεις.

Με ενδιέφερε να γυρίσω ένα "χάρτινο ντοκιμαντέρ" για ένα από τα πιο λαμπρά φαινόμενα της Μεταπολίτευσης, το χατζιδακικό Τρίτο Πρόγραμμα. Η «Λιλιπούπολη» είναι άλλο ένα φωτισμένο παράθυρο, τότε, στον πρώτο όροφο του ραδιομεγάρου της Αγίας Παρασκευής. Είναι το case study μου. Διατύπωσα υποθέσεις εργασίας, κυνήγησα την τεκμηρίωση, αναζήτησα τη μνήμη των ζωντανών. Κι όταν ξεκίνησα να γράφω, κατάλαβα ότι το πιο ακονισμένο επαγγελματικό εργαλείο μου 35 χρόνια τώρα ήταν η προφορικότητα του γραπτού μου λόγου, το αδελφάκι της εκλαΐκευσης. Κάπως έτσι ελπίζω ότι ένα βιβλίο που πήρε πέντε χρόνια για να γραφτεί μπορεί να διαβαστεί σε πέντε μέρες.

Με ποιες υποθέσεις εργασίας ξεκίνησες και πού σε οδήγησε η έρευνά σου;

Μια κεντρική υπόθεση εργασίας ήταν ότι κατά την επταετή "υπαλληλική περίοδο" του Χατζιδάκι, όπως σκωπτικά την αποκαλούσε ο ίδιος, δηλαδή από το 1975 μέχρι το 1982, στην ΕΡΤ, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τη Λυρική Σκηνή, δεν αλώνιζαν μόνο πέντε-δέκα ευνοημένοι που τρώγανε και πίνανε ως ομοτράπεζοι του «φίλου του Καραμανλή». Ο Χατζιδάκις άγγιξε με το ραβδί του εκατοντάδες πρόσωπα που φωτίστηκαν, τουλάχιστον για όσο συνοδοιπόρησαν μαζί του. Αυτή η υπόθεση επιβεβαιώθηκε από την ακτινογράφηση όλων των εκπομπών και καλλιτεχνικών δράσεων του Τρίτου και τον ρόλο του χαρισματικού αυτού ανθρώπου ως πολιτιστικού τροχονόμου. Μια δεύτερη υπόθεση εργασίας ήταν ότι η εκπομπή "Εδώ Λιλιπούπολη" δεν ήταν μία, αλλά τέσσερις, που αντιστοιχούν στις τέσσερις "εποχές" της.

Η πρώτη ήταν μια αμήχανη εποχή, όταν "Δεν ξέραμε τι είναι η κονσόλα, έτσι;" όπως μου λέει στο βιβλίο η Μαριανίνα Κριεζή. Η δεύτερη εποχή συμπίπτει με μια απότομη και δημιουργική εφηβεία, όταν η  Άννα Παναγιωτοπούλου συντονίζει τα σενάρια στο πολιτικό μήκος κύματος των επιθεωρήσεων του Ελεύθερου Θεάτρου στο  Άλσος Παγκρατίου. Η τρίτη εποχή είναι η εποχή της ενηλικίωσης, όταν, ακολουθώντας την ακμή του Τρίτου, η «Λιλιπούπολη» πιάνει καταιγιστικούς ρυθμούς, βρίσκει εκφραστικές ισορροπίες και αποτυπώνει τις μεγάλες προσδοκίες και τις μεγάλες αυταπάτες της Μεταπολίτευσης. Υπάρχει, τέλος, η εποχή της εξόδου, τότε που η χατζιδακική αρμάδα τορπιλίστηκε από τον κυρίαρχο συντηρητισμό τής πολιτικής ηγεσίας και της νεοελληνικής κοινωνίας.  Ό,τι έμεινε να επιπλέει βυθίστηκε από το τσουνάμι του ΠΑΣΟΚ, που φούσκωνε για να κατακλύσει τα δώματα της εξουσίας.

Δεν είναι περίεργο που μια τόσο ρηξικέλευθη ραδιοφωνία άνθισε στα χρόνια της Δεξιάς και κόπηκε όταν ανέβηκε το ΠΑΣΟΚ; Και το ρωτάω αυτό γιατί από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου σου γίνεται εμφανές ότι δεν περιορίζεσαι στην ιστορία της «Λιλιπούπολης», αλλά επιχειρείς και μια μελέτη για την Μεταπολίτευση.

Όχι, δεν είναι περίεργο, γιατί οι πολιτιστικές εξισώσεις του υπερσυγκεντρωτικού Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν απλές. Η πρώτη: αποκέντρωση ίσον μικρές Επίδαυροι παντού. Η δεύτερη: διοίκηση πολιτιστικών φορέων ίσον ανάθεσή τους σε καλλιτέχνες και ανθρώπους του πνεύματος, πολιτικά φίλους του πρωθυπουργού. Ας θυμίσουμε τον Μινωτή στο Εθνικό, τον Χωραφά στη Λυρική κ.λπ. Κάπως έτσι ανέθεσε τον Ιανουάριο του 1975 τη «μουσική» της ΕΡΤ -ραδιόφωνο και τηλεόραση- στον Χατζιδάκι. Ο Μάνος, βέβαια, ήταν ευφυής και γρήγορα πήρε χαμπάρι ότι πρέπει να περιοριστεί στο ξεχασμένο Τρίτο Πρόγραμμα και να το κάνει όχημα υλοποίησης του πολιτιστικού του οράματος με κίνδυνο να... πετύχει ή να πάει σπίτι του.

Μετά τον Οκτώβριο του 1981 και ένα σύντομο άτυχο φλερτ τού τότε γενικού διευθυντή της ΕΡΤ Γιώργου Ρωμαίου, που επιδίωξε την παραμονή του Χατζιδάκι, το βαθύ ΠΑΣΟΚ επέλεξε την άλωση του ραδιομεγάρου από τους πρασινοφρουρούς. Πολύς κόσμος θεωρούσε πολιτιστικό δερβέναγα τον «Χατζιδάκι με τους αυλικούς του». Αλλά και ο ίδιος έβαλε προβοκατόρικα ψηλά τον πήχη των απαιτήσεών του. Ποιος μπορούσε να δεχτεί την απαίτηση, ας πούμε, να πληρωθούν απεριόριστες υπερωρίες οι συνεργάτες του ή να αυξηθούν και να διατεθούν ανεξέλεγκτα τα κονδύλια του Τρίτου; Νομίζω ότι και οι ανθρώπινες αντοχές του Μάνου είχαν φτάσει σε σημείο οριακό.

Ωστόσο, η σχέση του με την εξουσία αυτά τα επτά χρόνια του Τρίτου ήταν δεδομένη.

Ήταν προσωποκεντρική, σε ευθεία γραμμή επικοινωνίας με τον Καραμανλή. Λένε καμιά φορά ότι ο Χατζιδάκις ήταν "αναρχικός". Δεν το πολυκαταλαβαίνω. Την πυραμιδική δομή της εξουσίας ήθελε να εκμεταλλευτεί ο άνθρωπος για να πάρει εν λευκώ άδεια ίδρυσης ενός βασιλείου με επίλεκτους δημιουργούς και απαιτητικούς ακροατές. Το πολίτευμά του, ας πούμε, δεν είναι η δημοκρατία ως συμμόρφωση στην αρχή της πλειοψηφίας, αλλά -ας το πω έτσι- η πολιτιστική πεφωτισμένη δεσποτεία. Το αραχνιασμένο Τρίτο ήταν ό,τι πιο κοντά σε ένα υβρίδιο μεταξύ ιδιωτικού πολιτιστικού ιδρύματος και μίνι υπουργείου Πολιτισμού. Δυστυχώς, παρά τα εκπληκτικά επιτεύγματά του, του χατζιδακικό Τρίτο δεν στέριωσε ως θεσμικός φορέας. Ας είμαστε ευχαριστημένοι που καλλιέργησε αισθητικά ένα ανήσυχο τμήμα τής τότε νεοελληνικής κοινωνίας.

Μιλώντας για το Τρίτο, ειδικά στη «Λιλιπούπολη» ποια μέθοδο ακολούθησε για να αντιπαραβάλλει ένα άλλο μοντέλο απέναντι στη «Θεία Λένα»;

Δεν ήταν για πέταμα η Αντιγόνη Μεταξά, ήταν ξεπερασμένη. Οι μανάδες και η αόρατη ραδιοφωνική θεία μεγάλωναν αγόρια μελλοντικούς στρατιώτες και κορίτσια μελλοντικές νοικοκυρές ώστε να ενταχθούν στην υπάρχουσα κοινωνία, όχι να απαιτήσουν μια άλλη.  Όταν ο Χατζιδάκις αναθέτει, την άνοιξη του 1977, στην Ελληνοαμερικανίδα σκηνοθέτιδα και χορογράφο Ρεγγίνα Καπετανάκη και στη μελλοντική παραγωγό της «Λιλιπούπολης» Ελένη Βλάχου, που είχε σπουδάσει Παιδοψυχολογία, "μία καθημερινή παιδική ζώνη" στο Τρίτο, τις εμπιστεύεται χωρίς να έχει κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του. Με το ένστικτο λειτούργησε, δηλαδή χωρίς σαφείς οδηγίες, εκτός από τη γενικόλογη αρχή να μην αντιμετωπίζονται τα παιδιά σαν καθυστερημένοι ενήλικες. Το θαύμα της «Λιλιπούπολης» άργησε να γίνει. Προέκυψε μόνο όταν η Μαριανίνα Κριεζή κατάλαβε ότι τα κείμενα ήταν αμήχανα και "στρατολογήθηκε" η  Άννα Παναγιωτοπούλου, που ήδη έγραφε σπαρταριστούς θεατρικούς διαλόγους, και σκιαγράφησε πειστικούς χαρακτήρες.

Στο βιβλίο σου φαίνεται ότι στη «Λιλιπούπολη» ευδοκίμησαν τα "προξενιά" ανάμεσα σε δημιουργούς και καλλιτέχνες που μέχρι τότε δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους.

Προξενητής ήταν ο ίδιος ο Μάνος.  Έφερε τρία σπουδαία πρόσωπα που αποδείχτηκαν καθοριστικά για την επιτυχία της εκπομπής. Τον συνθέτη Νίκο Κυπουργό, τον οποίο γνώριζε ήδη από το 1972, τη Μαριανίνα Κριεζή, που του έλεγε, λέει, χαριτωμένα όσο και άγνωστα ποιήματά της για παιδιά και μεγάλους γύρω στο 1970 στο Παρίσι, και τον βαρύτονο Σπύρο Σακκά, ο οποίος διέπρεπε ως σολίστας και καθηγητής πανεπιστημίου στο εξωτερικό. Ο Κυπουργός, που μου κάνει την τιμή να προλογίζει το βιβλίο, όπως και οι πνευματικά συγγενείς μου ραδιοφωνικοί παραγωγοί Γιώργος Μητρόπουλος και Σιδερής Πρίντεζης, έφερε στην εκπομπή τους συνθέτες Νίκο Χριστοδούλου και Δημήτρη Μαραγκόπουλο, ο οποίος με τη σειρά του έφερε την τότε σύζυγό του Λένα Πλάτωνος.  

Όσο για το εξαιρετικό κάστινγκ των ηθοποιών, αυτό το ανέλαβε σχεδόν εξολοκλήρου η Ρεγγίνα Καπετανάκη, που συγκρότησε μια dream team, κυρίως με πρώην συμφοιτητές της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Η Ράνια Οικονομίδου-Πιπινέζα, ο Λάμπρος Τσάγκας-Παπαγάλος, ο Βασίλης Μπουγιουκλάκης-Δήμαρχος Χαρχούδας, ο Νίκος Τσιλούνης σε δύο ρόλους, ως δημοσιογράφος Μπρίνης και ως Δρακατώρ, ο Σταμάτης Φασουλής-Μπιξ Μπιξ, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου-Μπομπίλα και άλλοι. Τελευταίοι, αλλά όχι έσχατοι, ο Λευτέρης Βογιατζής και η  Άννα Παναγιωτοπούλου ως το εμβληματικό και προβληματικό ζευγάρι του Πρίγκιπα και της Χιονάτης, 100% ενήλικες με τρομερούς συζυγικούς καυγάδες. Ο Χατζιδάκις ανέθεσε επίσης τη διεύθυνση ορχήστρας στον πολυτάλαντο Βύρωνα Φιδετζή.  Όλοι τους βρέθηκαν, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν, να ξημεροβραδιάζονται στο στούντιο.

Πες μας κάποια ιστορία από τις ηχογραφήσεις.

Θα σας πω κάτι που έχει πλάκα και μου το αφηγήθηκε ο θαυμάσιος ηθοποιός Θόδωρος Μπογιατζής, που έπαιζε τον λιμανίσιο αριστερό Δυστροπόπιγκα. Αφορά το γνωστό πειραχτήρι Σταμάτη Φασουλή. "Μια φορά ο Σταμάτης μας έκανε και τον μάγο. Ο μπαγάσας είχε εντοπίσει στο ρολόι απέναντι ότι όταν φτάνει ο δείκτης που μετράει τα δευτερόλεπτα στο 12, κάνει μια παύση. Σταματάει για κάποια δευτερόλεπτα. Και μετά συνεχίζει. Μια μέρα έρχεται αναστατωμένος. Μας λέει: ‘Δεν ξέρω, κάτι μου συμβαίνει... Μπορώ να σταματάω πράγματα... Είναι μια δύναμη που δεν ελέγχω...’. ‘Έλα, ρε Σταμάτη, τώρα’ του λέμε. ‘Ας πούμε, να, τώρα, το ρολόι αυτό μπορώ να το σταματήσω να λειτουργεί στιγμιαία’. ‘ Άντε ρε, μην λες μαλακίες’. ‘Κοιτάχτε, ρε παιδιά, συγγνώμη, να σας δείξω’. Συγκεντρώνεται, ενώνει τα χέρια και ξαφνικά κάνει ένα ‘χραπ!’, όπως τα κάνει ο Σταμάτης, και ο δείκτης ακινητοποιείται. ‘Αααα!’ φωνάζει και τινάζεται πίσω!». Κωλώσατε οι υπόλοιποι; ρώτησα τον Θόδωρο Μπογιατζή. «Ε, προς στιγμήν ναι, αφού πράγματι σταμάτησε. Και πράγματι ξανασυνέχισε. Μετά διαπιστώσαμε ότι το ρολόι το έκανε πάντα...».

Τελικά ο κινητήριος τροχός της «Λιλιπούπολης» ήταν η Μαριανίνα Κριεζή;

Δεν έχει αποκλειστικούς ιδιοκτήτες το συλλογικό έργο τέχνης της «Λιλιπούπολης». Το βαρκάκι που σκάρωσαν με ενθουσιασμό η Καπετανάκη και η Βλάχου ξανοίχτηκε σε ωκεανούς με το ταλέντο λίγων εκατοντάδων συνεργατών. Ούτε θα χτιζόταν ούτε θα σάλπαρε χωρίς τους συνθέτες, τους κειμενογράφους, τους τραγουδιστές, όπως ο Σακκάς, ο Κοντογεωργίου, η Βενετσάνου, η Γιαννάτου και η γλυκύτατη Μαριέλλη Σφακιανάκη, χωρίς τους ηθοποιούς, τους δεκάδες μουσικούς, τους ηχολήπτες. Ωστόσο, η Μαριανίνα συνέδεσε τη μουσική-τραγουδιστική πράξη με τη συγγραφική-θεατρική πράξη. Χωρίς αυτή την, αν θες, «συνδεσμολογία» η «Λιλιπούπολη» δεν ταξιδεύει.

Έχει μείνει ανέκδοτο υλικό από τη «Λιλιπούπολη»;

Υπάρχουν επεισόδια της εκπομπής που δεν σώζονται στο αρχείο της ΕΡΤ. Εβδομήντα τρία απ’ αυτά εντόπισα στην έρευνά μου και φυσικά τα επέστρεψα στη δημόσια ραδιοφωνία, είναι ζήτημα δεοντολογίας για μένα. Υπολογίζω ότι μεταδόθηκαν περίπου 300-320 επεισόδια, σώζονται 213. Υπάρχουν και λίγα ανέκδοτα ποιήματα της Μαριανίνας που δεν πρόλαβαν να μελοποιηθούν γιατί κόπηκε η εκπομπή. Τα εμπιστεύτηκε στον συνθέτη Νίκο Χριστοδούλου, ο οποίος είχε την καλοσύνη να μου τα κοινοποιήσει.  

Όταν τηλεφώνησα στη Μαριανίνα για να της ζητήσω την άδεια να τα δημοσιεύσω, μου είπε γελώντας «Μετά από... σαράντα χρόνια τούρκικα; Αν τα θέλεις, βάλ' τα".  Ένα από αυτά ήταν για το μαύρο χρώμα. Θα διεύρυνε τη χρωματική παλέτα τραγουδιών όπως το «Χοντρό Μπιζέλι» για το πράσινο, η «Ρόζα Ροζαλία» για το ροζ κ.λπ. Είναι η «Μελανία»: «Μια κατσαρίδα ατρόμητη, η μαύρη Μελανία / μέσα στη νύχτα έφυγε απ' τη Μαυριτανία /  Έτρεχε και περπατούσε ίσα / ώσπου στο τέλος έπεσε σε ένα πηγάδι πίσσα».

Η «Λιλιπούπολη» τι είναι τελικά για σένα;

Ήταν ένα βαρκάκι που έγινε υπερωκεάνιο. Μπορεί ακόμα να μας ταξιδέψει, αν διακρίνουμε ψηλά, πάνω απ’ τα κύματα στο Λιλιπέλαγος, τον άσπρο ελέφαντα Μπέμπαντα.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL