Οι τακτικοί αναγνώστες της στήλης έχουν διαπιστώσει την προσήλωσή μας στη θεσμική ενίσχυση αναφυομένων μουσικών σχημάτων, ενδεικτικώς της «νέας» Καμεράτα και της Ορχήστρας «Φιλαρμόνια» Αθηνών. Παρόμοια η διαδρομή της «Υπόγειας Ορχήστρας Νέων», μιας πρωτοβουλίας διάδοσης της λόγιας μουσικής σε πλαίσια κοινωνικού και/ή φυλετικού περιθωρίου στο επιτυχημένο πρότυπο, εμπνευστής του οποίου υπήρξε ο θρυλικός πλέον José Antonio Abreu, ο εκ Βενεζουέλας ορμώμενος μουσικός εκπαιδευτής και οργανωτής νεανικών σχηματισμών υπό τη συλλογική επωνυμία «El Sistema». Έστω και αν η αναφορά παραλείπεται στην επίσημη ιστοσελίδα της, το σημαντικό παραμένει ότι η Underground Youth Orchestra όχι μόνον αποδεικνύεται ενεργή, αλλά και εκτείνει την εμβέλειά της μέσω της συμμετοχής και υποστήριξης στο έργο της από εγχώριους και διεθνούς βεληνεκούς μουσικούς.
Παρόμοια περίσταση αποτέλεσε και η συναυλία της στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ένα γεγονός αξιώσεων ενδιαφέροντος για τον συνειδητό φιλόμουσο, όπως επιβεβαιώνει εν πρώτοις η προγραμματική του συγκρότηση. Έτσι, τη συναυλία της 18ης Ιανουαρίου εγκαινίασε, σε πρώτη εκτέλεση, η «Iris» (2025) της ήδη βραβευμένης Ναταλίας Χατζοπούλου (*2000), που αντιλαμβάνεται τη σύνθεσή της «ως διαδρομή αυτογνωσίας, προτείνοντας την ανακάλυψη των πολλαπλών και συχνά αθέατων πτυχών του εαυτού». Με όντως «ιριδίζουσες» μουσικές εικόνες φωτογραφικής γαλήνης εγκαινιάσθηκε η παρθενική ανάκρουση του τριπτύχου, σε ατμόσφαιρα φωτεινής τονικότητας, με χορευτικά ρυθμική διαχείριση της β´ κίνησης, ακάθεκτης προς μια διονυσιακή κορύφωση μινιμαλιστικής εμμονής. Με παύση ακολούθησε η μετάβαση σε τρόπον τινά εσπερινό κλίμα, που γρήγορα και αυτό κορυφώθηκε με θέρμη πληρότητας και ολοκλήρωσης, ου μην και με μιαν οιονεί αστερόεσσα, ονειρική μαρμαρυγή των εγχόρδων.
Για το 23ο, το πιο χαμογελαστό από τα ώριμα κοντσέρτα του Μότσαρτ, επιστρατεύθηκε η Ντόρα Μπακοπούλου και το δικό της στωικό χαμόγελο επιφύλαξε η έμπειρη σολίστ από το πιάνο, μετά από μιαν ορχηστρική εκκίνηση σε αναζήτηση ισορροπιών μεταξύ εγχόρδων και υπερενθουσιωδών χαλκίνων. Ένας Μότσαρτ αναλυτικά περιπατητικός, με τις εκφραστικές διατάσεις της εμπειρίας να ισοσκελίζουν τον μετριασμό της δεξιοτεχνικής έξαψης, προσέγγιση που η σεβάσμια μουσικός επιφύλαξε ευεργετικά και για τον αυτοσχεδιασμό του εναρκτήριου allegro, που σπανίως έχουμε απολαύσει ως ευκαιρία εκφραστικής και όχι απλώς δεξιοτεχνικής επίτασης και επίδοσης. Ανάλογα στοχαστικό και το αργό μέρος, με αγωγική ευρυχωρία φραστικής, ψυχολογικό εύρος βάθους και όλη τη μοτσάρτεια διάσταση ερωτημάτων και συμπερασμάτων μιας κυριολεκτικά «θείας» μουσικής. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η μετρημένη ταχύτητα του καταληκτικού allegro assai μεταβολίσθηκε με συνέπεια ως απόσταγμα μακράς βιοτικής και καλλιτεχνικής εμπειρίας.
Στο στοιχείο της πάντως βρέθηκε, επιτέλους, η αρχιμουσικός Catherine Larsen Maguire με τις «Παραλλαγές Αίνιγμα» του Sir Edward Elgar, στις οποίες με ξεχωριστή ζέση και προφανώς ευσταθέστερες ισορροπίες την ακολούθησε η UYO, με λεπτολόγο εγρήγορση γι’ αυτή την ακολουθία προγραμματικής εικονοποιίας, πρόσφορης να συνεγείρει νεαρούς μουσικούς σε προσωπικές επιδόσεις ευφρόσυνης συνέργειας. Νεανικό, ζωηρό, πειθαρχημένο και γεμάτο χαρακτήρα musicmaking πού λειτούργησε απελευθερωτικά και λυτρωτικά για όλους τους τυχερούς παρευρισκομένους...
