Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αποτελεί μια αξεπέραστη μορφή και μια απρόσιτη, με τα δυτικά αισθητικά κριτήρια, κορυφή των γραμμάτων μας. Μετά από τόσες δεκαετίες παρερμηνειών, μπορούμε σήμερα πια να τον αντικρίσουμε σε όλες του τις διαστάσεις: ενός μεγίστου πεζογράφου και συνάμα ενός ισάξιου ποιητή ανεκπλήρωτων ειδυλλίων και ματαιωμένων επιθαλαμίων ωδών. Η ετικέτα τού «ηθογράφου» έχει ξεθωριάσει και δεν την έχει ανάγκη πλέον. Ο ίδιος ο όρος «ηθογραφία» ήταν άλλωστε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου άλλη μια μείζων παρανόηση, έχοντας ταυτιστεί με το εύκολο, φτηνό «φολκλόρ», άλλως τσαρούχι, γκλίτσα, φουστανέλα. Όση σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο, άλλη τόση έχει ο κοσμοπολίτης και ταυτόχρονα ριζιμιός Παπαδιαμάντης με τα πιο πάνω. Ηθογραφία σημαίνει την εξέταση των ηθών και της συμπεριφοράς συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων κάτω από δεδομένες κοινωνικές συνθήκες. Με αυτήν την έννοια είναι ηθογράφοι και ο Ντοστογιέφσκι και ο Μπαλζάκ και ο Ντίκενς. Κατηγορούν επίσης οι αδαείς τον Παπαδιαμάντη ότι δεν ακολουθεί τα δυτικά πρότυπα γραφής και ότι υστερεί σε «πλοκή» από τους Ευρωπαίους ομοτέχνους του. Μα αυτό ακριβώς είναι το κύριο πλεονέκτημά του, απέναντι στις πληθωρικές, ανοικονόμητες, αστόχαστες γραφίδες, που ο ίδιος ειρωνεύεται μέσα από τις στοχαστικές «παρενθέσεις» των διηγημάτων του: να γράφει κάθε φορά όπως «του έρχεται» και να μπορεί να σε κρατάει με ένα «τίποτα».
Άλλη μεγάλη παρανόηση αποτελεί η προσήλωση, δήθεν, του Παπαδιαμάντη στο ασκητικό θρησκευτικό βίωμα, με παραμερισμό κάθε στοιχείου κοινωνικού προβληματισμού. Μια τοποθέτηση απολύτως λανθασμένη. Αρκεί και μόνο η ανάγνωση της «Φόνισσας» για να αποδείξει το εντελώς αντίθετο. Σήμερα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τις πηγές του ορθόδοξου βιώματος του Παπαδιαμάντη, με ρίζες που φτάνουν ώς τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον 14ο αιώνα μ.Χ. Έχει σημασία αυτό, επειδή ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αξιολογεί ως ισότιμες ποιότητες την αθάνατη ψυχή και το θνητό σώμα του ανθρώπου («συναμφότερον»). Αυτό μας φέρνει πίσω στη μονιστική διδασκαλία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας του 4ου αιώνα, που είχαν μαθητεύσει κοντά στους Έλληνες φιλοσόφους του «Ενός» (τόδε τι). Αντίθετα με την ασκητική, δυϊστική, δυτική θεολογική σκέψη, που περιφρονεί και υποβιβάζει το ανθρώπινο σώμα. Από τους Έλληνες Πατέρες πηγάζει ο ελληνικός, ορθόδοξος θαυμαστικός αισθησιασμός του Παπαδιαμάντη μπροστά στο ένθεο, ένυλο κάλλος της φύσης. Αλλά και μπροστά στο γήινο άπεφθο κάλλος μιας καλυπτόμενης «Ματής», μιας ασκεπούς «Πολύμνιας», μιας ημίγυμνης «Λιαλιώς» και μιας γυμνής, αθώας «Μοσχούλας».
Όπως η ένσαρκη, ένυλη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, που αποδοκιμάστηκε από τους ένθεν και ένθεν γλωσσαμύντορες καθαρεύουσας και δημοτικής, ενώ δεν ανήκει σε κανένα από τα δύο κινήματα. Αποτελεί από μόνη της μια γλώσσα ελληνική, ποιητική και ποιοτική, ρεαλιστική και ονειρική συνάμα, ερωτική και αμίμητη μέχρι σήμερα, χερουβική και αχειροποίητη, μια «παπαδιαμαντική» εκδοχή της μιλημένης και αμίλητης γλώσσας μας. Θα συνεχίσουμε, όμως, την επόμενη Κυριακή, για τον μέγιστο Παπαδιαμάντη και για την παράσταση του Δήμου Αβδελιώδη με τα δύο διηγήματά του, το «Όνειρο στο κύμα» και το «Έρως - Ήρως».