Live τώρα    
Έχει μέλλον η ελληνική Κεντροαριστερά ;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Έχει μέλλον η ελληνική Κεντροαριστερά ;

Του Ανέστη Ταρπάγκου

Η δημοσίευση της «διακήρυξης των 58» για την ίδρυση μιας «δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης» θέτει εκ νέου το ζήτημα των προοπτικών που μπορεί να έχει στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα το εγχείρημα ανάδειξης μιας ενωτικής μορφής της Κεντροαριστεράς. Με δεδομένο ότι υπογράφεται από εκπροσώπους του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜ.ΑΡ. που διακατέχονται από τον άκρατο κυβερνητισμό, το θέμα προσλαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις, αγκαλιάζοντας και τις δύο συνιστώσες αυτού του ρεύματος. Τίθεται έτσι το ερώτημα αν και κατά πόσον μπορεί να αποκτήσει υπόσταση, ευρύτητα και προοπτική ένα τέτοιο πολιτικό εγχείρημα, μέσα σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από:

α) Την ήδη υπαρκτή εμπειρία συμμετοχής του συνόλου των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ, αλλά και της ΔΗΜ.ΑΡ., στην ακραία νεοφιλελεύθερη κυβερνητική διαχείριση των Μνημονίων.

β) Την ευρύτατη οικονομική καταστροφή και τον κοινωνικό όλεθρο των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, παράλληλα με τη μακροχρόνια και επίμονη ύφεση της ελληνικής οικονομίας.

γ) Την οξύτατη ταξική πόλωση που διαπερνά σήμερα την ελληνική κοινωνία, που αντιστοιχείται πολιτικά στην αντιπαράθεση του ΣΥΡΙΖΑ, ευρύτερα της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, με τον μνημονιακό πόλο της αστικής πολιτικής.

Οι όροι της ανάδειξης της Κεντροαριστεράς στο ευρωπαϊκό πεδίο, και μάλιστα στο επίπεδο της διακυβέρνησης, όπως συνέβη στην ιταλική περίπτωση της Ελιάς (Δημοκρατικό Κόμμα + δυνάμεις Πρόντι + Κομμουνιστική Επανίδρυση), ήταν ριζικά διαφορετικοί από αυτούς της σημερινής ελληνικής κατάστασης. Βασίζονταν σε ένα μαζικό ΙΚΚ που εν τω μεταξύ είχε μεταλλαχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό, σε μια δύναμη της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και σε κεντρώες πολιτικές δυνάμεις, μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικής ανάπτυξης και εφαρμογής ενός μετριοπαθούς νεοφιλελευθερισμού, χωρίς ιδιαίτερη ταξική πόλωση στο εσωτερικό της ιταλικής κοινωνίας και απέναντι στην απειλή του φασίζοντος σχηματισμού του Λαού της Ελευθερίας.

Στην προκειμένη ελληνική περίπτωση δεν συντρέχει καμία από τις παραμέτρους που κατέστησαν εφικτή και δυνατή την κεντροαριστερή κυβερνητική διαχείριση που είχε υπάρξει στην ιταλική πολιτική ζωή γιατί:

1) Απουσιάζει το μαζικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που θα αποτελούσε το κοινωνικό στήριγμα μιας τέτοιας επιλογής. Αν στο πεδίο του ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε να κατισχύσει ο εκσυγχρονισμός (σημιτικού τύπου 1996 - 2004 και παπανδρεϊκής εκδοχής 2004 - 2012), αυτό έγινε εφικτό γιατί υπήρχε η πλατιά εργατική βάση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας, που είχε ήδη δημιουργηθεί από την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις σημερινές συνθήκες, αυτός ο όρος έχει εξαφανιστεί, στον βαθμό που το ακραία νεοφιλελεύθερα μεταλλαγμένο ΠΑΣΟΚ μετατράπηκε σε κύρια μνημονιακή δύναμη και έτσι η λαϊκή πολιτική του βάση μετατοπίσθηκε τελεσίδικα προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την άλλη πλευρά, η ΔΗΜ.ΑΡ. ουδόλως διέθετε ιστορικά μια λαϊκή κοινωνική έδραση, εφόσον συγκροτούνταν, και συνεχίζει να είναι και σήμερα, πολιτικός σχηματισμός των μεσαίων και ανώτερων μερίδων των μικροαστικών τάξεων, οι οποίες και πολώνονται προς την πλευρά του αστικού κυβερνητισμού.

2) Και οι δύο συνιστώσες της ελληνικής Κεντροαριστεράς έχουν συμμετάσχει στην άσκηση μιας ανεπανάληπτης αντιλαϊκής και οδυνηρής κυβερνητικής πολιτικής, με το ΠΑΣΟΚ να έχει εφαρμόσει και τα τρία Μνημόνια και τη ΔΗΜ.ΑΡ. το τελευταίο και το πλέον σκληρό. Αυτή η εμπλοκή τους με τη μνημονιακή κυβερνητική διαχείριση δεν μπορεί να τους επιφυλάξει κανένα μέλλον διαφορετικό (τηρουμένων των αναλογιών) από ό,τι του ΛΑΟΣ. Οποιαδήποτε επιχειρηματολογία «εθνικού αναπτυξιακού δημοκρατικού» χαρακτήρα, και μάλιστα με πινελιές «προοδευτισμού», είναι αδύνατο να αποσείσει από πάνω τους την καίρια ευθύνη τής δίχως όρους εφαρμογής της πολιτικής των περικοπών, της μαζικής ανεργίας, της αποψίλωσης των μισθών, της μείωσης των συντάξεων, της κατάργησης των συνταγματικών δικαιωμάτων κ.λπ.

3) Τα χρόνια που διανύουμε είναι περίοδος ανείπωτης ταξικής πόλωσης στην ελληνική κοινωνία, ανάμεσα στις εργαζόμενες λαϊκές τάξεις και στην αστική τάξη με τις αντίστοιχες μικροαστικές της συμμαχίες. Επόμενο είναι αυτή η κοινωνική αντιπαλότητα να αντανακλάται πολιτικά στην αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς και σε εκείνες της καταστρεπτικής αστικής μνημονιακής πολιτικής. Έτσι, σε οποιαδήποτε πολιτική ή εκλογική αντιπαράθεση όλες οι κοινωνικές τάξεις θα πολωθούν αναγκαστικά είτε προς τον αστικό μνημονιακό πόλο, είτε προς τον αριστερό λαϊκό πόλο. Μ' αυτή την έννοια, οι ενδιάμεσες μικροαστικές διαστρωματώσεις, στην έκφραση των οποίων ευελπιστεί το κεντροαριστερό εγχείρημα, θα φροντίσουν να στραφούν είτε προς τα αριστερά, είτε προς τα δεξιά, μην αφήνοντας περιθώρια κοινωνικών εκπροσωπήσεων στις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς.

Η απαξίωση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας καθώς και της Αριστεράς του «εκσυγχρονισμού και της ευθύνης» είναι πλέον τετελεσμένο ιστορικό γεγονός που δεν είναι αντιστρεπτό. Κατά συνέπεια, οποιοδήποτε κεντροαριστερό εγχείρημα στις σημερινές συνθήκες, από «παράγοντες» της χρεωκοπημένης σοσιαλδημοκρατίας και του εκσυγχρονισμού, δεν μπορεί παρά να αντιπροσωπεύει ένα «βήμα στο κενό», χωρίς λαϊκή υπόσταση και πολιτικό μέλλον.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0