Η αιφνίδια αναζωπύρωση της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν με εκατέρωθεν πλήγματα φαίνεται πως ακυρώνει την όποια πρόοδο έχει επιτευχθεί στο διαπραγματευτικό πεδίο μέχρι σήμερα. Όμως δεν είναι αυτό το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Η κρίση είναι σε εξέλιξη, κινδυνεύει να διολισθήσει σε μια κανονικότητα διαδοχικών εξάρσεων και υφέσεων και, ακόμη χειρότερα, να “ενσωματωθεί” ως μόνιμη εστία θερμής αντιπαράθεσης στο τρέχον γεωπολιτικό τοπίο.
Το πιο ανησυχητικό δεδομένο είναι η μετατόπισή του διακυβεύματος από μια μονοδιάστατη, μελλοντικού χαρακτήρα και δυνητικά ελεγχόμενη διένεξη, σε μια πολυδιάστατη, τρέχουσα και ανεξέλεγκτη σύγκρουση με μεγάλο δυναμικό κλιμάκωσης.
Μέχρι τώρα, το μόνιμο αγκάθι μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης ήταν το πυρηνικό πρόγραμμα της δεύτερης. Κάθε κίνηση των ΗΠΑ στη τοπική σκακιέρα, κάθε πακέτο κυρώσεων, διπλωματικών πιέσεων και εσχάτως η απρόκλητη στρατιωτική δράση σε συνεργασία με το Ισραήλ, είχαν ως άξονά τους τον εμπλουτισμό ουρανίου, τις φυγοκεντρητές, την πιθανότητα κατασκευής ατομικού όπλου από το Ιράν. Αλλά αυτό δεν ισχύει πια, η συνθήκη έχει αλλάξει.
Η τελευταία κλιμάκωση υποδηλώνει ότι το κέντρο βάρους της αντιπαράθεσης έχει μετατοπιστεί από το πυρηνικό πρόγραμμα στον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ. Οι δηλώσεις του Τραμπ περί επαναφοράς του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και ανάληψης του ελέγχου του Στενού από τις ΗΠΑ, δεν αφήνουν αμφιβολίες γι’ αυτό.
Η διαμάχη έπαψε να αφορά επίπεδα εμπλουτισμού ή επιθεωρήσεις εγκαταστάσεων κι έχει επικεντρωθεί ξεκάθαρα στο ποιος ελέγχει το Ορμούζ, άρα και την στρατηγικής σημασίας πετρελαϊκή ροή που διέρχεται από εκεί.
Αυτή η μετατόπιση φαίνεται ότι ευνοεί την Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ ανεβάζει πάλι το θερμόμετρο της ρητορικής, εμφανίζει την Αμερική ως παντοδύναμη και πανταχού παρούσα, καλλιεργεί την εικόνα της αδέκαστης υπερδύναμης.
Διακηρύσσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν τον έλεγχο του Ορμούζ και πως θα πρέπει να “αποζημιώνονται” για το ότι εγγυώνται την ασφαλή ναυσιπλοΐα. Την ίδια ώρα, οι αμερικανικές στρατιωτικές επιθέσεις επικεντρώνονται στην υποβάθμιση των ναυτικών δυνατοτήτων του Ιράν αντί να στοχεύουν υποδομές που συνδέονται με το πυρηνικό πρόγραμμά του.
Έπαθλο ή παγίδα;
Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια η μεγάλη εικόνα είναι αρκετά σύνθετη, σίγουρα όχι τόσο απλοϊκή όσο την εμφανίζει ο Αμερικανός πρόεδρος. Υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα εδώ, όμως όχι τόσο προφανές ακόμη για να τραβήξει τη προσοχή: Ποιος τελικά επέλεξε ή “επέβαλε” αυτή τη μετατόπιση; Πως βρέθηκαν οι ΗΠΑ από το να πολεμούν το Ιράν για να μην του επιτρέψουν να έχει πυρηνικό πρόγραμμα, στο να το πολεμούν για να μην το αφήσουν να έχει τον έλεγχο του Ορμούζ;
Αν αυτή η μεταβολή δεν προήλθε από αμερικανική πρωτοβουλία, θα μπορούσε να αντικατοπτρίζει μια στρατηγική επιτυχία της Τεχεράνης; Μ’ άλλα λόγια, κατόρθωσε η Ισλαμική Δημοκρατία να μετατρέψει μια στρατιωτική αντιπαράθεση την οποία εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να κερδίσει, σ' έναν οικονομικό πόλεμο όπου διαθέτει εμφανές πλεονέκτημα λόγω της ικανότητάς της να ελέγχει ντε φάκτο το Ορμούζ; Όσο αυτό το ερώτημα παραμένει αναπάντητο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονται στη θέση της πλευράς που διαθέτει αδιαμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή αλλά μηδαμινό στρατηγικό πλεονέκτημα.
Οι ιθύνοντες της στρατηγικής σκέψης του Ιράν γνωρίζουν εδώ και καιρό ότι καμια από τις ανεπτυγμένες στρατιωτικές ικανότητες της χώρας τους δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την αεροπορική ισχύ, τις ναυτικές δυνατότητες ή την τεχνολογική πολυπλοκότητα των ΗΠΑ στον συμβατικό πόλεμο. Αυτό που μπορεί να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά όλα αυτά είναι η ασυμμετρία. Επομένως, μια ιρανική επιτυχία στην σύγκρουση με τις ΗΠΑ δεν μπορεί να “αποδωθεί” με όρους καθαρής στρατιωτικής ήττας. Αντίθετα, μπορεί να οριστεί ως μια σταθερή και αποτελεσματική προσπάθεια να εκμεταλλευτεί το Ιράν περιοχές όπου οι γεωγραφικές συνθήκες, το τοπικό ανάγλυφο και η κρισιμότητα των υποδομών εξυπηρετούν το ευρύτερο σχέδιο του και αντισταθμίζουν την αδυναμία του σε ισχύ πυρός.
Όλη αυτή η λογική δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη εφαρμογή από το Στενό του Ορμούζ.
Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από τη στενή πλωτή οδό που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα. Για τις αγορές ενέργειας, δεν υπάρχει άμεσα διαθέσιμη “παράκαμψη”. Ακόμη και μια προσωρινή αναστάτωση κλονίζει τα θεμέλια του παγκόσμιου συστήματος ενεργειακών ροών προκαλώντας κατακόρυφη αύξηση των ναύλων, των ασφαλίστρων, των πετρελαϊκών τιμών και εντέλει του πληθωρισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή η γεωγραφική πραγματικότητα δίνει στο Ιράν ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που δεν μπορεί εύκολα να αντισταθμιστεί από οποιαδήποτε επίπεδο στρατιωτικής υπεροχής.
Η αναζωπύρωση της σύγκρουσης και ο τρόπος που αντιδρά το Ιράν, καταδεικνύει πώς ακριβώς η Τεχεράνη επιδιώκει να χρησιμοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα. Οι ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και drones έχουν επεκταθεί πέρα από το πεδίο άμεσης αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ, περιλαμβάνοντας εμπορικά πλοία και αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε όλο το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, την Ιορδανία, το Κατάρ, το Ομάν. Για τους αναλυτές, αυτές οι επιθέσεις δεν είναι απλώς αντίποινα, έχουν έναν ξεκάθαρο πολιτικο-στρατιωτικό στόχο: Να αυξήσουν εκθετικά το πολιτικό και οικονομικό κόστος οποιασδήποτε προσπάθειας αποδυνάμωσης της επιρροής του Ιράν στο Ορμούζ.
Εξίσου αποκαλυπτική των ιρανικών προθέσεων είναι και η απόρριψη από την Τεχεράνη των διπλωματικών πρωτοβουλιών για τη δημιουργία εναλλακτικών ναυτιλιακών οδών εντός του Στενού εκτός της άμεσης ιρανικής εποπτείας. Τα σχέδια που φέρεται να συζητήθηκαν στο Μουσκάτ θα επέτρεπαν την απρόσκοπτη πλοήγηση των τάνκερ μέσω των χωρικών υδάτων του Ομάν, περιορίζοντας τον διοικητικό ρόλο του Ιράν. Η Τεχεράνη απέρριψε κατηγορηματικά τέτοιες ρυθμίσεις. Η άρνηση της αντικατοπτρίζει κάτι περισσότερο από τακτικισμό.
Μετά τους τακτικισμούς
Για την ιρανική ηγεσία, που θεωρεί αδιάλειπτη την ιστορική συνέχεια του Ιράν ως συμπαγούς παράγοντα εξισορρόπησης στη Μ. Ανατολή, ο έλεγχος του Ορμούζ δεν είναι διαπραγματευτικό ζήτημα που αφορά πολλούς. Είναι θεμελιώδης αρχή κυριαρχίας και επιβίωσηςς του καθεστώτος. Ανώτεροι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν υποστηρίξει ότι η παραίτηση από την διεκδίκηση του ελέγχου του Στενού θα ισοδυναμούσε με “στρατηγική παράδοση” στις ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης συνολικά. Αυτή η ρητορική δείχνει ότι το καθεστώς θεωρεί εξίσου πολύτιμη με τη διατήρηση του πυρηνικού προγράμματος και τη συνέχιση του ελέγχου του Ορμούζ. Δεν αποκλείεται αυτά τα δύο να αποτελούν πλέον κοινό στόχο.
Αυτό σηματοδοτεί μια σημαντική ποιοτική διαφοροποίηση στον πυρήνα της σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον. Μέχρι τώρα, το πυρηνικό πρόγραμμα λειτουργούσε ως το κύριο διαπραγματευτικό χαρτί του Ιράν. Προσέφερε σημαντική μόχλευση επειδή δημιουργούσε αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές δυνατότητες της Τεχεράνης και “επέβαλε” στις αμερικανικές κυβερνήσεις την ανάγκη να αναζητούν τρόπους πίεσης αλλά και διπλωματικής διαχείρισης. Ο έλεγχος του Ορμούζ αντιπροσωπεύει κάτι εντελώς διαφορετικό-και πολύ μεγαλύτερο. Παρέχει δυνατότητα άμεσης μόχλευσης στην ίδια τη παγκόσμια οικονομία!
Σε αντίθεση με τον εμπλουτισμό ουρανίου, η διατάρραξη του θαλάσσιου ενεργειακού εμπορίου έχει ευρείες, διεθνείς συνέπειες. Οι επιθέσεις δεν χρειάζεται να βυθίσουν δεκάδες πλοία για να αποδειχθούν αποτελεσματικές. Οι ναυτιλιακές εταιρείες, οι ασφαλιστές, οι ενεργειακοί κολοσσοί που εγγενώς μισούν τον κίνδυνο και κάθε ρίσκο, αλλάζουν αμέσως τους υπολογισμούς τους. Το κόστος μεταφοράς ανεβαίνει απότομα, ο όγκος μεταφοράς μειώνεται, η προσφορά συρρικνώνεται, οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονται στα ύψη.
Αυτή η δυναμική επιτρέπει στο Ιράν να θέτει τους όρους του με έναν τρόπο δυσανάλογο προς τους στρατιωτικούς πόρους του.
Χατ τρικ
Από την πλευρά της, η αμερικανική αντίδραση δείχνει πως η Ουάσιγκτον έχει πλήρη επίγμωση αυτής της πρόκλησης.
Οι επιθέσεις των αμερικανικών δυνάμεων στοχεύουν τώρα συστοιχίες πυραύλων, συστήματα επιτήρησης, εγκαταστάσεις drones, ναυτικές βάσεις και θέσεις των Φρουρών της Επανάστασης γύρω από το Στενό. Ο στόχος δεν είναι απλώς η τιμωρία αλλά η φθορά, δηλαδή η σταδιακή απομείωση της ικανότητας του Ιράν να απειλεί την εμπορική ναυσιπλοΐα.
Η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος έγκειται στο ότι η πλήρης επιτυχία του μπορεί να αποδειχθεί… άπιαστο όνειρο. Η διασφάλιση του θαλάσσιου εμπορίου απαιτεί πολύ περισσότερα από την καταστροφή στρατιωτικού υλικού. Απαιτεί να πειστούν οι παράγοντες του παγκόσμιου εμπορίου ενεργειακών πόρων ότι οι κίνδυνοι έχουν μειωθεί σε αποδεκτά επίπεδα. Μια μόνο επιτυχημένη πυραυλική επίθεση εναντίον ενός δεξαμενόπλοιου ή ενός πλοίου υποστήριξης μπορεί να είναι αρκετή για να πυροδοτήσει νέο σοκ στο ενεργειακό εμπόριο.
Αυτό δημιουργεί μια δυσάρεστη ασυμμετρία για την αμερικανική στρατηγική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να δεσμευτούν ότι θα παρέχουν συνεχή και αποτελεσματική προστασία σε μία από τις πλέον πολυσύχναστες θαλάσσιες οδούς του κόσμου ενώ το Ιράν από την πλευρά του το μόνο που θα χρειάζεται να κάνει είναι να συνεχίσει τον ναυτικό “κλεφτοπόλεμο”.
Αυτή η ανισορροπία εξηγεί γιατί η σύγκρουση για το Ορμούζ τείνει να γίνει ένας αγώνας αντοχής παρά μια κλιμακούμενη στρατιωτική αναμέτρηση.
Πίσω απ’ όλα αυτά αναδύεται το κεντρικό πολιτικό ερώτημα: Η μετατόπιση του πολέμου από το πυρηνικό πρόγραμμά στο ποιος ελέγχει το Ορμούζ, αποτελεί τελικά μια συνειδητή επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ ή ένα αποτέλεσμα που σε μεγάλο βαθμό σχεδιάστηκε από τη Τεχεράνη;
Για τον Λευκό Οίκο, η επικέντρωση των αμερικανικών προσπαθειών γύρω από το Στενό αποτελεί απόδειξη της αμερικανικής αποφασιστικότητας. Οι όλο και πιο “δυναμικές” δηλώσεις του Τραμπ για την ασφάλεια της ναυσιπλοίας υποδηλώνουν ότι η κυβέρνησή του είναι αποφασισμένη να επαναπροσδιορίσει τη σύγκρουση γύρω από την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και του ενεργειακού εμπορίου, όχι πια γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Από αυτή την οπτική γωνία, η στοχοποίηση των ναυτικών δυνατοτήτων του Ιράν αποτελεί λογική επέκταση μιας ευρύτερης στρατηγικής που στοχεύει στην αποτροπή προστατεύοντας παράλληλα την παγκόσμια οικονομία.
Ωστόσο, η στρατηγική δεν μετριέται με βάση τη ρητορική. Μετριέται με βάση τους στόχους που έχουν τεθεί και έχουν επιτευχθεί. Από αυτή την άποψη, η Τεχεράνη μπορεί να έχει καταφέρει να “ανασυντάξει” τη σύγκρουση με όρους πιο ευνοϊκούς για την ίδια.
Το πυρηνικό ζήτημα, παρά την πολυπλοκότητά του, προσέφερε στην Ουάσιγκτον ένα σχετικά σαφές στρατηγικό πλαίσιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν συντριπτική οικονομική επιρροή μέσω κυρώσεων, ευρείας διεθνούς υποστήριξης και μακροχρόνιας διπλωματικής αρχιτεκτονικής για προσέγγιση και διαπραγματεύσεις. Ακόμη και οι στρατιωτικές επιλογές, αν και επικίνδυνες και απευκταίες, δεν εξέλειπαν.
Ωστόσο, το Στενό του Ορμούζ είναι ένα εντελώς διαφορετικό… έργο. Μετατρέπει μια “καθαρή” διένεξη για μια δυνητικά αμφισβητήσιμη επιδίωξη- το πυρηνικό πρόγραμμα- σε μια θολή διαμάχη γεωγραφικού ελέγχου σε μια θαλάσσια δίοδο όπου το Ιράν απολαμβάνει σαφές πλεονέκτημα το οποίο δεν μπορεί να εξαλειφθεί μόνο μέσω αεροπορικών επιδρομών.
Είτε από επιλογή είτε όχι, η Ουάσιγκτον βρίσκεται τώρα να πολεμά σε μια περιοχή όπου η συντριπτική στρατιωτική ισχύς της δεν τής προσφέρει καμία εγγύηση ότι μπορεί να πετύχει τους στρατηγικούς στόχους της. Αυτό ίσως αποτελεί το πιο σημαντικό επίτευγμα της Τεχεράνης στη μέχρι τώρα διάρκεια του πολέμου.