Μπορείτε να το εκλάβετε και ως sequel του άρθρου που φιλοξενήθηκε πριν δυο Κυριακές στην ίδια θέση ("Τι κόμμα;"). Βεβαίως, το ερώτημα "τι συνδικάτα" ίσως είναι πιο θεμελιώδες για τον κόσμο της εργασίας, διακεκριμένο στόχο της μνημονιακής καταστροφής. Είναι ερώτημα υπαρξιακό και για τα ίδια τα συνδικάτα και για αυτούς που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Τα συνδικάτα είναι κι αυτά θύματα του βίαιου μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αν και η απαξίωσή τους είναι διεργασία δεκαετιών και προέκυψε όχι μόνο από τις "επιθέσεις" εργοδοσίας και κράτους, αλλά και από τις δικές τους αναπηρίες (γραφειοκρατικοποίηση, κρατικοποίηση, κομματικοποίηση κ.λπ.), τη χαριστική βολή τη δίνει η κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αυτό τα φέρνει σε κατάσταση υπαρξιακής κρίσης. Αν οι εργαζόμενοι είχαν αρκετούς λόγους να ψάχνουν το νόημα της ύπαρξής των συνδικάτων πριν, τώρα που εγκαταλείπονται στη ζούγκλα της ατομικής διαπραγμάτευσης του μισθού, έχουν χίλιους.
Φυσικά, το να συμβιβαστούν τα συνδικάτα με το οριστικό τέλος των συλλογικών συμβάσεων, είναι σαν να υπογράφουν την αυτοδιάλυσή τους. Ωστόσο, μέχρι να ανακτηθεί το δικαίωμα στην ελεύθερη διαπραγμάτευση, δικαίωμα που απαίτησε ενάμιση αιώνα αιματηρών διεκδικήσεων, τα συνδικάτα θα πρέπει σε έναν βαθμό να επανεφεύρουν τον προορισμό τους. Να βρουν δράσεις που τα καθιστούν απαραίτητα στους εργαζόμενους.
Παρακολουθώντας τα ρεπορτάζ για την κινητοποίηση των ναυτεργατών, διαπίστωσα μεταξύ άλλων ότι στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης που έχουν επιβάλει η τρόικα και η κυβέρνηση δεν υπάρχουν αυτονόητα. Οι άνθρωποι μπορούν να είναι για μήνες απλήρωτοι και να υποχρεώνονται να δουλεύουν. Οι πλοιοκτήτες μπορούν να εξακολουθούν να έχουν έσοδα, αλλά η εξόφληση των εργαζομένων να είναι η τελευταία τους προτεραιότητα. Μπορούν να υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να δουλεύουν άμισθοι, αλλά να μην εμφανίζεται ούτε ένας κρατικός υπάλληλος να ελέγξει την παρανομία τους. Κι όταν οι ίδιοι οι ναυτεργάτες επιδιώκουν να κάνουν αυτό που όφειλε να κάνει το μνημονιακά διαλυμένο κράτος, η δικαστική αρχή τους υπενθυμίζει ότι είναι επιστρατευμένοι. Επιστρατευμένοι άμισθοι σκλάβοι.
Αυτό που συμβαίνει στην ακτοπλοΐα δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας πολλών κλάδων. Στον τουριστικό τομέα, από τον οποίο υποτίθεται ότι η κυβέρνηση περιμένει φέτος την έκπληξη, περίπου 40.000 εργαζόμενοι είναι απλήρωτοι ακόμη και από πέρσι. Το κράτος έκτακτης ανάγκης, μάλιστα, επιβραβεύει την παρανομία τους επιδοτώντας 10.000 θέσεις εργασίας, πράγμα που το πουλάει ως πολιτική κατά της ανεργίας. Δηλαδή, ενθαρρύνει και την απόλυση των ήδη απλήρωτων. Μια κατάσταση προκλητικής παρανομίας εξελίσσεται στη νέα "νομιμότητα". Μπορεί να φαίνεται σαν αναχρονισμός, σαν ολική επαναφορά στο 1848, αλλά τα συνδικάτα μπορούν στο πεδίο αυτό να ανακτήσουν μεγάλο μέρος της χαμένης τους υπόστασης. Υπερασπίζοντας τα στοιχειώδη, υποκαθιστώντας το ανύπαρκτο κράτος και αναπτύσσοντας μηχανισμούς αλληλεγγύης, εκεί που η εργοδοτική ανομία και η εργασιακή ζούγκλα παράγουν καταστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι τα συνδικάτα πρέπει να μεταλλαχθούν σε φιλανθρωπικές ΜΚΟ, να παραιτηθούν από κάθε διεκδικητικότητα, αποδεχόμενα τα τετελεσμένα της εργασιακής ζούγκλας. Το ότι καταγράφουν μια ιστορική ήττα δεν τα νομιμοποιεί να την ενσωματώσουν στη συμπεριφορά τους. Ωστόσο, η ανασυγκρότησή τους πρέπει να ξεκινά από την επίγνωση ότι έχουν μπροστά τους έναν αμυντικό αγώνα. Μακρόχρονο, δύσκολο, ενδεχομένως και βίαιο, πλην αμυντικό.
Το επόμενο ερώτημα είναι, τι είδους συνδικάτα μπορούν να επανακαθορίσουν και να παίξουν τον ρόλο αυτό. Υπάρχει τρομακτικό πρόβλημα ανθρώπινου υλικού. Στις ηγεσίες ανακυκλώνονται πρόσωπα των κομματικών σωλήνων, εκπρόσωποι εκλογικών πελατειών, άνθρωποι που για ποικίλους λόγους έχουν πάρει διαζύγιο με την εργασιακή καθημερινότητα, χωρίς επαφή με την πραγματικότητα στους χώρους δουλειάς.
Εν ολίγοις, λείπουν οι φυσικοί ηγέτες, δεν εκπροσωπούνται οι νεότερες γενιές εργαζομένων και τα συνδικάτα διευθύνονται από ένα στρώμα που, ανεξαρτήτως καλών ή κακών προθέσεων, έχει μια γραφειοκρατική αντίληψη περί συνδικαλισμού. Πράγμα που επιτείνει τη δυσπιστία των εκπροσωπούμενων οι οποίοι στις δημοσκοπήσεις- και όχι άδικα- περιλαμβάνουν τα συνδικάτα στους φορείς της απεχθούς εξουσίας. Στον αντίποδα, στους λίγους φορείς που έχουν την τύχη να λειτουργούν ως συνδικάτα βάσης, στις κρίσιμες στιγμές καταγράφεται χάσμα με την κορυφή. Τι πιο χαρακτηριστικό από την πρόσφατη περιπέτεια της ΟΛΜΕ. Εξ όσων έχω αντιληφθεί, η ηγεσία της εισηγείτο απεργία στις εξετάσεις με την ανομολόγητη πεποίθηση ότι αυτό θα απορριφθεί από τις συνελεύσεις. Η εξέλιξη, βοηθούσης και της επιστράτευσης, τους διέψευσε εντυπωσιακά, με αποτέλεσμα και μια άτακτη υποχώρηση της ηγεσίας και ένα βαθύ ρήγμα της με τη βάση των καθηγητών. Το συμπέρασμα είναι ότι χωρίς μια βαθιά δημοκρατική λειτουργία βάσης στα συνδικάτα, οι εκπρόσωποι θα βρίσκονται στον κόσμο τους και οι εκπροσωπούμενοι στα σπίτια τους.