Ασφαλώς η συνάντηση του πρωθυπουργού και του υπουργού Οικονομικών με τους επικεφαλής των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών και το προεδρείο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, όταν οι ελληνικές επιχειρήσεις στενάζουν από το πρόβλημα της ρευστότητας, θα μπορούσε να είχε μεγάλη σημασία αν ήταν προάγγελος εξελίξεων. Γιατί το θέμα δεν είναι οι συναντήσεις, αλλά αν τελικά υπάρχει πραγματικό νέο στο θέμα της ρευστότητας, που είναι μείζον θέμα για την ελληνική οικονομία. Και ως προς αυτό δεν μάθαμε καμιά σημαντική εξέλιξη, που να αλλάζει το δύσκολο κλίμα.
Εξαιτίας της βαθιάς ύφεσης, οι ελληνικές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, που προσφέρουν και τη μερίδα του λέοντος στην απασχόληση, βλέπουν τον τζίρο τους να μειώνεται δραματικά. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχει κλείσει και κάθε δυνατότητα άντλησης ρευστότητας από τις τράπεζες. Αλλά και οι μεγάλες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν ή καταφεύγουν σε δανεισμό με πολύ υψηλά επιτόκια, ακόμη και 10%, πράγμα που δυσκολεύει περαιτέρω την οικονομική τους κατάσταση. Και εδώ είναι το οξύμωρο με την πολιτική της λιτότητας. Οι επιχειρήσεις έχουν μεν μειώσει το κόστος εργασίας συμπιέζοντας τις αμοιβές των εργαζομένων, βλέπουν όμως τον τζίρο τους να μειώνεται, ενώ ένα μεγάλο μέρος από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας εξανεμίζεται λόγω του αυξημένου κόστος δανεισμού. Φαύλος κύκλος...
Εξαιτίας αυτής της αδιέξοδης πολιτικής, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της απασχόλησης στη χώρα μας και έχουν ακούσει ουκ ολίγες υποσχέσεις για τόνωση της ρευστότητας, οι οποίες όμως έμειναν λόγια.