Οι πρόσφατες κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβανομένης και της συνάντησης του προέρδου του με τον Πάπα, εντάσσονται σε ένα πεδίο το οποίο η Αριστερά μπορεί να αναπτύξει και να συστηματοποιήσει ακόμη περισσότερο: Πρόκειται για την πολιτιστική διπλωματία, τομέα στον οποίο ισχυρά κράτη επενδύουν προγραμματικά σκέψη, κόπο και χρήμα. Ως επιστημονικό αντικείμενο η πολιτιστική διπλωματία δεν νοείται παρά στενά συνδεδεμένη με τη δημιουργία και την πολιτική πράξη.
Η Πολιτιστική Διπλωματία είναι δύο ειδών.
Πρώτον, η στοχευμένη: Το να προωθούνται δηλαδή στόχοι διπλωματικοί ή ευρύτερα πολιτικοί, οικονομικοί κ.λπ. μέσα από τη διεθνή προβολή του πολιτισμού. Και, δεύτερον, η αυτόνομη: Η διπλωματία δηλαδή που παράγεται όταν έργα του πολιτισμού για διάφορους λόγους -όπως η αξία, η επικαιρότητα είτε η προβολή τους- ανοίγουν χωρίς οργανωμένη κρατική παρέμβαση διαύλους επικοινωνίας ασκώντας επιρροή έξω από τα σύνορά της χώρας τους.
Χρειάζεται όμως πράγματι η πολιτιστική διπλωματία; Για την θεωρία του Πολιτικού Ρεαλισμού -δημοφιλή σήμερα άποψη πολλών ειδικών των διεθνών σχέσεων που εμπιστεύονται μόνον τους πυραύλους- η αξιοποίηση του πολιτισμού για πολιτικούς στόχους είναι περίπου ματαιοπονία. Είναι όμως έτσι;
Στην πραγματικότητα η σημερινή αποτυχία των Αμερικανών στο Αφγανιστάν και το Ιράκ είναι και θέμα έλλειψης κατάλληλης πολιτιστικής διπλωματίας. Και αυτό διότι, παρ' όλα τα πολυποίκιλα κέντρα μελετών τους, δεν καταλαβαίνουν ποιους ανθρώπους φιλοδοξούν να ελέγξουν και πώς πρέπει να τους συμπεριφερθούν, με αποτέλεσμα να μετατρέπουν σε άσπονδους εχθρούς ακόμη και αδιάφορους είτε δυνάμει φίλους.
Το να μπορείς αντιθέτως να κατανοείς τα στοιχεία πολιτισμού που διέπουν τη ζωή του συνομιλητή σου, από τη θρησκεία και τις αξίες μέχρι τους συμβολισμούς και τους κανόνες συμπεριφοράς που σχετίζονται με μια διαπραγμάτευση ή ένα επίσημο ή ανεπίσημο γεύμα, είναι μια ανάγκη που έχει νιώσει οποιοδήποτε στοιχειωδώς νοήμον άτομο έχει αναλάβει μια επαφή ή μια διαπραγμάτευση με ξένους. Όπως όμως είπαμε, πολιτιστική διπλωματία δεν είναι μόνον αυτό.
Σήμερα στον πολυκεντρικό μας κόσμο οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η δυτική Ευρώπη, η Ρωσία και οι χώρες εκτός Δύσης ασκούν προγραμματικά τη δραστηριότητα αυτή. Οι ΗΠΑ είναι ένα πολύ ιδιαίτερο παράδειγμα: Μέχρι σχεδόν το τέλος του 20ού αιώνα η αμερικανική γραμμή στο θέμα ήταν: «Όσους μας αγαπούν τους επηρεάζουμε με τον εν γένει πολιτισμό μας, το Χόλιγουντ και το Μπρόντγουει τα Μακ Ντόναλντς, την Κόκα - Κόλα και το μπλου τζιν. Όσους μας αντιπαθούν, με την εξαγωγή ειδικά σχεδιασμένων πολιτιστικών δράσεων».
Εννοείται ότι μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και την επιδημία των ασύμμετρων απειλών το μοντέλο αυτό τείνει να αναθεωρηθεί. Η πρώην Σοβιετική Ένωση και η σημερινή Ρωσία επέλεξαν έναν διαφορετικό δρόμο: Να προγραμματίζουν με αίσθηση ιστορίας και γεωπολιτικής και να χρησιμοποιούν τον πολιτισμό ως τρόπο για να είναι παρούσες ακόμα και σε χώρες όπως η σημερινή Ελλάδα, των οποίων η κυβέρνηση δεν τηρεί φιλική στάση απέναντί τους.
Τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο βρίσκονται σήμερα σε πλήρη εξέλιξη σχετικές πρωτοβουλίες στις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, με πρωταγωνιστικό ρόλο της Ινδίας αλλά και αφρικανικών χωρών. Στόχος είναι η ανάδειξη μιας οριζόντιας πολιτιστικής διασύνδεσης, που δεν κρύβει ότι έχει επίσης πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Η Ελλάδα, λόγω μακροχρόνιων επαφών, μετέχει σε έναν βαθμό του διαλόγου και η Αριστερά έχει κάθε συμφέρον να αναβαθμίσει τον ρόλο μας.
Η ελληνική κακοδαιμονία στο θέμα εκδηλώθηκε επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ στα τέλη του 20ού αιώνα, κατά σύμπτωση την ίδια εποχή που εκπονούνταν στο Πάντειο η πρώτη -και δέκατη στον κόσμο- διατριβή επί που θέματος. Σε σχετικές ημερίδες τα υπουργεία Εξωτερικών και Πολιτισμού διαγκωνίστηκαν πάραυτα για το ποιος θα έχει το προνόμιο να διεκδικήσει τα πρωτεία στο ζήτημα αυτό αναμασώντας κοινοτοπίες και υλοποιώντας παταγωδώς αποτυχημένες δράσεις, όπως αυτή της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας.
Η κακοδαιμονία αυτή, που εννοείται ότι είχε τις ρίζες της σε παλαιότερες εποχές, επιβεβαιώνεται και σήμερα σε μια συγκυρία όπου η διεθνής εικόνα της Ελλάδας κλονίζεται για μια σειρά από λόγους, που δεν περιορίζονται στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης.
Το τι πρέπει να κάνει η Αριστερά οφείλει να γίνει θέμα συστηματικής δουλειάς και δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα συνταγολόγιο. Ωστόσο, κλείνω με κάποιες ιδέες. Η επιστημονική έρευνα για το θέμα πρέπει να συνδυαστεί σοβαρά με την πολιτική και με τη δημιουργία. Και αυτό γιατί η πολιτιστική διπλωματία δεν κινείται εν κενώ, δηλαδή δεν γίνεται χωρίς ουσιαστική διπλωματία και χωρίς πολιτισμό.
Η μελέτη του διεθνούς τοπίου και η ανάπτυξη διαλόγου και συνεργασίας για το θέμα με τη ριζική αναδιάρθρωση και τον συντονισμό των ελληνικών κρατικών θεσμών -με τρόπο που να σταματήσει η σημερινή Βαβυλωνία που καταλήγει σε αφασία. Και ο διάλογος που θα ανοίξει αμέσως να περιλάβει τα ΑΕΙ και τους άλλους επιστημονικούς και πολιτιστικούς θεσμούς όλων των επιπέδων, έτσι που ο πολιτισμός από άλλοθι και πρόσχημα να γίνει πραγματικό θεμέλιο της ειρήνης και της δημοκρατίας που σήμερα κινδυνεύουν.
* Ο Γιάγκος Ανδρεάδης είναι καθηγητής Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο