Το «Ερουρέμ» είναι ένα βιβλίο ταξιδιού και μνήμης. Άρχισα να το γράφω ξαφνικά, χωρίς πολλή σκέψη. Ήθελα να διασώσω στο χαρτί μερικές στιγμές που έχω ζήσει, το άρωμα από τη γνωριμία κάποιων σημαντικών ανθρώπων που συνάντησα, κάποιες αφηγήσεις παλαιότερων που δεν ήθελα να χαθούν... Σαν μια αναφορά, σαν μια διαθήκη.

Γεννήθηκα στο Περιστέρι το 1960 και έζησα μια ζωή μεστή από γεγονότα και ταξίδια. Γεμάτη πικρές χαρές, μοναδικές εμπειρίες και υπέροχα λάθη. Έζησα τα περισσότερα χρόνια μου στη Μόσχα, αλλά περιπλανήθηκα στην Ασία -Ουζμπεκιστάν (Μπουχάρα, Χιβά, Σαμαρκάνδη), Τουρκμενιστάν (Έρημος Καρακούμ), Τατζικιστάν (Οροπέδιο Παμίρ), στον Καύκασο, στα βάθη της απέραντης Ρωσίας- από τη δυτικότερη πόλη της, το Καλίνινγκραντ, μέχρι τα βάθη της Σιβηρίας και τα Ουράλια. Στον Εύξεινο Πόντο, στη Θάλασσα του Αζόφ, στη Βαλτική, στον Βόλγα. Είδα πιο πολλά μέρη από όσα έχω διαβάσει στην κλασική ρωσική λογοτεχνία. Έχω γυρίσει τη Ρωσία, όπως ο Τσίτσικοφ στις «Νεκρές ψυχές» του Γκόγκολ κι ακόμα πιο πολύ.
Όμως ξεκινώ από πιο μακριά, από τις ρίζες των παππούδων μου στη Μεσσηνία και στη Μάνη. Από τους θρύλους που σιγά-σιγά περνούν στην Ιστορία. Οικογενειακές αφηγήσεις από τον ξεσηκωμό του 1821, τη μετανάστευση στην Αμερική, από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τους Βαλκανικούς, τη Μικρασιατική Εκστρατεία, το Εκστρατευτικό Σώμα που έστειλε ο Βενιζέλος στη «μεσημβρινή» Ρωσία, τον Μεσοπόλεμο, τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την Τασκένδη, την εποχή που οι γονείς μου με στέλναν να αγοράσω την ΑΥΓΗ τυλιγμένη σε εφημερίδα, για τον φόβο του χαφιέ που παραφύλαγε στη γωνία... Τις προσωπικές μου περιπλανήσεις στον χώρο της παραδοσιακής μουσικής (τη γνωριμία μου με τη Ρόζα Εσκενάζυ, τον Στέλιο Κερομύτη, αλλά και τον Σίμωνα Καρά και τόσους παραδοσιακούς μουσικούς), της ποίησης (τη φιλία μου με τον Μάνο Ελευθερίου, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Τάκη Σινόπουλο), όλα αυτά που έχτισαν τον πολιτισμικό μου κόσμο... Τα ταξίδια μου στον Άθω και τις τόσες παράξενες ιστορίες που άκουσα και έζησα εκεί στις περίπου 600 μέρες που μαζεύονται από όλες μου τις επισκέψεις.
Και μετά η μοιραία γνωριμία μου με τον κόσμο της Ρωσίας. Τα πρώτα ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, το πώς γοητεύτηκα από τον κόσμο αυτόν, που ζούσε ακόμα σε μια κοινωνική εφηβεία και δεν υποψιαζόταν καν ποιες δοκιμασίες τού επιφυλάσσει η Ιστορία στα αμέσως επόμενα χρόνια...
Σκέφτομαι μερικές φορές ότι το «Ερουρέμ» έχει αυτό το λεπτό ιστορικό άρωμα που επιχείρησα να του δώσω, κυρίως για τον λόγο ότι είμαι συλλέκτης (μαζεύω γραμμόφωνα και παλιούς δίσκους 78 στροφών, κυρίως της περιόδου 1899-1914). Έχω μάθει να ψάχνω ανάμεσα στα γυαλιά και να ξεχωρίζω τα διαμάντια. Να τα διασώζω με αγάπη και φροντίδα. Να τα ξαναφέρνω στη ζωή, να τα κατατάσσω και να τα δείχνω μετά στους φίλους μου με υπερηφάνεια. Στο βιβλίο αυτό έχω συγκεντρώσει όλα όσα συνέλεξα και αγάπησα στη ζωή μου, διάφορες ιστορίες με μια νέα πνοή και σε μια τάξη που να ανταποκρίνονται στα όσα απαιτούνται, ώστε να μπορεί κανείς να τα ονομάζει λογοτεχνία.
Ο θείος ο Αντώνης*
Το 1943 ιδρύθηκε η ΟΠΛΑ και, σαν παλιοί αστυφύλακες που ήταν, πέρασαν όλοι στις γραμμές της. Μετά την Απελευθέρωση, στα Δεκεμβριανά και την περίοδο της Βάρκιζας, ο θείος ο Αντώνης ήταν στην ηγεσία της Εθνικής Πολιτοφυλακής (έτσι μετονομάστηκε μετά την Κατοχή η ΟΠΛΑ). Το ψευδώνυμό του ήταν Τηλέμαχος. Καπετάν Τηλέμαχος.
(...)
Ο θείος ο Αντώνης είχε έναν αδερφό, το Νίκο. Χωροφύλακας. Κάποια στιγμή, στα χρόνια της δεκαετίας του ʼ50 εμφανίστηκε στο χωριό μια συμμορία από Χίτες πάνω στ’ άλογα. Ήρθανε να κάψουνε το σπίτι του Αντώνη, του κουμουνιστή. Σπάσανε τα παράθυρα και πετάξανε μέσα κλαδιά αναμμένα και το σπίτι λαμπάδιασε. Είχαν κάνει όμως λάθος. Ήταν το σπίτι του αδερφού του, του Νίκου. Πετάγεται ο Νίκος έξω και του λένε:
«Αυτό είναι το σπίτι του στσύλου του Αντώνη;»
«Ναι! Αυτό!» τους είπε.
Κι έτσι έσωσε το σπίτι του αδερφού του.
Τα επόμενα χρόνια κάνανε στο σπίτι ανακαίνιση δυο-τρεις φορές. Πάντα όμως αφήνουνε το εσωτερικό του μπροστινού τοίχου καμένο, για να θυμούνται.
(...)
Μόλις έφθασαν στην Τασκένδη, συνέχισαν να ζουν στρατιωτική ζωή: με ασκήσεις και προετοιμασία για τη συνέχιση του ένοπλου λαϊκού αγώνα. Δεν κράτησε πολύ όμως. Σιγά σιγά άρχισε να τους απορροφά η πολιτική ζωή. Έπιασαν δουλειές ανάλογα με τις γνώσεις και τις ειδικότητές τους σε εργοστάσια, σε κολχόζ. Κάποιοι αποφάσισαν να σπουδάσουν. Ο θείος ο Αντώνης ξανασπούδασε στη Νομική Σχολή της Τασκένδης πια, αλλά μετά το 1956 δεν είχε πλέον στον ήλιο μοίρα, αφού αρνήθηκε να αποδεχθεί τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Αντιπαθούσε βαθύτατα τον Νικήτα Χρουστσόφ και μου διηγιόταν ένα ανέκδοτο που έλεγαν τότε, μετά την περίφημη επίσκεψη του Σοβιετικού ηγέτη το 1959 στις ΗΠΑ, που γύρισε και επέβαλε στη χώρα την καλλιέργεια του καλαμποκιού.
«Νικήτα Σεργκέγεβιτς, τι θα κάνεις αν αναστηθεί ξαφνικά ο Στάλιν;»
«Θα τρέξω να κρυφτώ στους κάμπους! Γιατί νομίζεις ότι φύτεψα σε όλη τη χώρα τόσα καλαμπόκια;»
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Ερουρέμ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος
