Ως μαύρος που μεγάλωσε στον αμερικανικό Νότο των φυλετικών διακρίσεων και της μισαλλοδοξίας, ο BB King γνώριζε πολύ καλά τη θέση του ως ουμανιστής-πρότυπο για τις ανά τον κόσμο φυλετικές μειονότητες. Ο μοναδικός ήχος του αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μια ολόκληρη γενιά μουσικών και το κοινό πάντα μαγευόταν από την ένταση και το ειλικρινές πάθος των ερμηνειών του. Ο BB ήταν ένας από τους λίγους σπουδαίους μουσικούς της blues μουσικής που απευθύνονταν τόσο στο μαύρο όσο και στο λευκό κοινό. Η μουσική του, η κιθάρα και η φωνή του ξεπέρασαν τα σύνορα.
Η Victrola της θείας Mima
Γεννημένος το 1925 από αγρότες γονείς, ο Riley B King είχε τη μουσική στο αίμα του καθώς εξάδερφος της μητέρας του υπήρξε ο μπλουζίστας από το Δέλτα του Μισισιπή Bukka White. Ως παιδί άρχισε να τραγουδάει τα gospels στη χορωδία της εκκλησίας της πόλης του, όπου έμαθε τις πρώτες στοιχειώδεις συγχορδίες από τον μουσικό και ιεροκήρυκα Archie Fair. Ο μικρούλης Riley ρουφούσε τους ήχους του Blind Lemon Jefferson και του Lonnie Johnson που ακούγονταν από τη Victrola στο σπίτι της θείας του Mima.
Ήταν μόλις εννέα ετών όταν η μητέρα του πέθανε ξαφνικά. Έμεινε με τη γιαγιά του, απ’ την πλευρά της μητέρας του, μέχρι που, πέντε χρόνια αργότερα, πέθανε κι αυτή. Στις αρχές των ’40s μετακόμισε στην Ιντιανόλα, την οποία θεωρούσε πνευματικό του σπίτι. Εκεί βρήκε δουλειά ως χειριστής τρακτέρ και εντάχθηκε σε ένα νέο φωνητικό συγκρότημα, τους Famous St. John’s Gospel Singers. Αλλά τα blues συνέχισαν να τον καλούν. Τα πράγματα πήραν νέα τροπή το 1946 όταν κατέστρεψε το τρακτέρ και αντί να αντιμετωπίσει την οργή του αφεντικού του, κατευθύνθηκε στο Μέμφις για να βρει τον μπλούζμαν ξάδερφό του, τον Bukka. Αυτός τον πήρε υπό την προστασία του και άρχισε να του διδάσκει την τέχνη του. Η «μαθητεία» του King δεν ήταν εύκολη. «Ο BB είπε ότι προσπάθησε να μάθει πώς να παίζει slide guitar, αλλά ποτέ δεν κατάφερε να την τελειοποιήσει» θυμάται ο Buddy Guy, ένας από τους πιο στενούς φίλους του, εμβληματική φιγούρα των blues. «Έτσι έμαθε πώς να λυγίζει τις χορδές για ν’ ακούγονται σαν slide. Και για 50 χρόνια τού έλεγα: Φίλε, όλα προήλθαν από εσένα!».
Blues Boy στα ραδιοκύματα
Ο Κινγκ επέστρεψε για λίγο στην Ιντιανόλα, όπου έπεισε τη σύζυγό του να πάει μαζί του στο Μέμφις. Το 1948 είχε επιστρέψει στη Beale Street, τη λεωφόρο των μπλουζ και μουσικό κέντρο του μαύρου πληθυσμού της πόλης. «Είχα την ευκαιρία να μάθω πολλά πράγματα από ανθρώπους που απλώς κάθονταν στο πάρκο, όπου ήταν ζεστά. Κάποιοι έπαιζαν, άλλοι χόρευαν και κάποιοι έκαναν πολλά άλλα πράγματα που εγώ δεν κάνω» έλεγε με νόημα.
Η μεγάλη του ευκαιρία έφτασε όταν εξασφάλισε μια θέση στην τοπική ραδιοφωνική εκπομπή του Sonny Boy Williamson, η οποία τον οδήγησε σε μια τακτική συναυλία στο Sixteenth Avenue Grill, κάπου στο Δυτικό Μέμφις. Σύντομα απέκτησε τη δική του ραδιοφωνική εκπομπή και η δημοτικότητά του εκτοξεύτηκε. Αναζητώντας δε ένα ταιριαστό γι’ αυτόν όνομα, ο υπεύθυνος του σταθμού τον ονόμασε «Blues Boy King». Οι πρώτες του ηχογραφήσεις δεν εντυπωσίασαν. Μόλις στις αρχές του 1952 η δική του εκδοχή στο «Three o’clock blues» του Lowell Fulson βρέθηκε στην κορυφή των charts του R&B. Ξαφνικά ο BB King άρχισε να ξεπουλάει τα εισιτήρια στις αίθουσες σε όλη τη χώρα και είδε τα κέρδη του να αυξάνονται δραματικά. Η καριέρα του μπορεί να άκμαζε, αλλά ο γάμος του κατέρρευσε. Και η διασκευή του «The Thrill Is Gone» (που ηχογραφήθηκε το 1969) ακολούθησε τον χωρισμό ενός δεύτερου γάμου.
Ένας ασυνεπής θαυμαστής
Στην αυτοβιογραφία του ο Eric Clapton έγραψε ότι «ο BB ήταν χωρίς αμφιβολία ο πιο σημαντικός καλλιτέχνης που έβγαλε ποτέ η μπλουζ μουσική και ότι αν ο Robert Johnson είχε μετενσαρκωθεί, ασφαλώς θα γινόταν ο BB King». Ο Jimi Hendrix ήταν επίσης θαυμαστής του. Τη νύχτα της δολοφονίας του πάστορα Martin Luther King, τον Απρίλιο του 1968, αυτός και ο Buddy Guy έπαιξαν δωρεάν μαζί με τον BB King σ’ ένα μεγάλο blues κλαμπ, συγκεντρώνοντας χρήματα για το «Southern Christian Leadership Conference» του ιεροκήρυκα και ακτιβιστή για τα πολιτικά δικαιώματα.
«Είμαι ακόμα θυμωμένος με τον Jimi» έλεγε γελώντας χρόνια μετά. «Έφερε μαζί του ένα μαγνητόφωνο και μας ρώτησε αν μπορούσε να τα ηχογραφήσει όλα. Υποτίθεται ότι θα μας έδινε μια κασέτα, αλλά δεν το έκανε ποτέ. Όταν φύγω από αυτή τη γη κι αν υπάρχει τρόπος να τον βρω, θα του κάνω φασαρία για την κασέτα μου! Πώς ήταν να παίζω μαζί του; Τα τελευταία χρόνια πίστευα ότι ήταν ο νούμερο ένα κιθαρίστας του ροκ, με τον Eric Clapton ακριβώς πίσω του».

Η πιο καυτή Λουσίλ
Ο BB King ονόμασε την κιθάρα του «Lucille» έπειτα από ένα «εμπρηστικό» live σε ένα μικρό κλαμπ στο Twist του Αρκάνσας τον χειμώνα του 1949
Το βράδυ δύο άντρες άρχισαν να καβγαδίζουν, ρίχνοντας κάτω το βαρέλι με την κηροζίνη που χρησιμοποιούνταν με σκοπό τη θέρμανση της αίθουσας. Το κλαμπ τυλίχτηκε στις φλόγες και όλοι έτρεξαν προς τις εξόδους. Ωστόσο, μόνο όταν βγήκε έξω ο King είδε ότι είχε αφήσει πίσω την αγαπημένη του κιθάρα Gibson. Έσπευσε ρισκάροντας τη ζωή του για να τη σώσει. Την επόμενη μέρα ανακάλυψε ότι όλος ο καυγάς είχε ξεσπάσει για ένα κορίτσι που ονομαζόταν Lucille. Βάφτισε την κιθάρα του προς τιμήν της, για να του υπενθυμίζει να μην το ξανακάνει. Και με μία ή δύο «Lucille» -πάντα όμως μια Gibson ES 335- πορεύτηκε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Αργότερα, ο BB King συνεργάστηκε με την Gibson για να δημιουργήσουν μια σειρά από κιθάρες Lucille. Στη διάρκεια της λαμπρής καριέρας του μια Lucille ήταν πάντα στο πλευρό του και μαζί τους έφτιαχνε όμορφες μουσικές. «Τη στιγμή που σταματάω να τραγουδάω εγώ, τότε αρχίζει το τραγούδι της η Lucille» έλεγε χαϊδεύοντάς την. Για πάνω από 60 χρόνια ο BB King και η Lucille του ήταν πιστοί ο ένας στον άλλον, χαρίζοντας μαζί στο ευρύ κοινό τραγούδια σαν τα «The Thrill Is Gone», «Sweet Little Angel» και τόσα άλλα. Στα 80ά γενέθλιά του η Gibson είχε κάνει δώρο στον BB μια μοναδική, περιορισμένης έκδοσης κιθάρα Λουσίλ. Η κιθάρα αυτή το 2009 κλάπηκε. Μήνες αργότερα, ο συλλέκτης και εκτιμητής κιθαρών Eric Dahl τη βρήκε σε ένα ενεχυροδανειστήριο κάπου στο Λας Βέγκας.
Η κληρονομιά του Δέλτα
Το 1987 απονεμήθηκε στον BB King το βραβείο Grammy για το σύνολο του έργου του και εισήχθη στο Rock and Roll Hall of Fame, οι δε U2 τον έφεραν στο δυναμικό ντουέτο του με τον Bono (για το «Rattle And Hum» του 1988), στο δυνατό ηλεκτρικό «When love comes to town». Ήταν η πρώτη επιτυχία του, που έφτασε στο βρετανικό Top 10, μήνα Απρίλιο του 1989. Το 2015, στο άκουσμα του θανάτου του, οι U2 τού απέτισαν φόρο τιμής σε μια συναυλία ερμηνεύοντας το «When love comes to town» για πρώτη φορά μετά από 23 χρόνια.
Τη δεκαετία του ’90 η πολιτιστική αλλά και εμπορική εμβέλειά του ήταν τέτοια που μπόρεσε ν’ ανοίξει το δικό του κλαμπ στην αγαπημένη του Beale Street στο Μέμφις. Το BB King’s Blues Club. Ακολούθησαν και άλλα παραρτήματα στο Λος Άντζελες, στη Νέα Υόρκη, στο Κονέκτικατ, στο Νάσβιλ, στο Ορλάντο και στο Λας Βέγκας.
Η δεκαετία του 2000 ήταν αυτή που τον είδε να παίρνει πολλές τιμητικές διακρίσεις: ένα Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας, ένα Βραβείο Εθνικής Κληρονομιάς, ένα αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας του Χόλιγουντ. Μία όμως από τις στιγμές που τον έκαναν πιο περήφανο ήταν τα εγκαίνια του Μουσείου BB King και του Ερμηνευτικού Κέντρου Delta, το 2008, με στόχο να τιμήσει την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά του Δέλτα του Μισισιπή.
Μια κιθάρα δονείται
Σε μια αξέχαστη συναυλία στο Fillmore West, τον Ιούνιο του 1968, ο BB ξέσπασε σε δάκρυα όταν το (κυρίως λευκό) κοινό τον χειροκρότησε όρθιο όταν βγήκε στη σκηνή. Ένα χρόνο αργότερα ή δύο δεκαετίες μετά το πρώτο του single έκανε το ντεμπούτο του στην τηλεόραση, στο «The tonight show» του Johnny Carson και μέχρι το 1971 το «The thrill is gone» τού χάρισε ένα Grammy. Ήταν το πρώτο -από τα 15- που είχε απολαύσει στη ζωή του.
«Ο BB King είναι ο καλύτερος μπλουζίστας μουσικός με τον οποίο έχω ποτέ βρεθεί στη σκηνή» λέει ο Buddy Guy. «Σε σχέση με αυτό που έπαιξαν ο Mike Bloomfield, ο Clapton, ο Jeff Beck ή όποιος άλλος, ο BB King είναι η αιτία της αξίας της κιθάρας σήμερα. Αυτός τη δημιούργησε. Δεν έχω δει ακόμα κανέναν που να μπορεί να κάνει μια κιθάρα να δονείται όπως αυτός».
