Ο Miles Davis γεννήθηκε στις 26 Μαΐου του 1926, κοντά στο St. Louis. Τη χρονιά εκείνη η γενέτειρά του χτυπήθηκε από έναν δυνατό ανεμοστρόβιλο. Λες και κάποια μυστήρια δύναμη του έστελνε το δυνατό φύσημα που θα του χρειαζόταν τα επόμενα εξήντα πέντε χρόνια της ζωής του, για να εξαπολύει ριπές με το χάλκινο πνευστό του. Εργασιομανής, ευφυής, μονήρης και εγωπαθής, πάντοτε αναζητούσε το διαφορετικό. Ποτέ όμως δεν βολεύτηκε στις δάφνες του. Η γοητεία του ήχου του που έβγαινε από την τρομπέτα του λατρεύτηκε ακόμα και από αυτούς που δεν είχαν ιδέα από τζαζ.

Ήταν το μεσαίο από τα τρία παιδιά μιας ευκατάστατης οικογένειας. «Η μητέρα μου φορούσε γούνες και διαμάντια. Ντυνόταν με την τελευταία λέξη της μόδας, πάντοτε στην τρίχα. Της έμοιασα στην εμφάνιση, αλλά και στην αγάπη για το καλό γούστο».
Στη Μέκκα της τζαζ
Η Νέα Υόρκη ήταν φιλόξενη για τους νέους μουσικούς και ο Davis γινόταν όλο και καλύτερος παίζοντας στα τζαζ κλαμπ της Μέκκας της τζαζ, της μεγάλης μητρόπολης. Εκεί γνώρισε τη γενιά των Beatniks, μίλησε και έζησε μαζί τους. Τα χρόνια εκείνα, ο Miles ήταν συγκάτοικος με τον Charlie Parker και αφήνοντας τη σχολή, άρχισε να παίζει με το κουιντέτο του Bird. Το 1945 όμως, καθώς εξελισσόταν μουσικά και είχε αρχίσει να κερδίζει τεχνική, φήμη και αναγνώριση, άρχισε να καπνίζει τα πάντα και να... πίνει τα πάντα!
«Ήταν ο μεγαλύτερος άλτο σαξοφωνίστας που υπήρξε ποτέ. Τέλος πάντων, έτσι ήταν ο Bird, σπουδαίος και μεγαλοφυής μουσικός. Αλλά, ρε παιδάκι μου, ο πιο λεχρίτης, ο πιο άπληστος κερατάς που πέρασε ποτέ από αυτόν τον πλανήτη ή, τουλάχιστον, που γνώρισα εγώ». Με αυτά τα λόγια, ο τρομπετίστας περιγράφει στην αυτοβιογραφία του την ιδιόμορφη σχέση με τον μέντορα και φίλο του για χρόνια Charlie Parker, χωρίς να παραγνωρίζει τη βοήθειά του και τη συμβολή του στην εξέλιξή του. Πολλές φορές είχε πει πως ο Bird και o Dizzy ήταν οι πιο σημαντικές επιρροές και δάσκαλοί του.
Έρωτας στην Πόλη του Φωτός
Στα τέλη του 1949, ο Miles επιστρέφει στο Παρίσι για περιοδεία, γοητευμένος από την υποδοχή που επιφύλασσε η τζαζ κοινότητα στους Αφροαμερικανούς μουσικούς. Είναι τότε που ξεκινάει η σχέση του με την ηθοποιό και μούσα των υπαρξιστών, την Juliette Gréco. Ήταν μόλις 22 ετών εκείνη την εποχή, μια νέα μποέμ καλλονή της αριστερής όχθης που είχε επιβιώσει από τον πόλεμο, αφού σε ηλικία 16 ετών είχε συλληφθεί και κρατηθεί από την Γκεστάπο επειδή η μητέρα της ήταν αντιστασιακή.
Ήταν η αρχή μιας παθιασμένης ερωτικής σχέσης που θα θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν και οι δύο τα κατάφεραν, η Gréco βρέθηκε στη Νέα Υόρκη για μια παράσταση και τον κάλεσε σε δείπνο, στο Waldorf Astoria. Ο μετρ δεν έκρυψε την αποδοκιμασία του. Ίσως ποτέ δεν έμαθε ότι επρόκειτο για μια διάσημη Γαλλίδα τραγουδίστρια και όχι απλά για μια λευκή γυναίκα με έναν μαύρο άντρα. Το τέλος της σχέσης τους προκάλεσε κατάθλιψη στον Miles.
Kind of Blue
Στα τέλη του 1958, ο 33χρονος Miles σχημάτισε ένα από τα κορυφαία σχήματα στην ιστορία της jazz. Το αποτελούσαν ο ίδιος με την τρομπέτα του, ο Julian Cannonball Adderley στο άλτο σαξόφωνο, ο John Coltrane στο τενόρο, ο Bill Evans στο πιάνο, ο Paul Chambers με το κοντραμπάσο του και ο Jimmy Cobb στα τύμπανα.
Ήταν 2 Μαρτίου 1959 όταν οι έξι μουσικοί μπήκαν στο στούντιο της Columbia, στη Νέα Υόρκη. Ο Davis έδωσε στον καθέναν ένα χαρτάκι με γενικές κατευθύνσεις, λίγα ακόρντα, μερικά μικρά θέματα. Με τους αυτοσχεδιασμούς τους έδωσαν μορφή στις συνθέσεις του. Ανάμεσά τους και το περίφημο «So What» ή το ισπανικής έμπνευσης «Flamenco Sketches», συστατικά μέρη ενός jazz άλμπουμ που έμελλε να μείνει στη μουσική ιστορία ως ένα από τα πλέον επιδραστικά ηχογραφήματα όλων των εποχών.
Αυτή η κορυφαία στιγμή της μουσικής του κυκλοφόρησε τη 17η Αυγούστου της ίδιας χρονιάς. Η επιτυχία του «Kind of Blue» ήταν βραδυφλεγής, καθώς εκείνη την εποχή την κριτική και το κοινό απασχολούσαν το «The Shape of Jazz to Come» και οι καινοτομίες που έφερνε με τη free jazz του ο σαξοφωνίστας Ornette Coleman.

Ο πυγμάχος με την κόκκινη τρομπέτα
«Η ζωή ενός τζαζίστα είναι πολύ κοντά στο μποξ. Είναι γεμάτη ασύλληπτο πλούτο, βία και ομορφιά. Είναι ζωές υπέρβασης και νίκης» είχε πει κάποτε ο Miles Davis. Μαύρος μποξέρ στα νιάτα του και ο ίδιος, έκανε έναν δίσκο-φόρο τιμής στον Jack Johnson - τον πρώτο μαύρο πυγμάχο και παγκόσμιο πρωταθλητή βαρέων βαρών. Ήξερε τι σημαίνει να χάνεις άδικα και αυτό το συναίσθημα το εξέφρασε παίζοντας θυμωμένα την τρομπέτα του...
Ο Miles Davis έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στις 28 Σεπτεμβρίου 1991. Αναπνευστική ανεπάρκεια, πνευμονία και εγκεφαλικό τον κέρδισαν σε μια άνιση μάχη. Και εγώ πάντα περιμένω την υπογραφή του στη φωτογραφία από κείνο το βράδυ στο Παλλάς.
