Ζήσαμε επικαίρως και δια ζώσης στη Γερμανία των 80ς τη στροφή προς τη συστηματική παρουσίαση κύκλων έργων μουσικής δωματίου και όχι μόνον (εμμονικός αίφνης ο αείμνηστος Άλφρεντ Μπρέντελ στη συνολική και μονογραφική συνηγορία του για τις σονάτες του Σούμπερτ) και βιώσαμε την υπερβολή της ολιστικής μονοθεματικής συναυλιακής ροπής. Αν και λιγότερο κεντρική στις μέρες μας, η βουλιμική αυτή οπτική υιοθετήθηκε δις την περασμένη άνοιξη από το ΜΜΑ για κύκλους κοντσέρτων του Μπετόβεν και του Ραχμάνινωφ. Στην πρώτη περίπτωση και σε δύο συναπτές βραδιές, στις 18 και 19 Μαρτίου, η μεγάλη αίθουσα φιλοξένησε την Chamber Orchestra of Europe με σολίστ και αρχιμουσικό της από το πιάνο τον γεννημένο εν έτει 1979 στην τότε Σοβιετική Ένωση, νυν Αμερικανό πολίτη και κάτοικο Βερολίνου Kirill Gerstein, σηματοδοτώντας την πρώτη παρουσίαση σειράς επομένων, που αναμένεται να κορυφωθούν τον Μάιο του 2027, όλες δε για τα επικείμενα 200 χρόνια από τον θάνατο του οικουμενικού Γερμανού. Το εγχείρημα διαθέτει τη γενναία οικονομική συνηγορία του «Gilmore Artist Award» της νέας πατρίδας τού ήδη τιμηθέντος με τη διάκριση μουσικού.
Έστω και χωρίς χώρο για τη μεταγραφή του κοντσέρτου για βιολί από τον ίδιο τον Μπετόβεν στο πρόγραμμα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον απαιτητικό φιλόμουσο ανέπτυξε ήδη το εναρκτήριο λάκτισμα του Κύκλου, με το σημαινόμενο ως «Μηδενικό» κοντσέρτο (WoO 4, 1784-1785) του μόλις 14χρονου. Με απολεσθέν όλο το ορχηστρικό υλικό και, εν προκειμένω, στην ενορχήστρωση του Ολλανδού πιανίστα Ronald Brautigam, η ανεμελιά της εφηβείας απηχήθηκε συγκινητικά στην απέριττης μουσικότητας φραστική του σολίστ και του σχηματισμού του. Η ενδιαφέρουσα ανάπτυξη του allegro moderato, με αξιοσημείωτες υποσημειώσεις στο κέντρο του, υπηρετήθηκε και από ενδιαφέρουσα καντέντσα, με την μπετοβενική «φωνή» αναγνωρίσιμη κυρίως στο ενδιάμεσο larghetto. Ως το πλέον ενδεικτικό παιδικότητας του συνθέτη βιώσαμε, όμως, το καταληκτικό «rondo-allegretto», τεχνικά απαιτητικό κι όμως απλοϊκά χαρούμενο, γεγονός που ουδόλως απομειώνει τη σημασία της γνωριμίας με αυτό το ανάριθμο στην επίσημη εργογραφία του συνθέτη διαμαντάκι...
Για το 1ο -στην έκδοση- κοντσέρτο που ακολούθησε, η απερίφραστα εορταστική ορχηστρική επίδοση της Ορχήστρας Δωματίου της Ευρώπης (COE) στην εκτενή εισαγωγική παράγραφο του έργου οδήγησε σε συνομιλία με το πιάνο χωρίς αγωγικές αναχωρήσεις από έναν σταθερά ευκίνητο παλμό, με το ρυθμικά και δυναμικά κομψής ευαισθησίας toucher του Γκέρστάιν να εγγυάται κλασική πειθαρχία και συνεκτικότητα σε αυτό το ιδιοφυές allegro con brio, γεμάτο έμπνευση και πηγαίο όσο και αξιομνημόνευτο μελωδισμό. Η εμπροσθοβαρής αγωγική κατεύθυνση διατηρήθηκε και για το αργό largo, με την εσωτερικότητα του δακτυλισμού να εξισορροπεί καθοριστικά τη διαλεκτική συνέργεια πιάνου και ορχήστρας. Αντιστικτικά δε, η λυτρωτική ενεργητικότητα που πυροδότησε η είσοδος του καταληκτικού allegro scherzando, δυσεύρετα ισοϋψούς με τις κινήσεις που προηγήθηκαν, υποστηρίχθηκε δυναμικά από την ακρίβεια της άρθρωσης του μουσικού υλικού, χωρίς θυσία της επιθυμητής από τον συνθέτη φωτοσκίασης, για την οποία μερίμνησε σχολαστικά ο πιανίστας και αρχιμουσικός.
