Με μια θεωρητικοποίηση της κραυγαλέας απραξίας της κυβέρνησης Μητσοτάκη στα ζητήματα της έμφυλης βίας επιχείρησε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπούγας, να αποκρούσει εκ νέου το αίτημα για νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία», ώστε να της προσδώσει επιπλέον ποινική απαξία.
Όπως προέκυψε κατά την απάντηση του κ. Μπούγα (8.6.26) σε Επίκαιρη Ερώτηση της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωής Κωνσταντοπούλου, για την ανάγκη ποινικοποίησης της γυναικοκτονίας, η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει πρόθεση να εκπέμψει ένα ισχυρό και ηχηρό μήνυμα κατά της έμφυλης βίας.
Την ώρα που, μετά τη στυγερή δολοφονία της Βασιλικής στην Καλαμάτα, μετράμε ήδη 5 γυναικοκτονίες μέσα στο 2026, ενώ από το 2020 μέχρι σήμερα έχουν χάσει τη ζωή τους 77 γυναίκες σε περιστατικά έμφυλής βίας, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιμένει να θεωρεί επαρκές το υφιστάμενο πλαίσιο. Και δεν προτίθεται να ποινικοποιήσει τη γυναικοκτονία ως αυτοτελές έγκλημα, παρά το σχετικό αίτημα φεμινιστικών οργανώσεων και προοδευτικών κομμάτων.
Ο κ. Μπούγας, αν και χρησιμοποίησε και ο ίδιος τον όρο «γυναικοκτονία» (σίγουρα αυτό αποτελεί… πρόοδο, δεδομένου του μισογυνικού λόγου που συνήθως εκφέρεται από τα έδρανα της δεξιάς και της ακροδεξιάς), υποστήριξε ότι είναι αρκετή η αυστηροποίηση των ποινών (μόνιμο «μοτίβο» του ποινικού λαϊκισμού της ΝΔ) και εν προκειμένω η ισόβια κάθειρξη που επιβάλλεται στον δράστη μιας ανθρωποκτονίας.
«Κάθε δολοφονία είναι έγκλημα αποτρόπαιο. Η ανθρώπινη ζωή έχει απόλυτη αξία και τιμωρείται με τη μεγαλύτερη και επαχθέστερη ποινή, την ισόβια κάθειρξη. Αντιλαμβανόμαστε τον κοινωνικό συμβολισμό, αλλά αυτός δεν υποκαθιστά την ουσία του προβλήματος», τόνισε ο κ. Μπούγας.
Αφού επανέλαβε ότι το νομικό οπλοστάσιο είναι επαρκές, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης απαρίθμησε τα μέτρα που έχει (υποτίθεται ότι έχει) λάβει η κυβέρνηση Μητσοτάκη για την προστασία των γυναικών, επιχειρώντας να αποκρούσει τις κατηγορίες περί αδράνειας. Μέτρα όπως η νομική συνδρομή ή το δικαίωμα αποζημίωσης θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.
Βέβαια, η πραγματικότητα που βιώνουν οι γυναίκες βοά για την ανάγκη να γίνουν πολλά περισσότερα, πέρα από τη νομική αναγνώριση και τη συνταγματική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» (την οποία αρνείται η κυβέρνηση), όπως η ενίσχυση και επέκταση των δομών στήριξης και φιλοξενίας των θυμάτων, η δωρεάν νομική βοήθεια προς τα θύματα, η δημιουργία εξειδικευμένων εισαγγελικών αρχών για υποθέσεις έμφυλης βίας, η ουσιαστική Εκπαίδευση των αρμόδιων φορέων και η υποχρεωτική εκπαίδευση για την ισότητα των φύλων από το σχολείο.
Αντί για αυτά, ο κ. Μπούγας θέλησε να υπογραμμίσει ότι «τα τελευταία 2,5 χρόνια έχουν καταγραφεί 25.000 καταγγελίες περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και έχουν γίνει 13.000 συλλήψεις. Από αυτούς που έχουν κριθεί ένοχοι, το 70% των δραστών είναι στη φυλακή».
Είναι άραγε αρκετό το να διαπιστώνει ο αρμόδιος υπουργός τη φρίκη αναμασώντας νούμερα και στατιστικές (στο πεδίο της, κατόπιν εορτής, καταστολής), όταν μετράμε σχεδόν κάθε μήνα και μια νέα γυναικοκτονία;