Με αφορμή την παράσταση από το Εθνικό, σε δραματική μορφή, του μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση «Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου», με θέμα του τον εσωτερικό αγώνα, συνεχίζω σήμερα το άτυπο αφιέρωμά μου στην επέτειο των 200 χρόνων από την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης του 1821 που γέννησε το νέο ελληνικό κράτος. Ένα κορυφαίο ιστορικό γεγονός όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, που η φιλελεύθερη μερίδα της την είδε ως φυσική συνέχεια του δικού της αγώνα και εστία αναζωπύρωσης του επαναστατικού πνεύματος ενάντια στην τυραννία της φοβερής Ιερής Συμμαχίας, τότε που όλα «τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» κατά τον σολωμικό «Ύμνο εις την Ελευθερίαν».
Ο υβριδικός χαρακτήρας των καταβολών του 1821 είναι εν μέρει υπεύθυνος για την ενδημική σύγχυση ταυτοτήτων μας, ήδη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως τις μέρες μας. Από τη μία μεριά ο ανατολικός μεσσιανισμός και η εσχατολογία της ορθόδοξης πίστης στην ανάσταση του Γένους με την επέμβαση αποκλειστικά της Θείας Πρόνοιας, όπως εκφραζόταν από τον Κοσμά Αιτωλό. Από την άλλη, οι δυτικές ιδέες του Γαλλικού Διαφωτισμού, που στόχευε στη δημιουργία εθνικών κρατών, για να αποδειχθεί στο τέλος νικηφόρος απέναντι στο παράλληλο, ιδιόμορφο κίνημα του Ελληνικού Διαφωτισμού, που άνθισε χωρίς το αντικληρικαλιστικό ριζοσπαστικό πνεύμα του πρώτου, με τη στήριξη σημαντικής μερίδας της Εκκλησίας και με διαφορετική, οικουμενική σκόπευση.
Παρέπεμπα για τα άλλα στο μοναδικό στο είδος του βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη «Η ξενική εξάρτησις κατά την διαδρομήν του νεοελληνικού κράτους, 1821-1945». «Το 'προοδευτικόν' αυτό ρεύμα», γράφει, (διατηρώ την καθαρεύουσα του πρωτοτύπου, υποχρεωτική λόγω της υποβολής του βιβλίου το 1975 στο ΕΚΠΑ για την απόκτηση τίτλου υφηγεσίας), «θα αρδεύσει τας ελληνικάς συνειδήσεις κατά τον δέκατον ένατον αιώνα και αξιολογούμενον πολιτιστικώς δια των κοινωνικών ιδεών της Δύσεως αι οποίαι θα διοχετευθούν αναφομοιώτως εις όλους τους τομείς της ζωής, κοινωνικόν, πνευματικόν και πολιτικόν, θα αποκοπεί από τον μύθον της αναστάσεως του γένους τον συντηρούμενον εις τας μεγάλας αγροτικάς μάζας και θα διαπλάσει μίαν πραγματιστικήν υπαρξιακήν αντίληψιν η οποία θα ευνοήσει τας ξένας δυνάμεις να εισχωρήσουν εις τον ελλαδικόν χώρον και να τον ελέγχουν (...) Εκ των ανωτέρω συμπεραίνεται ότι εκείνο το οποίο ωρίσαμεν ως πρώτην φάσιν, δηλαδή τα δύο επάλληλα ρεύματα εκ των οποίων εσχηματίσθησαν αι βασικαί πολιτικαί τάσεις, παρατηρούνται ήδη προ της επαναστάσεως. Ο εμπορευματικός κόσμος, το ναυτιλιακόν κεφάλαιον και η πελοποννησιακή επιχειρηματική φεουδαρχία έκλινον προς την αγγλικήν πολιτικήν, οι πεφωτισμένοι λόγιοι και παράγοντες της Στερεάς Ελλάδος προς την γαλλικήν πολιτικήν ενώ αι μεγάλαι αγροτικαί μάζαι αι συντηρούσαι την πνευματικήν κληρονομίαν της ορθοδοξίας, εβάσιζον τας ελπίδας των εις την Ρωσίαν (...) Ούτω αι ελπίδες του λαού δια την από βορρά σωτηρίαν και αι κοινωνικαί ιδέαι της Δύσεως συνεκεράσθησαν κατά τας παραμονάς της επαναστάσεως, επικεντρωθέντος του υποστασιακού μύθου του συνέχοντος τον ελληνισμόν, εις άμεσον χρονικόν και τοπικόν στόχον».
Θα χρειαστεί, όμως, ακόμα ένα σημείωμα για την ολοκλήρωση των πιο πάνω.