Πρόσφατα δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος, η τέταρτη κατά σειρά από την έναρξη του Μνημονίου. Με δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ένα από τα τρία μέλη της τρόικας, δεν θα περίμενε κανείς να διαβάσει κάποια ιδιαίτερα κριτική προσέγγιση. Θα περίμενε ωστόσο μια τεκμηρίωση, έστω και από την απέναντι πλευρά, που θα υποστήριζε με τεχνοκρατικά επιχειρήματα την ορθότητα της πολιτικής που εφαρμόζεται. Όμως σε αυτό η έκθεση είναι παντελώς απογοητευτική.
Το κύριο μέλημα των συγγραφέων της είναι να δημιουργήσουν θετικές προσδοκίες για την ελληνική οικονομία. Αυτές αφορούν κυρίως δύο μεγέθη, το πρωτογενές αποτέλεσμα και τον ρυθμό μεγέθυνσης, που με τη σειρά τους καθορίζουν τη δυναμική του λόγου δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ. Σε αυτό το πλαίσιο αποδίδουν εύσημα στην κυβέρνηση για την υπερκάλυψη του στόχου για το 2013, δηλαδή το περίφημο πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά υπενθυμίζουν ότι η Ελλάδα έχει πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει αφού, σύμφωνα με το πρόγραμμα, το πρωτογενές πλεόνασμα θα πρέπει να φτάσει στο 4,5% του ΑΕΠ το 2016 και να παραμείνει εκεί στο διηνεκές. Για το πώς ακριβώς θα συμβεί αυτό το πρωτοφανές ιστορικά φαινόμενο, και μάλιστα από μια κυβέρνηση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, η έκθεση δεν λέει και πολλά πράγματα πέρα από την προσήλωση στην τήρηση του προγράμματος.
Εκεί όμως που η έκθεση τερματίζει την ασάφεια είναι οι «προβλέψεις» για τον ρυθμό μεγέθυνσης, ο οποίος το 2016 πρέπει να φτάσει το 3,7% και να παραμείνει κοντά σε αυτό το επίπεδο για τα επόμενα χρόνια. Κινητήριος μοχλός της μεγέθυνσης υποτίθεται πως θα είναι οι επενδύσεις και οι εξαγωγές. Όσον αφορά τις πρώτες, η έκθεση, αφού διαπιστώνει πως δεν έχει δει μέχρι τώρα την αναμενόμενη ανάκαμψή τους, αγγίζει τα όρια της γραφικότητας, λέγοντας πως αναμένεται να αυξηθούν με την επανεκκίνηση των έργων κατασκευής των οδικών αξόνων με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Επιστροφή δηλαδή στη γνωστή συνταγή ανάπτυξης χέρι-χέρι με τους εργολάβους, που πληρώνονται με ευρωπαϊκό-κρατικό χρήμα και εισπράττουν διόδια πριν φτιάξουν δρόμους.
Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το σημείο για τις εξαγωγές. Ας θυμηθούμε ότι το σχέδιο της εσωτερικής υποτίμησης υποστηρίχθηκε ως μονόδρομος για τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας (με σταθερό νόμισμα) που θα οδηγούσε σε επέκταση των εξαγωγών και αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης. Πράγματι, η ισοπέδωση της εργατικής νομοθεσίας και οι συνακόλουθες μισθολογικές μειώσεις οδήγησαν σε εντυπωσιακή βελτίωση τους επίσημους δείκτες ανταγωνιστικότητας, όπως το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Κι ενώ αυτή η βελτίωση αναφέρεται στην έκθεση με περηφάνια, αμέσως μετά αναγνωρίζεται ότι η θεαματική συρρίκνωση του εξωτερικού ελλείμματος οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην κατάρρευση των εισαγωγών λόγω μείωσης των εισοδημάτων και εν τέλει η βελτίωση της εξαγωγικής δραστηριότητας είναι οριακή. Μόνο ο τουρισμός έχει ανακάμψει σημαντικά αλλά και αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι το περσινό καλοκαίρι οι ανταγωνίστριες χώρες, όπως η Τουρκία και η Αίγυπτος, βρίσκονταν σε πολιτικό αναβρασμό, γεγονός που έστρεψε τον τουρισμό προς τη χώρα μας. Κι έτσι μένει αναπάντητο το υπαρξιακό ερώτημα: τι να την κάνεις τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αν δεν αυξάνονται οι εξαγωγές;
Εν τέλει, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να πουλήσει αισιοδοξία βασιζόμενη στη μεταφυσική πίστη ότι υπάρχει δημοσιονομική σταθερότητα με χρέος στο 180% του ΑΕΠ και ότι η απορρύθμιση των αγορών μπορεί από μόνη της να φέρει την ανάπτυξη. Πίστευε και μη ερεύνα είναι το μήνυμα ή, ακριβέστερα, συνεχίστε να εφαρμόζετε τις ίδιες πολιτικές ακόμα κι αν έχετε καταστρέψει την οικονομία σας. Μόνο όσο παραμένουν στην εξουσία υποτελείς κυβερνήσεις, έτοιμες να υλοποιήσουν οποιαδήποτε ανοησία τους ζητηθεί, οι πόρτες του παραδείσου θα είναι ανοιχτές. Διαφορετικά, ο θεός των αγορών θα σας στείλει στην οικονομική κόλαση. Βοήθειά σας.
* Ο Φραγκίσκος Κουτεντάκης διδάσκει στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης