Την Τετάρτη 8 Ιανουαρίου του 2014 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η γνωστή επικοινωνιακού χαρακτήρα διαδικασία τυπικής ανάληψης της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα. Τη «φιέστα» τραυμάτισαν δύο χαρακτηριστικά γεγονότα. Ένα από το ευρωπαϊκό περιβάλλον, με το χυδαίο άρθρο του γνωστού γερμανικού περιοδικού «Der Spiegel», που όχι μόνο γελοιοποίησε, ενδεχομένως ορθώς, τον Έλληνα πρωθυπουργό προσομοίασε όμως την Ελλάδα με το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, αλλά δηλαδή έβγαλε γερμανική «χολή και όξος», επειδή στην Ελλάδα, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από την προμήθεια εξοπλισμών στη χώρα μας, με αφορμή τις μίζες των εξοπλισμών ενοχοποιήθηκαν δικαίως η Γερμανία και η Γαλλία, που ανέλαβαν περίπου εργολαβικά μαζί και με τη Ρωσία τους εξοπλισμούς και μέσα σε μια δεκαετία άντλησαν πόρους ύψους 60 δισ. ευρώ.
Ένα δεύτερο από την ελληνική κυβέρνηση, που στο όνομα της διαφύλαξης της φιέστας έδειξε για μια ακόμη φορά το αντιδημοκρατικό της πρόσωπο και την υποτέλειά της και απαγόρευσε τη διαμαρτυρία πολιτικών οργανώσεων για τη φιέστα της ευρωπαϊκής προεδρίας.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα γεγονότα, με αφορμή την αλλαγή της προεδρίας στην Ε.Ε. αξίζει τον κόπο να αναφερθεί κανείς στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις νέες διεθνείς συνθήκες. Επιπροσθέτως πρέπει να επισημανθεί ότι οι ευρωεκλογές, για πολύ σημαντικούς λόγους, αποκτούν πολιτικό ενδιαφέρον πολύ μεγαλύτερο από τις εθνικές εκλογές των ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως από το γεγονός ότι η πολιτική στην Ευρώπη και στον πλανήτη δεν χαράσσεται πλέον εντός εθνικών συνόρων αλλά στις ευρύτερες περιφερειακές και ηπειρωτικές ολοκληρώσεις που λειτουργούν ανταγωνιστικά στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.
Ένα πρώτο και σοβαρό μειονέκτημα της πορείας της Ευρώπης είναι η κρίση χρέους που μαστίζει την Ε.Ε., η οποία δεν αντιμετωπίζεται με σοβαρό τρόπο από την ασκούμενη πολιτική της. Αν ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Μάριο Ντράγκι δεν ξεστόμιζε στην κρίσιμη φάση της όξυνσης της κρίσης χρέους την περίφημη δήλωσή του ότι «Η ΕΚΤ θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να στηρίξει το ευρώ», δίνοντας μια βαθιά ανάσα στην άρχουσα ευρωπαϊκή ελίτ και περιορίζοντας τον πανικό και την υστερία των αγορών και των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, που απεχθάνονται τα ελλείμματα των χωρών που δανείζουν, δεν θα είχε ανακοπεί η πορεία της αποδιάρθρωσης της Ευρωζώνης και της αμφισβήτησης του ευρώ. Πέραν αυτού η μονεταριστική αντίληψη που ως γνωστόν επηρεάζει την πολιτική της είναι ενδημική στην Ευρώπη και επειδή συνδυάζεται, λόγω πολιτικών συσχετισμών, με το νεοφιλελεύθερο αφήγημα που κυριαρχεί στην πολιτική της επηρεάζει επίσης και την οικονομική πολιτική της Ε.Ε. και οδήγησε στο χάσμα Βορρά Νότου που τη διχάζει σήμερα.
Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζεται επίσης με λαθεμένο τρόπο και στο εσωτερικό της Ευρώπης αλλά και στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, είναι η μειωμένη ανταγωνιστικότητά της Ε.Ε, απέναντι στους ανταγωνιστές της, τις ΗΠΑ και τις χώρες τις Νοτιοανατολικής Ασίας. Με τις ΗΠΑ το μειονέκτημα της Ευρώπης επικεντρώνεται στο ενεργειακό κόστος, αφού οι ΗΠΑ επέτυχαν να το μειώσουν δραστικά, πάνω από 30%, με την ανακάλυψη του σχιστολιθικού φυσικού αερίου και πετρελαίου, ενώ η Ευρώπη παραμένει ακόμη, ως μη όφειλε, η πιο ακριβή και εξαρτημένη ενεργειακά περιοχή για πολλούς λόγους. Και με τις ασιατικές χώρες όπου το μειωμένο κόστος εργασίας λειτουργεί περίπου απαγορευτικά για την ανταγωνιστικότητα των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.
Οι συνθήκες αυτές στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης ανατρέπουν τους μέχρι πρότινος συσχετισμούς στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας. Παρατηρείται μια σημαντική μεταφορά κεφαλαίων και θέσεων εργασίας από τις ανεπτυγμένες χώρες προς τις αναπτυσσόμενες BRICS. Γεγονός που οδηγεί στη συντηρητικοποίηση της πολιτικής της Ε.Ε. και μεταφέρει το κέντρο βάρους από την πολιτική στην οικονομία, η οποία πλέον, με την επιτήρηση και την επιρροή των αγορών, αποτελεί αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα στην Ευρώπη, όπως επανειλημμένα έχει δηλωθεί (Ζ.Κλ. Γιούνκερ). Όλες οι μεταμορφώσεις της αυθαίρετης και αποτυχημένης αντιμετώπισης της κρίσης από τα υπερεθνικά όργανα της Ε.Ε και η υποταγή της πολιτικής στην αυθεντία των διεθνών οργανισμών, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, οδηγούν αντικειμενικά στη σταδιακή απώλεια της Δημοκρατίας που ασκείται από μια ασήμαντη μειοψηφία, η οποία επιβάλλει τις επιλογές της, αγνοώντας τους ευρωπαϊκούς λαούς παντελώς, προφανώς και με ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων που στη μεγάλη πλειοψηφία των 28 κρατών μελών της είναι συντηρητικές.
Στην Ευρώπη, με ή χωρίς την κρίση, οι εκλογές δεν παίζουν κανένα ρόλο ενώ σε υπερεθνικό επίπεδο λαμβάνονται, χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, πολύ σημαντικές αποφάσεις που παραμορφώνουν το συνολικό πολιτικό, δημοκρατικό και οικονομικό προφίλ της Ένωσης. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι παρά τις δυσκολίες η Ε.Ε. θα προχωρήσει διότι αυτό αποτελεί το αδιαμφισβήτητο συμφέρον των λαών της στον Βορρά και τον Νότο. Όμως το έλλειμμα της αρχιτεκτονικής δομής της Νομισματικής Ένωσης θα αντιμετωπιστεί με μέτρα που θα επιβάλει η Τραπεζική Ένωση και η δημοκρατία θα περιοριστεί, αφού το υπερεθνικό κέντρο που διευθύνει την Ένωση είναι ανεξέλεγκτο, χωρίς δημοκρατικό, επαρκή κοινοβουλευτικό και ανύπαρκτο κοινωνικό έλεγχο.
Επομένως το μείζον πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη σημερινή φάση της κρίσης είναι η υποστολή της δημοκρατίας και ο παράλληλος περιορισμός της πολιτικής από την οικονομία. Οι αρνητικές αυτές εξελίξεις συνδυάζονται με μια ευνοϊκή προϋπόθεση. Οι λαοί της Ευρώπης δεν είναι διατεθειμένοι, στο σύνολό τους, και αυτοί που έζησαν τον καπιταλισμό και αυτοί που βίωσαν τον ανύπαρκτο σοσιαλισμό, να απεμπολήσουν τη δημοκρατία. Ήδη μεγάλοι διανοητές στη Ευρώπη και τον κόσμο, (Habermas, Balibar, Avraam Noam Chomsky κ.ά.) έχουν αναδείξει το ζήτημα της δημοκρατίας ως κορυφαίο για τους λαούς της Ευρώπης και του κόσμου. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά οργανώνεται και αναπτύσσεται με ελπιδοφόρα προοπτική μετά από πολλά χρόνια στην Ευρώπη, ήδη τα πρώτα δημοσκοπικά δείγματα την ανεβάζουν στο βάθρο της τρίτης ευρωπαϊκής πολιτικής δύναμης, με την εναλλακτική της πρόταση τη θεσμικής και δημοκρατικής αναδιάρθρωσης της ενωμένης Ευρώπης, που ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει.